Το Νωθρό Κουφάρι

Posted in άρθρα, δικά on January 15, 2012 by simeonvatalos

Υπάρχει ένας πίνακας της Ιωάννας Σπανάκη στον οποίο ένας τεράστιος σκώρος κάθεται σε μια ανθρώπινη πλάτη. Τα χρώματα είναι σκοτεινά, ακόμα και το λευκό μοιάζει με ώχρα, οι σκιές νικούν το φως φέρνοντας πιο κοντά τη φρίκη αυτής της καθυπόταξης, μια και το έντομο απεικονίζεται σε μεγαλύτερες από τις πραγματικές του διαστάσεις, καθώς καλύπτει ολόκληρη σχεδόν την πλάτη και κυριαρχεί στην εικόνα. Το έντομο είναι άκακο, το γνωρίζουμε, ωστόσο η ανατροπή των φυσικών αναλογιών δημιουργεί μια αίσθηση επικείμενου κινδύνου. Ωσάν ο τεράστιος τούτος σκώρος να απειλεί να καταβροχθίσει τον ξενιστή του, διότι ακριβώς για τούτο πρόκειται, για μια συμβιωτική σχέση που τρέφει το έντομο πέρα από τα φυσικά του όρια, αφήνοντας τον ξενιστή του στυγνό και εξαϋλωμένο.

 

Την ίδια στιγμή, πρόκειται για το ίδιο το έντομο: ένα πλάσμα που αψηφά τα ανθρώπινα, που αποτελεί όνειδος για την ιδεοληψία μας περί αθανασίας, ζώντας μονάχα μερικές μέρες ή κάποιες ώρες, με μοναδικό σκοπό την διαιώνιση του είδους του. Καμιά υστεροβουλία, καμιά επιθυμία μνήμης. Μονάχα σκόνη. Μονάχα στιλπνά πόδια που ξεπροβάλλουν κάτω από τα ντουλάπια της κουζίνας και τρομοκρατούν με τη σιγαλή τους σπασμωδικότητα τους τις μικρές μας ώρες. Άλλες ιδέες, πιο ολοκληρωτικές: η ζωή του σμήνους, ενός συνόλου στο οποίο οποιαδήποτε ατομικότητα γίνεται έκφανση μιας τύχης: η μέλισσα που ξεστρατίζει δεν το κάνει από προσωπικό βίτσιο, αλλά εντασσόμενη σε μια τάση της φύσης να λαθεύει, να ξαστοχεί. Μόνο που, στην περίπτωση αυτή, μυριάδες λάθη συντάσσονται σε μια συλλογική κατάφαση. Το σμήνος ήταν το φαντασιακό πεδίο της μαζικής οργάνωσης στον υπαρκτό σοσιαλισμό. Η Αλεξάνδρα Κολοντάι, στρατευμένη φεμινίστρια, γυναίκα του Λένιν και κομισάριος εκπαίδευσης των μπολσεβίκων, έτσι ονόμασε το μοναδικό της μυθιστόρημα, ο έρωτας των εργατριών μελισσών, δείχνοντας προς την κατεύθυνση ενός συλλογικού είναι που υπερβαίνει τον ανθρωπισμό, διότι υπερβαίνει τον άνθρωπο: γίνεται δηλαδή απ-άνθρωπο. Το σμήνος, και όχι το πλήθος εξακολουθεί να είναι η μορφή οργάνωσης στον υστερ(ικ)ο καπιταλισμό, όπως σκέφτεται όποιος κοιτά εικονοποιημένες τις ροές των μηνυμάτων στο tweeter που από σμάρια μετατρέπονται σε μικρά ρυάκια και κατόπιν σε ποτάμια. Μοιάζουν με τις πτήσεις των μελισσών, που ξεκινούν διερευνητικές, ξώφαλτσες και καταλήγουν σε μαζικές μεταναστεύσεις, ή με τις πορείες των μυρμηγκιών που χάνονται ατομικά για να βρεθούν ομαδικά σε ένα ατελείωτο κανιβαλιστικό καραβάνι. “Η βιομηχανική εποχή, ορισμένη ως εποχή των εντόμων”, κατά το γνωστό ζεύγος φιλοσόφων. Ο Ρεμπώ, που έβλεπε στην κομμούνα του Παρισιού ως μυρμηγκοφωλιά. Οι Χάρντ και Νέκγρι, που παρά τις οντολογικές τους ονειρώξεις περί πλήθους, σκύβουν το κεφάλι με δέος μπροστά στο τρομερό φρικίασμα που προκαλεί η οργάνωση μιας μάζας α-νόητων όντων σε μια έλλογη υπεροντότητα. Ο άνθρωπος μπορεί να υποτιμά τα έντομα σαν υποδεέστερα πλάσματα, χωρίς λογική και φαντασία, μα εκείνα τον εκδικούνται μπάζοντας τη θεολογία από την πίσω πόρτα.

