Η φαντασιακή θέσμιση της εξέγερσης – ο χώρος, ο δεκέμβρης, και όλοι οι υπόλοιποι.

Posted in δικά with tags , , , on November 7, 2009 by simeonvatalos

Για όσους μέσα από το “χώρο” έχουν τα μάτια και τα αυτιά τους ανοιχτά σε όλα όσα τους λένε και τους δείχνουν οι καιροί, ο Δεκέμβρης δεν ήταν μια απάντηση, αλλά μια πληθώρα ερωτημάτων. Δεν ήταν, σίγουρα, η στιγμή της ανθοφορίας του χώρου, ούτε ασφαλώς ήταν η επικύρωση όσων τόσα χρόνια λέγαμε. Αντίθετα, ήταν η στιγμή της βαθιάς του κρίσης. Γιατί ακριβώς σε τέτοιες στιγμές ρίσκου και κινδύνου δείχνει τη στόφα του ένας κοινωνικός σχηματισμός. Προσπαθώ σε ο,τι ακολουθεί να συγκεκριμενοποιήσω αυτή την κρίση. Επειδή μιλάω με αφαιρετικό τρόπο, θέλω να προειδοποιήσω από την αρχή ότι φυσικά και υπάρχουν εξαιρέσεις σε αυτά που θα πω, αλλά πιστεύω ότι οι λαμπρές εξαιρέσεις αυτές απλώς αναδεικνύουν σαφέστερα τον κανόνα.

Για μένα, η μεγάλη κρίση του Δεκέμβρη για το χώρο ήταν μια κρίση θέσμισης. Ας γίνω πιο σαφής. Ας πούμε ότι η εβδομάδα που ακολούθησε την έκτη Δεκεμβρίου του 2009 έκλεισε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο μια ιστορία που είχε ανοίξει πολύ καιρό πριν. Έσχατο όριο της φάσης αυτής, θα μπορούσαμε να πούμε, είναι τα γεγονότα γύρω από το νόμο Αρσένη, περίπου μια δεκαετία πριν, και η ριζοσπαστικοποίηση μέσα από τις σχέσεις του δρόμου μιας μεγάλης μάζας νέων. Το διάστημα αυτό σημαδεύτηκε από μια άνθιση των εγχειρημάτων του χώρου, μια προέλαση και μια διεύρυνση ας το πούμε έτσι, τόσο του χώρου καθεαυτού, με απόλυτα αριθμητικούς όρους, αλλά και της γκάμας των ζητημάτων που έθετε ο χώρος και μπορούσε πια να προωθήσει. Η επέκταση αυτή δεν ήταν απρόσκοπτη, με την ανοχή του κράτους όπως κάποιοι διατείνονται. Σίγουρα όμως δεν είχε καμιά σχέση με τον τρόπο που αναπτύχθηκαν τα εγχειρήματα αυτά τη δεκαετία του ενενήντα, μέσα σε ένα καθεστώς απόλυτης καταστολής, με κυρίαρχο σύνθημα την “αλληλεγγύη” και ξεκάθαρα αμυντικό χαρακτήρα.

eattherich

Κυρίαρχο σύνθημα αυτής της δεκαετίας που πέρασε, αν και άρρητο, ήταν το σύνθημα της απόλυτης αυτοθέσμισης. Τα στέκια, οι συλλογικότητες και οι καταλήψεις, προέταξαν ένα τρόπο σκέψης και δράσης ο οποίος είχε στη βάση του την θέσμιση μιας κοινωνικής ομάδας, του “α/α/α χώρου”, απέναντι και ενάντια στην υπόλοιπη κοινωνία. Σε επιφανειακό επίπεδο, αυτό φαίνεται ως ανάπτυξη μιας εναλλακτικής, αντιεμπορευματικής, αντιεξουσιαστικής, γενικώς μιας αντι-κουλτούρας. Σε βαθύτερο όμως επίπεδο, τα πράγματα φαίνονται λιγάκι πιο προβληματικά.

Προβληματικό βέβαια δεν είναι το γεγονός ότι οι χώροι αυτοί θεσμίστηκαν από τα μέσα, ότι δηλαδή μια ομάδα ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά αποφάσισε να δημιουργήσει τους χώρους λειτουργίας και αναπαραγωγής της. Αυτό μάλλον είναι και το κλειδί στην υπόθεση κίνημα. Και από ο,τι βλέπω εγώ τουλάχιστον, η υπόθεση αυτή πάει καλά, ειδικά σε ό,τι αφορά την αναπαραγωγή της. Διότι η συμμετοχή και το κυριότερο το ηλικιακό εύρος της συμμετοχής σε εγχειρήματα του χώρου έχει σαφώς αυξηθεί.

Το ζήτημα είναι ότι η θέσμιση αυτή, ενώ συνέβη μέσα στην κοινωνική ολότητα – ας το πούμε έτσι ελλείψει άλλου όρου – είδε αυτή την κοινωνία ως το ριζικό της “άλλο”. Θεσμίστηκε δηλαδή με βάση την κάθετη απόρριψη, την απόλυτη εχθρότητα προς τα χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας. Δημιουργήθηκε μια θέση του “εμείς” απέναντι στο “εσείς”, το οποίο όμως ήταν ολοκληρωτικά βασισμένο στη σαπίλα και την απάθεια αυτού του “εσείς”. Αδιαφόρησε ο χώρος για οποιεσδήποτε συμμαχίες, για οποιουσδήποτε αγώνες συνέβαιναν έξω από τον ορίζοντα των γεγονότων αυτής της βασικής παραδοχής που αποτέλεσε και την συστατική στιγμή του. Η συγκυρία – το αριθμητικό βάρος του και η αύξηση της συμμετοχής, του κόσμου που στήριζε τέτοια εγχειρήματα – τον βοήθησε να διατηρήσει αυτό το “εμείς” και “εσείς” ως τον ιδρυτικό μύθο του, ως το παραμύθι που έλεγε στον εαυτό του για να συνεχίσει να υπάρχει. Και βέβαια, η ριζική βία που υπάρχει σε αυτό τον αυτοπροσδιορισμό, μεταφράστηκε στο επίπεδο της δράσης: με τη βία στο δρόμο να γίνεται το απόλυτο πολιτικό κατηγόρημα που διαχωρίζει εμάς, τους ριζοσπάστες από τους άλλους, τους ξενέρωτους. Με λίγα λόγια, ο,τι κέρδισε ο χώρος αυτά τα χρόνια, τα κέρδισε με τον τσαμπουκά του.