Δεν ξέχασα ποτέ τα έντομα, δε μου επετράπη. Τις προάλλες, σε ένα κάποιο μπαρ, στάθηκε μπροστά μου στιγμιαία μια κοπέλα που στον ώμο της είχε τατουάζ ένα τεράστιο σκώρο: acherontia lachesis, που παίρνει το όνομά του από τον Αχέροντα, ποταμό των ψυχών, και τη Λάχεση, τη δεύτερη από τις τρείς μοίρες, που μέτραγε το μήκος της κλωστής που έπλεκε η Κλωθώ, η πρώτη. Το χαρακτηριστικό του σκώρου αυτού είναι το σχήμα μιας νεκροκεφαλής που φέρει στην πλάτη του. Είναι ένα ύπουλο έντομο, που ζει κυρίως τη νύχτα και μιμείται τη μυρωδιά των μελισσών ώστε να καταφέρει να εισχωρήσει στην κυψέλη τους και να κλέψει μέλι, τρυπώντας με την αιχμηρή του γλώσσα τα κέρινα κελιά. Δεν γνωρίζω την κοπέλα και συνεπακόλουθα δε γνωρίζω αν αυτό το memento mori ήταν σκόπιμο, αλλά μου έφερε στο μυαλό τον πίνακα της Ιωάννας και μιαν άλλη ιστορία που θυμάμαι χαρακτηριστικά από τα παιδικά μου χρόνια.

Κάπου μέσα στη δεκαετία του 80 – σε εκείνα τα ουτοπικά χρόνια της επέλασης το σοσιαλισμού – ο Ψαραντώνης έπαιζε σε ένα γλέντι στο χωριό Μελέσσες του νομού Ηρακλείου, στην Κρήτη. Το γλέντι γινόταν στο γυμνάσιο του χωριού, ένα διώροφο πι από τσιμεντένια κουτιά, το οποίο ερχόταν σε αντίθεση με τα χαμηλά σπίτια και τα γύρω αμπέλια και τους ελαιώνες του χωριού. Μου είχαν πει τότε ότι το γυμνάσιο ήταν κατασκεύασμα των εν Αμερική Κρητών. Το είχε επισκεφτεί μάλιστα και κάποιος Κένεντυ, συμφωνα με την προφορική παράδοση του τόπου. Το γυμνάσιο διέθετε μπασκέτες πολύ πριν την τρέλα που κατέλαβε όλα τα μειράκια με το μπάσκετ μετά το ’87, πολύ πριν δηλαδή οι άκομψοι βραχίονές τους χρησιμεύσουν σαν στηρίγματα για τον ορρό που μετάγγισε το αμερικάνικο όνειρο στο ελληνικό.

Ο Ψαραντώνης, θυμάμαι, όταν είχε προχωρήσει αρκετά το γλέντι, είπε στο μικρόφωνο: και τώρα θα σας παίξω ένα ζεϊμπέκιο απού έμαθα. Και έπαιξε στη λύρα το νύχτωσε χωρίς φεγγάρι. Στην πίστα, άδεια ίσως, μα δε θυμάμαι και καλά, καθότι το βλέμμα μου είχε μαγνητιστεί από την παρουσία του, εχόρευε ένα μάγκας του χωριού: άσπρο πουκάμισο με ψιλή ρίγα, ζωσμένο μέσα στο παντελόνι με πιέτες, σκαρπίνι παπούτσι, μαλλί χτενισμένο πίσω, γκριζαρισμένο, μουστάκι βαρύ αρειμάνιο, μάτι που χανόταν μέσα στην άλικη θολούρα από τα φυτοφάρμακα. Κάτω από τα φώτα, στροβιλίζονταν σκεφτικός, ζόρικος, ανακαλύπτοντας ένα ένα τα βήματά του σαν επιφοίτηση. Οι προβολείς του γυμνασίου έκαναν το κιαροσκούρο της νύχτας ακόμη πιο έντονο, τις σκιές πηχτές, τα περιγράμματα νωθρά. Ο ιδρώτας του μύριζε δηλητήριο.

Το τραγούδι, από τα πρώτα του Απόστολου Καλδάρα, γραμμένο το 1947, αναφερόταν σε ένα παληκάρι που είχε κλειστεί στη φυλακή, πιθανών ως αντιφρονούντας. Ο Καλδάρας παράλλαξε τους στίχους ελαφρά για να μη φαίνεται πως το τραγούδι αναφέρεται στους διωγμούς των αριστερών. Και ίσως και ο χορευτής να μην εγνώριζε τον τρόπο με τον οποίο συνδέεται το τραγούδι αυτό με τις διώξεις της αριστεράς στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Είχαν όμως προηγηθεί τα ζειμπέκικα του Ανδρέα Παπανδρέου στο περιβόλι του ουρανού στην Πλάκα στις αρχές της δεκαετίας του 80. Ετούτος ο χορός του τότε πρωθυπουργού ήταν ένας θριαμβευτικός χορός ενός άνδρα που γιόρταζε την τελική επικράτηση της κεντρώας αριστεράς, τον ιστορικό συμβιβασμό, τον προσωπικό αρρενωπό τσαμπουκά στη βάση της μικροαστικής συνθήκης – θεμέλιο της πασοκικής κατάστασης. Ήταν όμως και ένα σχόλιο πάνω στο χορό εκείνο των δικτατόρων, στους καλαματιανούς και τα τσάμικα. Ο εκσυγχρονισμός, όπως είπε κάποιος, χόρευε πια ζεϊμπέκικο. Σηματοδοτούσε μιαν άλλη σχέση με την παράδοση, τη σχέση που αναπτύσσονταν στον ατομικό στροβιλισμό και όχι στους υποχρεωτικούς μαιάνδρους της συλλογικής μοίρας, όπου οι χορευτές είναι περιορισμένοι από τις χειραψίες τους να περιστρέφονται στα ίδια και τα ίδια βήματα.

Στον ώμο του χορευτή, καθώς ξετυλίγονταν μέσα στους στίχους και τα βήματα του ζεϊμπέκικου χορού οι αντιφάσεις της μεταπολίτευσης, εκείνη τη ζεστή καλοκαιρινή βραδιά, καθόταν ζαλισμένος ένας τζίτζικας. Ήταν σαν ο χορευτής αυτός να κουβαλούσε στην πλάτη του το έντομο αυτό, που γαντζωμένο ακίνητο ακριβώς κάτω από τη ραφή του πουκαμίσου, αρνούνταν να φύγει, παρά τις στροφές, τις πτήσεις και τα ακροβατικά του χορευτή. Ο ίδιος, σκύβοντας το βλέμμα στο έδαφος, ήταν σα να αποδεχόταν το βάρος αυτού του νωθρού κουφαριού, σα να δεχόταν στωικά την ύπαρξη αυτής της παράδοσης, τις οποίας τις προεκτάσεις δεν γνωρίζουμε, αλλά ωστόσο επικάθεται στον ώμο μας και μας τρομοκρατεί. Μετέφερε το άδειο κουφάρι ενός ιστορικού συμβιβασμού χωρίς λέξεις, μια και το νόημά του γράφτηκε στα σώματα, στις κινήσεις, τις εκφράσεις. Και ενώ αρχικά εμείς, τα παιδιά στο σχολείο, γελάσαμε με την ψυχή μας με το πάθημα αυτού του μάγκα, που εξευτελίστηκε στα μάτια μας από το άκακο εκείνο έντομο, καθώς περνούσε η ώρα πάψαμε να βλέπουμε τους δυο οργανισμούς σαν ξέχωρους. Και τώρα πια στην πίστα χόρευε ένας χορευτής-έντομο, μια νέα δυαδική οντότητα που περιέγραφε τη μοίρα μας με τρόπο στυγνό.

Η μοίρα μας ήταν μια συμβιωτική σχέση με την παράδοση, στην οποία εκείνη απονεκρώνεται και αποστεώνεται, τρεφόμενη από τους χυμούς του νεαρού μας σώματος, και γιγαντώνεται, νεκρή, πέρα από τις φυσικές της αναλογίες, βαραίνοντας τις πλάτες μας με την ακινησία της και την σκονισμένη της απάθεια. Σαν εκείνες τις ξερές από το χρόνο σημαίες που ξεδίπλωναν οι γιαγιάδες μας κάθε 28η, όπως κάτι κεντήματα που έβγαιναν από τη ναφθαλίνη άπαξ, για να στολίσουν το σπίτι στη σημαντική επίσκεψη, και μετά ξανάμπαιναν στον πάτο του συρταριού. Σαν την ηθική της υποχρέωσης που έκανε απαραίτητα τέτοια γεγονότα νεκρανάστασης. Σαν τη σκόνη από κιμωλία που γέμιζε παράνομα φροντιστήρια σε πλυσταριά και ταράτσες. Και μύριζε θάνατο.

 

Αν οι τελευταίες εξελίξεις, μια νέα γενιά, ένας νέος κώδικας, έδειξαν την παροδικότητα του αισθητικού κομματιού της συμβίωσης αυτής, ωστόσο δεν την ακύρωσαν ποτέ. Αν μια νέα γενιά απεμπόλησε και γελοιοποίησε τις πολιτισμικές καταβολές των προηγουμένων, αν χασκογέλασε με τα πενιχρά τους επιτεύγματα και την κομπορρημοσύνη τους, ωστόσο δεν κατάφερε ποτέ να ξεφορτωθεί το κουφάρι αυτό από τις πλάτες της. Εκείνο παραμένει εκεί, όπως πάντοτε παραμένει το νευρωτικό υπόλειμμα εκείνο ανάμεσα στην επιθυμία και την πραγματικότητα, την ατομική δράση και το συλλογικό πεπρωμένο. Αυτός είναι το περίσσευμα, το δόλιο εκείνο περίσσευμα, που επεκτείνεται πέραν του πραγματικού, πέραν του επιθυμητού, πέραν του αναγνωρίσιμου. Ο βίος ολόκληρος, η τέχνη στο σύνολό της, δεν είναι παρά μεθοδεύσεις για τη διαχείριση αυτού του περισσεύματος. Ενός περισσεύματος που αρχικά φαντάζει σαν εκτόξευση της επιθυμίας, όλα εκείνα τα ουτοπικά όνειρα μιας γενιάς, όπως αυτά εγγράφονται σε ένα φαντασιακό εμείς. Και όλοι εκείνοι και εκείνες που με τα χέρια σηκωμένα χαιρετάνε το φάντασμα αυτό σαν το λυτρωτή τους από τη βάσανο της περατότητας, δε γνωρίζουν πως η αθανασία κοστίζει ένα ακόμα πιο φριχτό τίμημα, την απ-άνθρωπη διάσταση του σμήνους. Θνησιγενές περίβλημα των ανθρώπινων ονείρων, το μεταφέρουμε στους ώμους σαν κουφάρι γιατί αρνούμαστε να δεχτούμε πως κάποτε το πιστέψαμε με πάθος, χωρίς ντροπή, χωρίς ειρωνεία, χωρίς υστεροβουλία. Και κείνο δεν οδηγούσε πουθενά, σε καμία λύτρωση, παρά υπήρχε μονάχα με τον τρόπο ενός εντόμου, υπάρχοντας για να υπάρχει.