Η δραστήρια αυτή αυτοθέσμιση φάνηκε και φαίνεται ακόμα να έχει πετύχει το σκοπό της, ο οποίος είναι η επέκταση και διαιώνιση του α/α/α χώρου. Πρέπει όμως να αναρωτηθούμε και με ποιο τρόπο αυτό συμβαίνει, ποια είναι δηλαδή τα ποιοτικά χαρακτηριστικά μιας τέτοιας επέκτασης. Δύο σημεία θέλω να θίξω εδώ: πρώτον, ότι η επέκταση αυτή γίνεται με βάση μια αφηρημένη ταυτότητα του “εξεγερμένου”, όσο πλατιά και αν ορίζεται αυτή, και δεύτερον ότι παρά την απεύθυνσή της, σε τελική ανάλυση, σε μια συγκεκριμένη μερίδα του πληθυσμού, πάντοτε επικαλείται έναν “ανοιχτό” χαρακτήρα.

Σε ο,τι αφορά το πρώτο σημείο, για μένα ο Δεκέμβρης έδειξε τη φτώχεια μιας τέτοιας ταύτισης. Έδειξε ότι το μοντέλο του “εξεγερμένου” δεν ορίζεται τόσο εκ των έσω, όσο σε απόλυτη σύνδεση με την ύπαρξη μιας μεγάλης πλειοψηφίας ανθρώπων, της κοινωνίας δηλαδή, με τους οποίους ο εξεγερμένος διαρρηγνύει τους δεσμούς του σε κάθε δυνατή ευκαιρία. Απουσία αυτής της φαντασιακής μονάδας που λέγεται αλλοτριωμένη κοινωνία, η αυτοεικόνα του εξεγερμένου ως διακριτή ταυτότητα καταρρέει. Τα γεγονότα του Δεκέμβρη έδειξαν ότι ο ορισμός αυτός για ένα πολιτικό μόρφωμα, ενώ σε καιρό ειρήνης μπορεί να εξυπηρετεί κάποιους στόχους – το ποιούς είναι άλλη ιστορία -, σε καιρό γενικευμένης εξέγερσης είναι ένα φληνάφημα. Γιατί αν αυτοί που μέχρι χτες αποκαλούσες συμβιβασμένους ξαφνικά εξεγείρονται, και όταν τη στιγμή που εξεγείρονται εσύ, που έχεις την εξέγερση παντιέρα σου, δεν μπορείς να εκπονήσεις ούτε καν μια υποτυπώδη στρατηγική γενίκευσης αυτής της εξέγερσης, τότε πρέπει ή να ξανακοιτάξεις τις εκτιμήσεις σου για την κοινωνία, ή να ξανακοιτάξεις τον τρόπο με τον οποίο καθορίζεις την πολιτική σου πράξη και στόχευση. Σίγουρα απέναντι βρισκόταν ακόμα ο παλιός εχθρός, η κοινωνία των μικροαστών ρουφιάνων, ή όπως θέλετε πείτε τη. Όμως, στις συνθήκες αυτές, η εννοιολόγηση αυτή δεν μας επέτρεψε να δούμε ποιόν είχαμε δίπλα μας.

Από την άλλη, εκ των υστέρων ίσως φαίνεται πιο καθαρά ότι ενώ η θέσμιση του α/α χώρου γίνεται με βάση ένα ριζικό “άλλο”, ωστόσο η ρητορική του είναι μια ρητορική “ανοίγματος”. Ο αριθμός των αυτοαποκαλούμενων “ανοιχτών” εγχειρημάτων αυξήθηκε κατακόρυφα μετά το Δεκέμβρη. Αν πριν την ημερομηνία αυτή αποτελούσε απλώς μια επίφαση, μετά εξελίχθηκε σε φάρσα. Φάρσα διότι απλώς και μόνο η ταμπέλα ανοιχτός δε σημαίνει και ένα ουσιαστικό άνοιγμα στην κοινωνία. Νομίζω ότι και εδώ η ταυτότητα του “εξεγερμένου” λειτούργησε περιοριστικά, για δυο λόγους: ο πρώτο είναι ότι ενώ στις συνθήκες του Δεκέμβρη πολύς κόσμος άσχετος με το χώρο ήταν θέσει εξεγερμένος (δηλαδή πχ κάποιος που πάει σε ένα κατειλημμένο δημόσιο κτήριο, ή που συμμετέχει σε μια συγκρουσιακή πορεία έστω και ανεχόμενος τις συγκρούσεις), αυτό δε σήμαινε ότι το έκανε αυτό διότι δεχόταν την – υπόρρητη – θεωρία του χώρου περί εξέγερσης. Πολύ περισσότερο, δε σήμαινε οτι τη γνώριζε. Κατά συνέπεια, όταν ήρθε η ώρα της επικοινωνίας ανάμεσα στον χώρο και σε αυτά τα κομμάτια, επήλθε στις περισσότερες περιπτώσεις μια παρεξήγηση, απλούστατα διότι κανένα από τα δυο μέρη δεν αντιλήφθηκε περί τίνος επρόκειτο.

Η παρεξήγηση αυτή κατ’ εμέ ήταν μια αναπαραγωγή αυτών που συμβαίνουν στην καθημερινή απεύθυνση του χώρου αυτού στην “κενωνία”. Πέρα από την επαναστατική-κοινωνιολογική αργκό που χαρακτηρίζει το λόγο μας, υπάρχει και ένα βαθύτερο ζήτημα: Η έλλειψη μιας κοινής γλώσσας πέρα από τη γλώσσα του λαϊκισμού σημαίνει ότι υπάρχει έλλειψη πολιτικής αυτοθέσμισης μιας κοινότητας αγώνα. Αν το κοινό αυτό δεν υπήρχε πριν το Δεκέμβρη, θα μπορούσε άραγε να συνταχθεί κατά τη διάρκειά του και να μη διαλυθεί κατόπιν; Εγώ απαντώ όχι. Ίσως η εκτίμησή μου να είναι απαισιόδοξη, διότι πράγματι μέσα από το Δεκέμβρη ξεπήδησαν εγχειρήματα που αντέχουν ακόμα και δημιουργούν ριζώματα σε δημόσιους χώρους και κοινωνικές ομάδες τα οποία δεν υπήρχαν πριν. Εστιάζω όμως περισσότερο στο γεγονός-Δεκέμβρη, για να αναδείξω τα όριά του, ειδικότερα για το πεδίο που λέγεται ”α/α/α χώρος”.

Η έλλειψη ενός τέτοιου κοινού φυσικά προέκυψε από πολλούς παράγοντες. Όμως η αδυναμία του χώρου να συντηρήσει τέτοια εγχειρήματα και τελικά να πετύχει τη σύνδεση των αγώνων, νομίζω πηγάζει από την ίδια υπόρρητη θεωρία περί εξέγερσης. Αυτό που δεν κατάλαβε δηλαδή ο χώρος εκείνες τις ημέρες είναι οτι το κοινό των εξεγερμένων, αν και ενωνόταν από τις συνθήκες, ωστόσο δεν μπορούσε να θεσμίσει μόνο του την ύπαρξή του. Δεν μπορούσε να πει “εμείς” ως θεσμίζουσα ύπαρξη, δηλαδή ως ύπαρξη που αποφασίζει συλλογικά, άρα έχει και μιας μορφής εξουσία (εξουσία “να” παρά εξουσία “πάνω σε”). Αυτή η ύπαρξη έπρεπε να επινοηθεί και να επινοηθεί με τις αρχές που τόσον καιρό πρεσβεύουμε, δηλαδή την αυτοοργάνωση, την άμεση δημοκρατία, την άρση των διαχωρισμών. Και για να επινοηθεί έπρεπε να γίνει προσπάθεια να εφευρεθούν κοινοί τόποι, ακόμα και αν αυτοί, μέσα στο πλαίσιο των ημερών φάνταζαν “ρεφορμιστικοί” ή πενιχροί. Νομίζω ότι τέτοιες προσπάθειες, όσες έγιναν, ναυάγησαν στον σκόπελο της ιδεολογίας, αριστερής και αναρχικής. Όσον αφορά πιο συγκεκριμένα στο χώρο, ναυάγησαν σε μια θεωρία περί “αυθόρμητης” εξέγερσης που λέει ότι το κοινό των εξεγερμένων θα μετατραπεί ως δια μαγείας στο κοινό της επόμενης μέρας μετά την επανάσταση, και θα αρχίσει να στήνει τα σοβιέτ, τις ομάδες συγγένειας, τις κολλεκτίβες, σαν όλα αυτά να ήταν μέσα στο DNA του και όχι εμπειρίες μιας μακράς ιστορίας πολιτικών αγώνων, πειραμάτων, επιτυχιών και αποτυχιών.

Ιστορικά μιλώντας, για μένα το μήνυμα του Δεκέμβρη για το εξεγερσιακό κομμάτι του χώρου μπορεί να συγκριθεί μόνο με την εμμονή των Ισπανών αναρχικών του 19ου αιώνα με τη γενική απεργία. Τότε, οι Ισπανοί αναρχικοί πίστευαν ότι η γενική απεργία είναι το όπλο που θα ρίξει την κυβέρνηση και θα οδηγήσει στην επανάσταση, διότι αυτό τους έλεγε η θεωρία τους. Δούλευαν λοιπόν μέρα και νύχτα, με όλες τους τις δυνάμεις, για να γίνει μια γενική απεργία, σε όλη την έκταση της Ισπανίας. Όταν τελικά τα κατάφεραν, η απεργία τους ήταν πραγματικά γενική και πραγματικά πετυχημένη, όμως δε συνέβη τίποτα, ούτε έπεσε η κυβέρνηση ούτε καμιά επανάσταση έγινε. Με παρόμοιο τρόπο, η πολύχρονη δουλειά προς προετοιμασία της γενικευμένης εξέγερσης ίσως πέτυχε, αλλά σίγουρα η εξέγερση δεν ήταν αυτό που φανταζόμαστε, δηλαδή το κατώφλι της επανάστασης. Η απάντηση του χώρου όταν πια αυτό έγινε ξεκάθαρο, ήταν τραγική στην αφέλειά της: “να συνεχίσουμε την εξέγερση”. Μα, πως;

Στέκομαι στα σημεία αυτά προς το παρόν και τα καταθέτω εδώ ως σκέψεις κάποιου που είναι μέσα στον α/α/α χώρο εδώ και αρκετά χρόνια. Παραμένουν βέβαια σκέψεις και απορίες, και ομολογώ πως δεν έχω τις λύσεις. Νομίζω όμως οτι ήρθε ο καιρός να ξεπεράσουμε τον υφέρποντα ελιτισμό του χώρου και να αντιληφθούμε και το χώρο ως άλλο ένα κοινωνικό μόρφωμα με σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά, το οποίο μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της κοινωνίας, αλλά οπωσδήποτε όχι μόνο του.

Έτοιμα σας τα δίνουμε!

Posted in ξένα on November 6, 2009 by simeonvatalos

Αν η πολυάσχολη κινηματική ζωή δε σας αφήνει χρόνο ούτε να σκεφτείτε, το πρόβλημα λύθηκε. Με την νέα διαδικτυακή μηχανή παραγωγής θεωρίας, μπορείτε να γράψετε το μανιφέστο σας σε δευτερόλεπτα. Διαλέξτε από μια πληθώρα δυνατών συνδυασμών και ιδού! Ενδείκνυται ΚΑΙ για αναλήψεις ευθυνών (ειδικά για αυτές).