Το έντομο, λοιπόν, κέντρο του πολιτισμού μας, που όπως κάθε πολιτισμός δεν είναι μονάχα ένα σύστημα διαχείρισης της ζωής, μα και μια παραμυθία ενάντια στο θάνατο. Μας υπενθυμίζει πως παρά τη φροντίδα του εαυτού που υπαγορεύει η σύγχρονη υποκειμενικότητα, τα ανθρώπινα έργα είναι εξίσου ασήμαντα με τα έργα μιας πέτρας. Μπροστά στον ολοκληρωτικό θάνατο του υποκειμένου, η επιβίωση του σμήνους, του είδους ολόκληρου, φαντάζει σαν μια γραμμή φυγής από ένα φρικτό ατομικό πεπρωμένο σε μια εξίσου φρικτή συλλογική μοίρα. Μας θυμίζει όμως και πως ο φόβος αυτός είναι η μονάδα ισχύος τόσο των απολυταρχικών όσο και των ουτοπικών καθεστώτων, η αρχή κάθε νεκροπολιτικής. Όπως η ύπαρξη που πετιέται έξαφνα στα πλακάκια του μπάνιου κάποιο καλοκαιρινό βράδυ και κάνει τη ραχοκοκαλιά μας να φρικιάζει, έτσι και το έντομο, πέρα από σύμβολο του απόλυτου ελέγχου που ασκεί η λογική του θύματος πάνω στην ζωή μας, αποτελεί και μια εισβολή του πραγματικού που δείχνει πως η οργάνωση των επιθυμιών μας δεν περνά μονάχα μέσα από το συλλογικό είναι, αλλά και μέσα από τυχαία βίαια γεγονότα, μικρές επιφάνειες, στενά περάσματα, γωνίες και κατώφλια. Δεν γνωρίζουμε τι μπορεί να κάνει ένα σώμα. Δεν γνωρίζουμε, στ’ αλήθεια, τι μπορεί να κάνει ένα έντομο.

Συμεών Βάταλος, χειμώνας του 2012.

με θερμές ευχαριστίες στην Ιωάννα Σπανάκη για την άδειά της να χρησιμοποιήσω τα έργα της

τι έμαθα φέτος

Posted in Uncategorized on December 31, 2011 by simeonvatalos

_έμαθα να περιμένω χωρίς να περιμένω για κάτι_

_έμαθα πως είναι άλλο να μιλάς για την κρίση και άλλο να την ψηλαφείς πάνω σ’ ένα σώμα_

_και τέλος πως το αίσθημα της ευτυχίας είναι αληθινό μόνο όταν είναι συλλογικό_

 

σε όλους όσους έφυγαν λοιπόν, και σε όλους όσους έμειναν,

καλή χρονιά συντρόφια!

 

in the event of a sudden loss

Posted in Uncategorized on December 4, 2011 by simeonvatalos

θύμος αδένας

Posted in αφιονισμοί, δικά on November 28, 2011 by simeonvatalos

υπάρχουν άνθρωποι

που το στόμα τους γεμίζει βότσαλα

από τη βαριά θάλασσα

του στήθους τους

 

που τα δάχτυλά τους δε φτάνουν

να πλύνουν τα κατακάθια στο ποτήρι

και κόβουν την παλάμη τους προσπαθώντας

 

υπάρχουν και κείνοι

που επιμένουν να κοιμούνται ανάσκελα

αδιαφορώντας για τη λαβή του μαχαιριού που εξέχει δίπλα στη ραχοκοκαλιά τους

 

τέλος,

 

υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξεχωρίζουν

τι είναι έρωτας

και τι είναι φόβος

και τα στοιβάζουν όπως-όπως σε χαρτονένια κουτιά

 

που γράφουν απ’ έξω: “διάφορα”

 

 

Κάθε πρωί

Posted in ξένα on November 24, 2011 by simeonvatalos

οριζοντιότητα

Posted in Uncategorized on November 7, 2011 by simeonvatalos

Αύριο βράδυ στην ασοεε

κάποιες κουβέντες για τα προχτεσινά

Posted in αφιονισμοί, δικά on October 22, 2011 by simeonvatalos

- Το ΚΚΕ δεν περιφρουρούσε την συγκέντρωση, αλλά τη βουλή. Αν περιφρουρούσε τη συγκέντρωση, προφανώς θα είχε τα νώτα στραμμένα στη συγκέντρωση και όχι στα ΜΑΤ που χάζευαν από πίσω τους. Πράγμα που μας οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι το σημαντικό για το ΚΚΕ είναι η υπεράσπιση του κοινοβουλευτισμού και όχι η κομμουνιστική επανάσταση, όπως θα αντιλαμβανόταν κανείς από τον τίτλο του. Με λίγα λόγια το ΚΚΕ λοιπόν είναι δύναμη της αστικής αντεπανάστασης, για να το πούμε με τους δικούς του όρους. Είναι χαρακτηριστικό πως συντρόφισα που ρώτησε κνίτη τι περιφρουρεί, πήρε την απάντηση πως περιφρουρεί τη συγκέντρωση που βρίσκεται πίσω του (του ΠΑΜΕ) από τους παρακρατικούς που βρίσκονται μπροστά του (όλο τον υπόλοιπο κόσμο που βρισκόταν στην πλατεία Συντάγματος). Νομίζω πιό σαφής δε θα μπορούσα να γίνω.

- Όπως είπε κνίτης σε σύντροφο όταν τον ρώτησε, στην ΚΝΕ είχαν πει πως όταν περιφρουρήσουν την συγκέντρωση, μπορεί να τους δοθεί σήμα από την καθοδήγα να μπουκάρουν. Στη βουλή. Τα συμπεράσματα δικά σας.

- Οι δυνάμεις του ΚΚΕ είχαν παραταχθεί σε μικρή απόσταση από τα ΜΑΤ, εξοπλισμένες με παλούκια και κράνη μηχανής. Με τις πενιχρές μου γνώσεις από τον ποινικό κώδικα, αυτό συνιστά παράνομη οπλοφορία, η οποία στη συνέχεια έγινε οπλοχρησία, με σκοπό μάλιστα την σωματική βλάβη και ίσως και απόπειρα ανθρωποκτονίας. Υπάρχουν μάλιστα και φωτογραφίες ανώτερων στελεχών του κόμματος να χτυπάνε με στυλιάρι. Εάν λοιπόν το ΚΚΕ σέβεται τη νομιμότητα, εφόσον είναι κοινοβουλευτικό κόμμα, θα πρέπει να δώσει τα ονόματα των μελών του που οπλοφορούσαν στις αρμόδιες αρχές για να ξεκινήσει η νόμιμη διαδικασία. Η ΕΛΑΣ επίσης πρέπει να εξηγήσει δημόσια γιατί άφησε τόσο κόσμο να οπλοφορεί σε τόσο μικρή απόσταση από τις ισχυρότατες δυνάμεις της χωρίς να προχωρήσει σε συλλήψεις, όταν μάλιστα την ίδια στιγμή δικάζει αγωνιστές με τις ίδιες κατηγορίες, τις οποίες κατασκευάζει ελλείψει στοιχείων.

- Το ΚΚΕ είναι κείνο που σε κάθε ευκαιρία διαρρηγνύει τα ιμάτιά του για κουκουλοφόρους και τα σχετικά. Όμως κατέβασε μέρος των δυνάμεών του στο δρόμο με καλυμμένο το πρόσωπο (με κράνος), και οπλισμένο με στυλιάρια. Απορώ λοιπόν όταν γράφεται όταν κουκουλοφόροι επιτέθηκαν σε διαδηλωτές, πώς ακριβώς διακρίνονται οι μεν από τους δε. Πιθανόν τα κριτήρια να είναι αισθητικά. Π.χ. το σημαιάκι στο παλούκι του διαδηλωτή να είναι κόκκινο, ή το πολύ άσπρο με μπλέ και κόκκινο λογότυπο, ενώ το σημαιάκι στο παλούκι του κουκουλοφόρου είναι μαύρο ή μαυροκόκκινο. Πιθανόν να είναι θέμα φύσης των όπλων – π.χ. Η πέτρα μπορεί να έχει και “παράπλευρες απώλειες” ενώ το παλούκι συνήθως βρίσκει το στόχο του.

- Θυμάμαι στο πανεπιστήμιο οτι η ΚΝΕ κατηγορούσε την ΔΑΠ και την ΟΝΝΕΔ για τραμπουκισμό. Προφανώς το ρόπαλο του οννεδίτη έχει άλλη ιδεολογική υφή από εκείνο του κνίτη, αλλά αυτά μπορεί να μας τα εξηγήσει μόνο ο προπαγανδιστικός μηχανισμός του κόμματος. Όπως και το πως γίνεται ένα αστικό κόμμα να λέγεται κομμουνιστικό. Όπως και το γιατί το ΚΚΕ πουλάει συστηματικά αγώνες και κινήματα. Όπως και το γιατί προπηλακίστηκαν ανάμεσα σε άλλους από τις ομάδες κρούσης του και κόσμος από το “δεν πληρώνω”, μέλη του μέντικαλ τημ, άοπλος κόσμος και γενικά όποιος δεν είχε κάρτα μέλους του ΚΚΕ.