εδώ

Επικαιρο

Posted in δικά, ξένα on October 6, 2009 by simeonvatalos

Ξεφυλίζοντας ένα μικρό βιβλιο που είχα αγοράσει πριν απο πολλά χρόνια, βρήκα τούτο το απόσπασμα που το είχε ο συγγραφέας σαν προμετωπίδα. Επειδή μου φάνηκε επίκαιρο, είπα να το μοιραστώ μαζί σας:

“και όταν η τύχη τα φέρνει έτσι που να μην έχει πίστη σε κανέναν ο λαός, όπως τυχαίνει μερικές φορές, επειδή γελάστηκε με απάτη είτε από τα πράγματα είτε από τους ανθρώπους, τότε όλα καταρρέουν αναγκαστικά”

Μακιαβέλλι, Διατριβές πάνω στην πρώτη Δεκάδα του Τίτου Λίβιου

σπιναλόνγκα

Posted in δικά with tags , on August 13, 2009 by simeonvatalos

Όποιος έρχεται στη Σπιναλόνγκα δυσκολεύεται πολύ να φύγει. Κάποιοι ισχυρίζονται πως στο φαγητό τους ρίχνουν τους καρπούς της λησμονιάς. Όμως εδώ δεν είναι η χώρα των λωτοφάγων, και όσοι τα ισχυρίζονται όλα αυτά ξέρουν την ιστορία μοναχά από δεύτερο χέρι. Η αλήθεια είναι άλλη: στη Σπιναλόνγκα είναι όλο στόματα. Στόματα που τρώνε και στόματα που μιλάνε. Και όλα αυτά γίνονται πολύ, και συχνά. Συχνά τρώνε και συχνά μιλάνε, καμιά φορά τρώνε ενώ μιλάνε και μιλάνε ενώ τρώνε. Τρώνε ενώ μιλάνε και τανάπαλιν δηλαδή. Μόλις φτάσεις στο νησί μας αντιλαμβάνεσαι ότι εδώ το σαγόνι σου θα κουραστεί πολύ.

Έρχομαι από ένα σπίτι στο οποίο το ψυγείο μένει συνεχώς άδειο, τα περιεχόμενά του δεν είναι ποτέ λαχταριστά, η θερμοκρασία του είναι περισσότερο χαμηλή από ό,τι θα έπρεπε. Έπρεπε να βασιστώ στους φίλους μου για σπουδαίες ελιές, ζουμερά κρέατα, σπάνια ψάρια, τρυφερά χόρτα. Τα κελάρια τους ήταν γεμάτα καπνιστά λουκάνικα, πιπεράτα απάκια, λιγδερές κοιλιές και σπληνογάρδουμα, βαρέλια με κόκκινο μαλβαζία, μαντηλάρι και κοτσιφάλι και ρετσίνα ροζέ. Οι κήποι τους φίσκα στα λάπαθα, τα ραδίκια, τους ζοχούς, τα τρίριζα, τα πολύριζα, τις γούλες, τα αγριομάρουλα, τις αβρωνιές, τα άγρια σκόρδα. Τα μποστάνια τους έσφυζαν από τετράπαχες κολοκύθες, γυαλιστερές μελιτζάνες, λιπαρά κολοκυθάκια, τσουχτερά κρομμύδια, κατακόκκινα καρπούζια, μυρωδάτα πεπόνια, αρμυρές ντομάτες. Έφερναν κάτι ελίτσες ψιλές που τις έτρωγες σαν ξηρούς καρπούς, κάτι τυριά ζεστά ακόμα από το τουλούμι, που ήταν να πεθαίνεις, παξιμάδια από φούρνους κρυφούς, που δεν σου έκανε καρδιά να τα μασάς παρά τα έλιωνες με το σάλιο μέχρι να γίνουν πολτός. Και αχιβάδες, πεταλίδες, μύδια και χτένια, ροφούς και σκάρους, βραχόψαρα για κακαβιά, μπαρμπούνια που το κεφάλι τους δεν το τρώει ο κάτης γιατί δεν το αφήνει ο άνθρωπος, χταπόδια καταχτυπημένα που κοβόταν στο στόμα πριν τα δαγκώσεις, τις κοιλιές του αχινού, αλάτι από σχισμές βράχων που δεν είχε μήτε ζώο πατήσει μήτε άνθρωπος. Κυνήγι; Ε! κυνήγι να δουν τα μάτια σου. Μπεκατσίνια και αγριοκούνελα, κάπρους, πιτσουνάκια, αγριοκάτσικο (βραστό με άγρια φτέρη να σου φεύγει το κουκούτσι). Και γλυκά. Ω, η θαλπωρή των σοροπιαστών τους γλυκών, ζεστή και θρεπτική σαν τη ρώγα της μάνας.

η συνέχεια εδώ… και ραντεβού το φθινόπωρο!

Μια στιγμή προτού κλείσουν οι πόρτες

Posted in δικά with tags , , , , , , , , on August 7, 2009 by simeonvatalos

Το ίντερνετ προσφέρει ένα ενδιαφέρον στιγμιότυπο της δράσης του κομμουνισμού, της ζωντανής εργασίας. Έχουμε ένα πεδίο στο οποίο κάποιες υπηρεσίες προσφέρονται από εταιρείες και κρατικούς παροχείς. Για να λειτουργήσει όμως όλο αυτό το σύστημα είναι απαραίτητη όχι μόνο η μισθωτή εργασία όλων αυτών που παρέχουν, αλλά και η ζωντανή εργασία όλων αυτών που χρησιμοποιούν αυτά που παρέχονται. Δηλαδή, το ίντερνετ δεν είναι μόνο το σύστημα (software και hardware), αλλά είναι ταυτόχρονα και η δράση των χρηστών του. Η ανταγωνιστική κίνηση μέσα στο πλαίσο αυτό δράττει αυτά που της προσφέρονται και τα χρησιμοποιεί για δικό της όφελος. Όλο και περισσότεροι χρήστες, για παράδειγμα, μοιράζονται υλικό στο διαδίκτυο, ενάντια στο κοπυράιτ και στη θέληση των εταιρειών. Εδώ υπάρχει ένα λεπτό σημείο: το ανταγωνιστικό κίνημα, εκείνοι δηλαδή μέσα στην ανταγωνιστική κίνηση που αντιλαμβάνονται κάποιες από τις πράξεις τους ως πολιτικές και τις δομούν συλλογικότερα, δεν αρνείται το διαδίκτυο, αλλά το χρησιμοποιεί. Δε λένε δηλαδή: όχι, η νέα κοινωνία που θα προκύψει από τους αγώνες μας δεν θα έχει ανάγκη το διαδίκτυο, άρα το παρακάμπτουμε και πάμε παραπέρα, αλλά λέει: θα χρησιμοποιήσουμε το διαδίκτυο ως μέσο για αυτή τη νέα κοινωνία, η οποία μπορεί και να μη χρειάζεται το διαδίκτυο. Η κίνηση αυτή είναι η κίνηση του κομμουνισμού, της συσσωμάτωσης δηλαδή (ας το πούμε έτσι χοντρά) των ανθρώπων μέσω της πάλης τους, μέσω της ζωντανής τους εργασίας. Όμως εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα. Διότι η συσσωμάτωση αυτή σημαίνει πρόοδο της εταιρικής διάστασης του διαδικτύου. Σημαίνει κέρδη για ιστοσελίδες όπως το twitter, οι παροχείς χώρου για σελίδες όπως το indymedia, για τη Microsoft κλπ. Η εργασία αυτή δηλαδή, η ζωντανή εργασία μιας κοινότητας ανθρώπων που είναι η νέα μορφή του κομμουνισμού, αρθρώνεται αμέσως-αμέσως ως δευτερεύουσα, ως η αφανής δύναμη που κινεί τις «καθεστωτικές» διαδικασίες. Την ίδια στιγμή, οι εταιρείες μπορούν να χαίρονται με την επιτυχία τους, η οποία πλέον στηρίζεται στον κομμουνισμό των χρηστών. Κι όμως, η εργασία των χρηστών, η αφανής αυτή δουλειά, είναι εκείνη η οποία είναι «πρωτεύουσα», δηλαδή εκείνη που στην ουσία παράγει τα όποια αποτελέσματα, που παράγει περιεχόμενο. Βλέπουμε λοιπόν την υποταγή της ζωντανής εργασίας, της δουλειάς του κομμουνισμού, την ίδια τη στιγμή της παραγωγής της. Διότι δεν πρόκειται ακριβώς εδώ για γέννηση ab ovo, αλλά για «άρθρωση» (κάτι που εννοώ με την αυστηρά μαρξιστική έννοια).