- Τέλος, η απορία μου συνίσταται στο εξής: ωραία, τους κουκουλοφόρους δεν τους ξέρουμε, δεν μπορούμε να τους κουμαντάρουμε, είναι διάχυτο πλήθος, μπορεί να είναι ασφαλίτες, μπορεί να είναι εξωγήινοι, νεφελίμ, μπορεί να είναι ο Πάγκαλος. Εδώ όμως έχουμε περιστατικά βίας από οργανωμένο κόμμα με γραφεία και διεύθυνση. Αν δεν πάει ο εισαγγελέας αύριο, έχουμε όλες τις αποδείξεις που μας επιτρέπουν να υποθέσουμε πως υπάρχει συμφωνία μεταξύ αστυνομίας και ΚΚΕ για την καταστολή ενός κινήματος που μάλλον έχει φοβίσει πάρα πολύ τα αστικά κόμματα για να κατεβάσουν στο δρόμο την πέμπτη τους φάλαγγα, δηλαδή το ΚΚΕ.

- Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις: στα μάτια της περιφρούρησης, πίσω από τα κράνη και τα παλούκια και την τσάμπα μαγκιά που χτυπούσε άοπλες γυναίκες και έσπρωχνε ανθρώπους να πέσουν από ύψος, υπάρχει ένα πράγμα: φόβος. Το ΚΚΕ έχασε προχτές στο δρόμο (ένας νεκρός και δεκάδες τραυματίες τα αποτελέσματα της πιο άχρηστης περιφρούρησης που έγινε ποτέ), αλλά έχασε και πολλά περισσότερα, και πρώτα απ’ όλα την ευκαιρία του να το θυμούνται στο μέλλον όχι σαν ένα δυσκοίλιο γραφικό κομματίδιο, μα σαν μια δύναμη του απελευθερωτικού κινήματος.

Κάποια ερωτήματα για την πολιτική και τη βία

Posted in άρθρα, ξένα on October 18, 2011 by simeonvatalos

Ιδού μια μετάφραση από ένα μικρό κείμενο του Etienne Balibar που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση assemblage (Νο. 20) το 1993. Επειδή ζούμε σε έναν μυστήρια φετιχιστικό κόσμο, είναι δυνατόν για ένα διανοούμενο όπως τον Balibar να γράφει σε μια επιθεώρηση που κοστίζει 60 ντάλαρς το τεύχος, απευθυνόμενος ένας θεός ξέρει σε ποιόν, γράφοντας για την εναντιωτική βία που, όπως ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά, μπορεί να εφευρεθεί μόνο από τα κινήματα, ή μάλλον μέσα σε αυτά. Αν ίσως ο κόσμος αυτός μας επιφυλάσσει ακόμα κάποιες εκπλήξεις, είναι δυνατόν στο εγγύς μέλλον να βρεθούμε σε μια τέτοια θέση, πέρα από συμφραζόμενα που θα μας επιτρέπουν να συζητάμε τη βία με ηθικά απόλυτους όρους. Μόνο που εκείνες οι νέες καταστάσεις θα διατρέχονται σίγουρα από δυνάμεις απεδαφικοποιητικές και θα μας υποχρεώνουν να υπάρχουμε μονάχα σαν νομαδικές μηχανές. Επειδή ζούμε σε ένα μυστήρια φετιχιστικό κόσμο, μας επιτρεπόταν ως τώρα να φανταζόμαστε τις μικρές μας ορδές σαν τέτοιες μηχανές. Υποψιάζομαι όμως οτι η γενικευμένη κατάσταση εξαίρεσης που έχουμε προστά μας θα καταρρίψει τέτοιες φαντασιωτικές θεσμίσεις και θα μας φέρει πίσω στο βασίλειο της ανάγκης: μιας κατάστασης, δηλαδή, στην οποία η μόνη θεσμίζουσα συνιστώσα ενός κοινού που μας απομένει, είναι η εναντιωτική αυτή βία. Αλλά περισσότερα για τη στιγμή αυτή μετά την παρέλευσή της.

“Ο Ντεριντά κάποτε έγραψε πως “η μη-βία είναι κατά κάποιο τρόπο η χειρότερη μορφή βίας”. Δεν είπε πως είναι ισοδύναμες, είπε “κατά κάποιο τρόπο”, που σημαίνει επίσης: σε κάποιες καταστάσεις. Αλλά τότε, μπορεί να αποβεί χειρότερη και πιο βίαιη από την ανοιχτή ή τη βάναυση βία την ίδια. Συμφωνώ με την ιδέα αυτή, η οποία δε μου φαίνεται να μας επιστρέφει σε μια πεσιμιστική άποψη περί ανθρώπινης φύσης, αλλά μας προειδοποιεί ενάντια στην ψευδαίσθηση πως υπάρχουν απόλυτες διέξοδοι από τη συνθήκη της βίας, ή απόλυτοι τρόποι να την ελέγξουμε. Το ερώτημα γίνεται, λοιπόν: πως μπορεί κανείς να τα βγάλει πέρα με τη βία στις διάφορες μορφές της, πως να επιλέξει ανάμεσα σε αυτές και να τις αντιμετωπίσει.