old-computerΤο ζήτημα εδώ είναι και πάλι η σύνδεση δυο (ή και παραπάνω) κινήσεων μέσα στην αλυσίδα αυτή της παραγωγής. Διότι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η άρθρωση των πεδίων είναι να διαχωρίζει τις κινήσεις αυτές, να τις παρουσιάζει ως διαφορετικές. Δηλαδή, το ιντερνετ παρουσιάζεται μόνο ως η κοινότητα των χρηστών. Σα να εξαφανίζονται δηλαδή ως δια μαγείας όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που το κάνουν μια πλουτοφόρα επιχείρηση για κάποιους. Η διερώτηση είναι λοιπόν εύλογη: ποια διαφορά υπάρχει μεταξύ της υπεραξίας που εξάγεται από τη μισθωτή εργασία των κομπιουτεράδων της silicon valley και των χρηστών οι οποίοι μετά χαράς καταθέτουν τον ελεύθερό τους χρόνο για να πλουτίζει ο ιδιοκτήτης του facebook και του myspace; Η απάντηση είναι: καμιά. Γιατί, αν ήταν να κάτσουμε να διερωτηθούμε τους λόγους και τα κίνητρα για τα οποία οι άνθρωποι επιλέγουν να τους εκμεταλλεύεται κάποιος άλλος, θα μπλέκαμε σε μια ατέρμονη συζήτηση χωρίς συμπέρασμα. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν μου αρέσει να με εκμεταλλεύονται, αν έχει γούστο να πλουτίζει κάποιος από τη ζωντανή εργασία. Αλλά το γιατί η ζωντανή αυτή εργασία να μην τεθεί στην υπηρεσία του κοινού αντί να ζεύεται στην άμαξα του κεφαλαίου. Ο τρόπος με τον οποίο μας απαγορεύεται να ρωτήσουμε ακριβώς αυτή την ερώτηση είναι η ψευδαίσθηση του κοινού μέσα από τους διαδικτυακούς χώρους. Αυτό δε σημαίνει ότι οι διαδικτυακές κοινότητες δεν είναι κοινότητες. Είναι και παραείναι μάλιστα, και το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει άμεση σύνδεση κλπ δεν έχει βάση. Το θέμα είναι άλλο: κατά πόσον αυτές οι διαδικτυακές κοινότητες είναι πολιτικές, δηλαδή σε ποιο βαθμό μπορούν να διαχειριστούν την καθημερινότητα της παραγωγής, σε ποιο βαθμό μπορούν να αντιληφθούν τη μορφή της δικιάς τους παραγωγής. Προς το παρόν, οι κοινότητες αυτές χρησιμοποιούνται ad hoc, σε επικοινωνιακό επίπεδο, πχ για να καλεστεί μια άμεση πορεία. Δηλαδή, σαν ένα πιο διαδραστικό κινητό τηλέφωνο (στο οποίο μπορείς πιο φτηνά να στείλεις βίντεο, λίνκ σε άλλες σελίδες κλπ). Σε ποιο βαθμό όμως αυτό το επικοινωνιακό μέσο επιτρέπει στους χρήστες του να αντιληφθούν τη μορφή της εργασίας τους; Και, ακόμα περισσότερο, σε ποιο βαθμό τους δείχνει πως οι αγώνες τους για προστασία των δεδομένων τους, για ελεύθερη πληροφορία, για δωρεάν επικοινωνία, συνδέονται με τους αγώνες των εργαζόμενων στους παροχείς των υπηρεσιών του δικτύου;

Οι Άγριες Απεργίες στην Αγγλία

Posted in άρθρα, δικά with tags , , , , on June 21, 2009 by simeonvatalos

Η δυσκολία που αντιμετωπίζω όταν πρέπει να εξηγήσω σε κάποιον τη μορφή της πολιτικής στην Αγγλία είναι τεράστια. Για να καταλάβει κανείς το τι συμβαίνει και το πως αρθρώνονται οι αγώνες στη χώρα αυτή, πρέπει να πάει αρκετά πίσω, τουλάχιστον στο 1984 και τη μεγάλη χαμένη απεργία των ανθρακωρύχων, τη νίκη της Θάτσερ, και την άνοδο ενός μοντέλου λαϊκού καπιταλισμού το οποίο χρησίμευσε ως η αιχμή του δόρατος της αναδιάρθρωσης την οποία βιώνουμε και μεις σήμερα. Στην πραγματικότητα, πολλά από αυτά που θεωρούμε χαρακτηριστικά του νεοφιλελευθερισμού τέθηκαν σε λειτουργία για πρώτη φορά στη Μ Βρετανία, δοκιμάστηκαν και ρυθμίστηκαν ανάλογα για χρήση στον υπόλοιπο κόσμο. Ταυτόχρονα, η μορφή που πήρε η πολιτική, ειδικά μετά τα μέσα της δεκαετίας του 80, βασίστηκε σε ένα σύστημα διασημοτήτων, σε ένα ευρύτατο θέαμα, το οποίο αντικατέστησε σιγά σιγά την πολιτική οργάνωση από τα κάτω και αφέρεσε κάθε περιεχόμενο από τη λέξη πολιτική αντικαθιστώντας τη με την κεφάτη απάθεια. Φυσικά μέσα σε όλα αυτά πρέπει να ειπωθεί και η ιστορία του εργατικού κινήματος μετά το 1970, και ο σφετερισμός της πολιτικής βάσης από το κόμμα των εργατικών. Η άνοδος στην εξουσία του Τόνυ Μπλέρ στην ουσία ολοκλήρωσε αυτό που είχαν αρχίσει οι συντηρητικοί. Η τελευταία πράξη του δράματος παίχτηκε πριν λίγο καιρό, με τα τεράστια σκάνδαλα που ξέσπασαν όταν ανακαλύφθηκε οτι βουλευτές και μέλη της κυβέρνησης είχαν υπεξαιρέσει δημόσιο χρήμα για να ζήσουν μια ζωή πολυτέλειας.

Τους τελευταίους μήνες όμως η Αγγλία ζεί γεγονότα τα οποία δεν είχε δει εδώ και δεκαετίες και λέξεις όπως wildcat strike (άγρια απεργία) ξαναμπαίνουν στο λεξιλόγιο της. Στις αρχές του Ιούνη, και με αφορμή την απόλυση 51 εργατών στο διυλυστήριο Lindsey στο Lincolnshire, το οποίο ανήκει στη Γαλλικών συμφερόντων εταιρεία πετρελαίων Total, συμβασιούχοι εργάτες κατέβηκαν σε άγρια απεργία, δηλαδή χωρίς απόφαση του συνδικάτου. Στις 19 Ιούνη έγινε γνωστό οτι η εταιρεία απέλυσε 647 εργαζόμενους που απεργούσαν ολόκληρη την προηγούμενη εβδομάδα, επιμένοντας οτι δεν πρόκειται να διαπραγματευτεί εφόσον βρίσκεται αντιμέτωπη με παράνομες πράξεις. Χίλιοι διακόσιοι περίπου εργάτες συγκεντρώθηκαν έξω από τις πύλες την ίδια μέρα, κρατώντας πλακάτ που έγραφαν “απολύστε τα αφεντικά και όχι τους εργάτες” αλλά και “βάλτε τους βρετανούς πρώτους για μια φορά, όχι τελευταίους”. Καθώς η κυβέρνηση πρότεινε σύνεση και καλούσε τους απολυμένους να ξανακάνουν αίτηση για πρόσληψη, οι απεργοί έστελναν μηνύματα με το κινητό σε υποστηρικτές σε όλη τη χώρα που έλεγαν: “έρχεται η ώρα, και έρχεται και η σειρά σας. Χρειαζόμαστε την υποστήριξή σας περισσότερο από ποτέ. Αν υποστηρίζετε τα αδέρφια μας σε όλη τη χώρα, σας ευχαριστούμε. Αν όχι, θυμηθήτε οτι την επόμενη φορά μπορεί να είστε στη θέση τους. Πρέπει να το παλέψουμε ΤΩΡΑ”.

η συνέχεια εδώ

Up in Smoke – Ο Πώλ Ματίκ γράφει για την Κρίση

Posted in Uncategorized with tags , , on May 6, 2009 by simeonvatalos

Ο Πωλ Ματίκ έγραψε μια σειρά άρθρων για την τρέχουσα κρίση στην αμερικάνικη Brooklyn Rail. Πρόκειται για αρκετά καλά εισαγωγικά κείμενα, τα οποία εύχομαι να συμβάλλουν σε μια συζήτηση για το τι σημαίνει κρίση και τους τρόπους με τους οποίους πρέπει να οργανωθούμε και να απαντήσουμε. Επειδή δεν έχω καιρό, αυτό που παρουσιάζω είναι μια εκτεταμένη ΠΕΡΙΛΗΨΗ του κειμένου και όχι μια ακριβής μετάφραση. Για οποιαδήποτε παράθεση του κειμένου λοιπόν καλό είναι να ανατρέξετε στο πρωτότυπο ΕΔΩ. Θα ακολουθήσουν εν καιρω και τα υπόλοιπα μέρη.

Ο Alan S. Blinder, πρώην διευθυντής της Federal Reserve Bank, έθεσε το ζήτημα στην πραγματική του βάση όταν είπε ότι τελικά ξεχνάμε ότι η αρχή του κακού ήταν η πτώση των τιμών της κατοικίας. Όλοι, από μικρούς ιδιοκτήτες μέχρι χρηματιστές της Γουόλ Στριτ, φρονούσαν ότι οι τιμές των σπιτιών θα ανέβαιναν αέναα. Όταν όμως άρχισαν να πέφτουν, όλα τα ιδρύματα που είχαν αγοράσει υποθήκες και δανείστηκαν με βάση αυτές, βρέθηκαν ξαφνικά να μη μπορούν να πληρώσουν αλλά ούτε να δανείσουν χρήμα. Προσπάθησαν τότε να βρουν χρήματα πουλώντας κάποια ακίνητα, αλλά αυτό έριξε τις τιμές χαμηλότερα. Οι επενδυτές πανικοβλήθηκαν. Γρήγορα αποδείχθηκε ότι  η οικονομία είναι πράγματι παγκοσμιοποιημένη: η Αμερικάνικη κατάρρευση μεταδόθηκε γρήγορα ανα τον κόσμο, βαθαίνοντας την Γιαπωνέζικη κρίση, κατακρημνίζοντας τη Ρώσικη χρηματαγορά και απειλώντας την Κινέζικη ανάπτυξη και τις Γερμανικές τράπεζες. Το ένα αποτέλεσμα ήταν η πίεση που ανάγκασε την αμερικάνικη κυβέρνηση να σώσει τον ασφαλιστικό κολοσσό AIG (85 δις δολάρια), το άλλο ήταν η άφιξη ξένων τραπεζών στις ΗΠΑ, έτοιμες να πάρουν τα πακέτα της κυβέρνησης.