Θέλω να αντιμετωπίσω το ερώτημα αυτό με τις εμπειρίες και τους λόγους της πολιτικής. Φαίνεται πως η βία, όποια μορφή και να έχει, “ιδιωτική” ή “δημόσια”, “οικογενειακή” ή “παγκόσμια”, έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό που να αποσταθεροποιεί αυτή καθαυτή την ιδέα της πολιτικής, εφόσον η ιδέα αυτή πάντοτε σχετιζόταν με ένα ξεπέρασμα (Aufhebung) της βίας. Έτσι είπε ο Χόμπς και ο Καντ: “πρέπει να βρούμε μια οδό διαφυγής από αυτή” (είτε αυτή η οδός λέγεται Εξουσία, Νόμος, ή Πολιτισμός). Φαίνεται πως το διφορούμενο της βίας (όχι μοναχά η δυσκολία να αναγνωρίζουμε θύματα και καταπιεστές, αλλά η δυσκολία να διαχωρίσουμε τις θετικές και τις αρνητικές πλευρές της βίας) έχει φτάσει ένα τέτοιο βαθμό που οι παραδοσιακές αρνήσεις της βίας (αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε στρατηγική της μη-βίας και στρατηγική της αντι-βίας) έχουν χάσει τις αναφορές που χρειάζονται για να είναι πολιτικές στρατηγικές με κάποιο νόημα (κάποιοι θα λέγαν: “ορθολογικό” νόημα).

Αλλά ήταν άραγε ποτέ ασφαλείς οι στρατηγικές αυτές; Η καθεμιά τους θα μπορούσε να παρουσιαστεί σαν απόλυτη μόνο αποδεικνύοντας πόσο αναποτελεσματική ή/και άδικη ήταν η άλλη. Αυτή η τυπική “αντινομία της πολιτικής” παρουσιαζόταν τόσο στις πολιτικές του κράτους όσο και στις πολιτικές της επανάστασης. Και στις δυο περιπτώσεις κορυφώθηκε ακριβώς στον ορισμό και τη χρήση μιας “αντινομικής” έννοιας της πολιτικής. Έτσι, ο Λεβιάθαν παρουσιαζόταν ως η συγκέντρωση βίας σε ένα σημείο, έξω από την “κοινωνία” και πάνω από αυτή, το οποίο επωμιζόταν όλο το κακό της κοινωνίας ώστε να απελευθερώσει την κοινωνική ζωή από αυτήν. Με τον ίδιο τρόπο ο επαναστατικός ξεσηκωμός εμφανιζόταν στη φαντασία ως η τελευταία βία, εκείνη που με τη ριζικότητά της καταστρέφει για πάντα τις προϋποθέσεις κάθε βίας.

Οι δομιστικές αναλύσεις των προϋποθέσεων της βίας δεν θα μπορούσαν ποτέ να απελευθερωθούν εντελώς και να μας απελευθερώσουν από αυτά τα ιερά μυστήρια, αν και προσέγγισαν ένα πεπερασμένο όραμα των διασυνδέσεων ανάμεσα στη βία και την πολιτική, το οποίο υποθέτει όχι μόνο την αναγνώριση πως υπάρχουν υλικές συνθήκες στις οποίες επαφίεται η παραγωγή της βίας, και κατά συνέπεια η ανάπτυξη των απελευθερωτικών κινημάτων τα οποία πάντοτε εκκινούσαν από την ίδια την εμπειρία της καταπίεσης, αλλά επίσης υποθέτει πως υπάρχει ένα απόθεμα, ή ένα επιπρόσθετο αποτέλεσμα της βίας πάνω σε αυτές τις συνθήκες. Ο Μαρξ έκανε αυτή την δομιστική ανάλυση για τις οικονομικές προϋποθέσεις της ταξικής βίας. Πιο νωρίς, ο Σπινόζα την εφάρμοσε στις ιδεολογικές προϋποθέσεις της συμβολικής βίας (η οποία, παρεμπιπτόντως, είναι το διακύβευμα σε εθνοτικο-θρησκευτικές διαμάχες). Αν και κανείς από τους δυο, μου φαίνεται, δεν κατάφερε πραγματικά να περιγράψει τα “υπερκαθορισμένα αποτελέσματα” της οικονομίας και της ιδεολογίας, τα οποία βρίσκονται στην καρδιά του απρόβλεπτου της της βίας και του φαινομενικού παραλογισμού της από μια πολιτική σκοπιά, και οι δυο μπορούν να συνεισφέρουν στην ανάδυση μιας υποτιθέμενης τρίτης στρατηγικής (ή τρίτης “άρνησης”), την οποία θα την αποκαλούσα εναντιωτική βία, δηλαδή το σύνολο των στρατηγικών που γίνονται απαραίτητες όταν φαίνεται πως το “πολιτικό κράτος” έχει γίνει πιο βίαιο από κάθε “φυσική κατάσταση”.

Αυτό φαίνεται να είναι επιπρόσθετα απαραίτητο να το σκεφτούμε σε μια εποχή που η βία των θεσμών, η προληπτική καταστολή, και ο κύκλος των ανθρωπιστικών και στρατιωτικών παρεμβάσεων έχει φτάσει σε ένα πρωτοφανές σημείο.”

guess what?