τα υπόλοιπα εδώ

Είμαστε Όλοι Εργάτες: Μια Ταξική Ανάλυση των Εργατικών Αγώνων στο Πανεπιστήμιο.

Posted in ξένα with tags , , , , , , , on February 2, 2009 by simeonvatalos

Της Amy Pason από το ηλεκτρονικό περιοδικό Ephemera: theory & politics in organization.

Αν και η διοίκηση του πανεπιστημίου έστελνε το φθινόπωρο του 2007 αναρίθμητα μέηλ προσπαθώντας να πείσει ότι «οι εργασίες συνεχίζονται» – business as usual-, καμιά δουλειά δε συνεχιζόταν διότι οι υπάλληλοι, τεχνικοί και υγειονομικοί εργαζόμενοι της Αμερικάνικης Ένωσης Πολιτειακών, Επαρχιακών και Δημοτικών Εργαζομένων (American Federation of State, County, and Municipal Employees – AFSCME) κατέβηκε σε απεργία για το βασικό μισθό στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα. Οι εργαζόμενοι της AFSCME στο πανεπιστήμιο αυτό ελέγχουν την καθημερινή λειτουργία του πανεπιστημίου, από τον προγραμματισμό των αιθουσών, την καταλογογράφηση της βιβλιοθήκης, τη διαχείριση των προϋπολογισμών του τμήματος, τη συντήρηση των εργαστηρίων, μέχρι που «σιγουρεύονται ότι βγαίνει το σωστό δόντι» (AFSCME, 2007b). Ως τότε, στα τρία μου χρόνια στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα, business as usual δε σήμαινε πικετοφορίες μπροστά από τα κτίρια του πανεπιστημίου, ούτε κονκάρδες που έλεγαν «στηρίζουμε τους εργαζόμενους στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα», και σίγουρα δεν σήμαινε μέηλ από τη διεύθυνση που μου υπενθύμιζαν τα καθήκοντά μου (ότι έπρεπε να πάω να διδάξω στο πανεπιστήμιο) καθώς και τους περιορισμούς στην στήριξη που μπορούσα να παρέχω νόμιμα στους απεργούς.

Business as usual δε σήμαινε επίσης ποτέ πριν ότι τόσο οι φοιτητές όσο οι διδάσκοντες και το προσωπικό αρχίσαμε να αισθανόμαστε την ένταση και τη διάκριση ανάμεσα στους κόπους μας. Δεν σήμαινε ότι κατάλαβα πως η θέση μου στο πανεπιστήμιο δεν διέφερε από τους εργαζόμενους στην πικετοφορία, πως ως μεταπτυχιακή φοιτήτρια, πρώτα απ’ όλα θεωρούμουνα εργαζόμενη που παρέχει υπηρεσίες σε προπτυχιακούς. Αυτό το τελευταίο είναι ίσως το μεγαλύτερο μάθημα της αποτυχημένης απεργίας του 2007: είμαστε όλοι εργάτες και η καλύτερη στρατηγική για να δουλέψουμε ενάντια στην επιχειρηματοποίηση των πανεπιστημίων μας είναι να οργανωθούμε κατά μήκος των διαφόρων πόστων μας ως εργάτες.

Η επιχειρηματοποίηση του πανεπιστημίου έγινε δυνατή διότι οι διδάσκοντες και οι φοιτητές εργάστηκαν υπό την ψευδαίσθηση ότι η παραγωγή γνώσης – και ειδικά η διδασκαλία και η έρευνα – είναι με κάποιο τρόπο διαφορετική από άλλες μορφές εργασίας και είναι αποκομμένη από τη μισθωτή εργασία του προσωπικού του πανεπιστημίου. Η αντίληψη που λέει ότι η παραγωγή γνώσης δεν είναι εργασία διαιωνίζεται από μια συμβολική ιεραρχία στην οποία οι διδάσκοντες, οι φοιτητές και το προσωπικό λαμβάνουν διαφορετικές θέσεις προνομίων και στάτους στο οικονομικό σύστημα του πανεπιστημίου. Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι το «προϊόν» της ερευνητικής και διδακτικής δουλειάς του πανεπιστημίου παράγεται μόνο μέσω της συνεργασίας ανάμεσα σε διδάσκοντες, εργαζόμενους και φοιτητές (ειδικά προπτυχιακούς), και ότι όλη μας η εργασία είναι πραγματικός μόχθος. Ακόμα πιο αληθές είναι το γεγονός ότι όλοι μας βιώνουμε την εκμετάλλευση της εργασίας μας, αν και με διαφορετικές μορφές, διότι το κεφάλαιο δεν κάνει διακρίσεις.

Η επίμονη πίστη ότι οι θέσεις μας είναι διαφορετικές εμπόδισε την οργάνωση στα πανεπιστήμια κατά μήκος των τάξεων, ένας μηχανισμός που είναι όμοιος με εκείνους που τα εθνικά κράτη χρησιμοποιούν για να δημιουργήσουν διακρίσεις ανάμεσα στις εργαζόμενες, τις μεσαίες και τις ανώτερες τάξεις. Υπό την κυριαρχία της διοίκησης του πανεπιστημίου, η οποία έχει την εξουσία να αναδομεί, να δίνει αυξήσεις, και στην ουσία να ελέγχει τη σχέση του πανεπιστημίου με το κοινό, όλοι εμείς που εργαζόμαστε στο πανεπιστήμιο πρέπει να αναγνωρίζουμε ότι μπορούμε να βρούμε την αλληλεγγύη μέσα από την συνειδητοποίηση ότι η εργασία μας συνδέει. Η απεργία της AFSCME και οι προσπάθειες στήριξής της αποκάλυψαν το βαθμό στον οποίο η διοίκηση μας αντιλαμβάνεται όλους ως εργάτες, και από αυτή την οπτική γωνία πρέπει να δομήσουμε την ανάλυσή μας των μελλοντικών στρατηγικών. Δίνω εδώ μια ταξική ανάλυση ως πρίσμα μέσω του οποίου να κατανοήσουμε και να κινήσουμε τη στήριξη των απεργιών κάθε είδους στα πανεπιστήμιά μας.