Posted in Uncategorized on September 2, 2011 by simeonvatalos

The Joys of Paradox

Posted in αφιονισμοί, δικά on July 27, 2011 by simeonvatalos

Η ελλάς, πέρα από το ότι είναι η μόνη χώρα που έχει το ίδιο όνομα (ομώνυμο) με την αστυνομία της (θενκς Α.Α. Νομινή…), είναι και η μόνη χώρα που έχει υπουργό παιδείας η οποία διαβάζει με πάθος τα έργα του Lewis Carroll. Από τις αγαπημένες μου ασχολίες εν μέσω καύσωνος είναι να εντοπίζω τις αμέτρητες αναφορές που η μελετηρή υπουργός εισάγει στις ανακοινώσεις της, επινοώντας ολοένα και νέα παράδοξα, αινίγματα, ρέμπους για να διασκεδάζει εμάς τους λάτρεις του γρίφου, του σταυρολέξου, της λογοτεχνικής αναφοράς. Το τελευταίο χτύπημα ήταν η σημερινή δήλωση: “τα πανεπιστήμια δεν ανήκουν σε κανένα μόνο στον ελληνικό λαό“  (έτσι, ακομμάτιστη η πρόταση). Πέρα από τις εμφανείς αναφορές στη λαϊκή παράδοση του λίμερικ και του παραδόξου (π.χ. την γνωστή επωδό “ένα γύρο απ’ όλα χωρίς κρεμμύδι”) και στην αρχαία ελληνική γραμματεία (π.χ. το παράδοξο του Ζήνωνα όπως το επαναδιατύπωσε ο Σωκράτης στον Πλατωνικό Παρμενίδη – 128 δ,ε), οι αναφορές στην ποπ κουλτούρα είναι μυριάδες. Θα αναφέρω εδώ μια ενδεικτική, το τραγούδι των Monty Python Eric the Half a Bee, γραμμένο το 1972:

Half a bee, philosophically,
Must, ipso facto, half not be.
But half the bee has got to be
Vis a vis, its entity. D’you see?

Μισή μέλισσα, φιλοσοφικά μιλώντας / πρέπει ipso facto να μην υπάρχει κατά το μισό / αλλά, μισή μέλισσα πρέπει να υπάρχει /  vis-a-vis της οντότητάς της, βλέπεις;

Η δήλωση της χαλκέντερου υπουργού έχει τόσες φιλοσοφικές και πολιτισμικές προεκτάσεις που κάνει το κεφάλι μου να γυρίζει: ή λοιπόν ο ελληνικός λαός είναι κανένας, άρα του ανήκουν τα πανεπιστήμια, ή δεν είναι οπότε δεν του ανήκουν (παράδοξο πρώτο). Ή υπάρχει ένας κανένας στον οποίο ανήκουν τα ελληνικά πανεπιστήμια, ή δεν υπάρχει, οπότε δεν ανήκουν σε αυτόν τον κανένα, ο οποίος δεν υπάρχει ούτως ή αλλως, αλλά εν πάσει περιπτώσει δεν αποτελεί μέρος του ελληνικού λαού (παράδοξο δεύτερο).  Στην τελευταία περίπτωση δε, προκύπτει το πρόβλημα του ποιός ανήκει στον ελληνικό λαό. Η λογική απάντηση είναι “όχι ο κανένας”. Αλλά αν κανένας δεν ανήκει στον ελληνικό λαό, τότε ποιός απομένει να τον απαρτίσει;  μάλλον εκείνοι στους οποίους ανήκουν τα ελληνικά πανεπιστήμια (τρίτο παράδοξο). Σε αυτήν την περίπτωση, και εδώ εισέρχεται μια άλλη, συγκαλυμμένη αναφορά στη γαλλική φιλοσοφία και ειδικά στη μετα-εγελιανή στροφή προς το Νίτσε στα χρόνια μετά το δεύτερο παγκόσμιο, μπορούμε με ασφάλεια να υποστηρίξουμε (αν και θα αποτελούσε μια σολιψιστική λύση του παραδόξου) ότι απλούστατα ο ελληνικός λαός δεν υπάρχει. Γνωρίζοντας την αγάπη του υπουργείου για τον Μποντριγιάρ μα και τον μεταδομισμό εν γένει, θα έκλινα προς την τελευταία αυτή λύση, αν και ποιός γνωρίζει τι σκαμπρόζικη φάρσα μας έστησαν πάλι οι γραφειοκράτες του υπουργείου – που είναι γνωστοί ανά τον κόσμο διότι λύνουν το σταυρόλεξο της Guardian την ίδια μέρα που βγαίνει;

Η αλυσίδα αυτή των παραδόξων συνεχίζεται επ’ άπειρον, σε ένα δαιμόνιο συλλογιστικό λαβύρινθο, για τον οποίο μόνο ο άγγλικανός πάστορας και συγγραφέας της Αλίκης θα ήταν ικανός. Τυχερή η χώρα που έχει τέτοια φωτεινά παραδείγματα στο τιμόνι. Κυρία Διαμαντοπούλου, από ένα μεγάλο θαυμαστή του Lewis Carroll προς έναν άλλον: σας ευχαριστώ.

Πάω να ξαναδιαβάσω την Αλίκη… εν αναμονή!

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.