η συνέχεια εδώ

Την ιστορία μας ή θα την καθορίσουμε εμείς ή θα καθοριστεί ερήμην μας

Posted in Uncategorized on December 18, 2008 by simeonvatalos

Προσοχη, το παρακάτω λίνκ οδηγεί σε μη-τηλεοπτική, απελευθερωμένη εργατική ζώνη:

http://gseefreezone.blogspot.com/

gsee

Καλωσήρθατε στον 21ο αιώνα

Posted in Uncategorized on December 14, 2008 by simeonvatalos

Δεν θέλω να κάνω μια αποτίμηση των γεγονότων. Στην πραγματικότητα, ακόμα και το να λέω τη λέξη γεγονότα αποτελεί έναν περιορισμό, μια μείωση των διεργασιών που συμβαίνουν ακόμα. Γεγονός σημαίνει κάτι τετελεσμένο. Όμως όλα αυτά που ζήσαμε δεν είναι κάτι που έγινε και πέρασε, ένα γεγονός, είναι η κόψη ενός κύματος που ίσως ξεκίνησε με τους αγώνες των φοιτητών και των εκπαιδευτικών τα τελευταία χρόνια. Το κύμα αυτό μόλις άρχισε να σπάει και εμείς βρισκόμαστε ακριβώς σε αυτή την κόψη, σε αυτό το γύρισμα των καταστάσεων.

Εξέγερση; Σίγουρα. Τα χαρακτηριστικά της είναι αυτά που είναι, είτε το θέλουμε είτε όχι. Στην πραγματικότητα η κίνηση αυτή υπερέβη τόσο τη σκέψη και τη δράση της αριστεράς, όσο και της σκέψη και τη δράση του ‘χώρου’. Ακόμα και οι θεωρητικοί της εξέγερσης οι οποίοι ανήκουν κατά πλειοψηφία στο χώρο, ούτε προέβλεψαν αλλά ούτε και μπόρεσαν να μετατρέψουν τους τακτικούς στόχους σε στρατηγικούς. Η εξέγερση είναι μια μπερδεμένη υπόθεση, σίγουρα. Και δεν μπορούμε να περιμένουμε να έχει ξεκάθαρη σκέψη, λογική συνοχή και αρθρωμένο λόγο. Όλα αυτά θα έρθει κατόπιν η ιστορία να τα ανακαλύψει, αν τα εφεύρει ή να τα συνθέσει από ένα μωσαϊκό ανθρώπων, δράσεων και εκτιμήσεων. Δυο χαρακτηριστικά όμως είναι αυτά που εμένα τουλάχιστον μου μένουν ως κεφαλαιώδη αυτής της εξέγερσης, τα οποία θα μας συνοδεύσουν για πολύ καιρό ακόμα. Το πρώτο είναι η λεγόμενη «τυφλή βία» των σπασιμάτων και το δεύτερο η ταχύτητα με την οποία οργανώθηκε η εξέγερση αυτή.

Εδώ θέλω περισσότερο να σταθώ στις καταστροφές, δε με ενδιαφέρει να τις δικαιολογήσω. Δε με νοιάζει αν είναι σωστές ή λάθος. Η ιστορία δεν είναι σωστή ή λάθος. Οι κρατούντες μπορεί να ζητάν τη δημόσια καταδίκη τους από τους πάντες. Η υποκρισία όμως, που αλλού τους εξυπηρετεί τέλεια, εδώ δεν πιάνει. Όσοι και να δηλώσουν μετάνοια, να πουν «αποταξάμην τας ζημίας» και να φτύσουν τρις, το φαινόμενο αυτό θα επανέρχεται. Οι «σπάστες» των γαλλικών προαστείων ήρθαν και στην Ελλάδα. Όσο και να στοχοποιούν τον αντιεξουσιαστικό «χώρο» και να του ρίχνουν όλη την ευθύνη, ακόμα και οι πιο ανόητοι από αυτούς καταλαβαίνουν πόσο γενικευμένο ήταν το φαινόμενο των «τριών ημερών». Η υποκρισία τους γίνεται στρουθοκαμηλισμός. Η αριστερά από την πλευρά της νοιάζεται να επενδύσει με λέξεις τις πράξεις ενός πλήθους. Ενδιαφέρεται να το προικίσει με λογική, με δομημένο λόγο. Δεν της αρέσουν οι άναρθρες κραυγές, δεν της αρέσει η έλλειψη ορίων. Θέλει μέτρο, πολιτικές κινήσεις, κριτική, σκέψη. Ιδού λοιπόν, τα έχει, αλλά όχι όπως τα περίμενε και τα φαντασιωνόταν.

Ας σταθούμε στις καταστροφές, έχει σημασία. Ας μην τονίσουμε προς το παρόν τα άλλα στοιχεία, τα οποία σίγουρα υπάρχουν, την κάθοδο στο δρόμο ομάδων που δεν είχαν ξανακατέβει ποτέ, τη ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, την ανάδυση θεμάτων που δεν είχαν θιχτεί ποτέ, την κριτική της αστυνομικής βίας, τα αμέτρητα περιστατικά αλληλεγγύης. Ας σκύψουμε λίγο στην υστερία των μμε και των μαγαζατόρων. Δικιά μου σκέψη είναι οτι η βία αυτή, αν ήταν βία, δεν ήταν καθόλου «τυφλή», όπως τη θένε τα μμε αλλά και τη βλέπουν πολλοί μέσα στο κίνημα. Στην πραγματικότητα ήταν μια πολύ ανοιχτομάτα βία, πολύ ξεκάθαρη και στοχευμένη.

Ένα ξεχασμένο σχετικά κομμάτι της θεωρίας του μαρξ ήταν η κριτική του για το φετιχισμό του εμπορεύματος. Βέβαια η επίσημη αριστερά αγαπά να διαβάζει το μαρξ όπως της γουστάρει, αλλά σίγουρα ένα κόμμα που αυτοκαθορίζεται μαρξιστικό-λενινιστικό δεν μπορεί να αγνοεί το ευαγγέλιό του, έ αλέκα; Τέλος πάντων, ας γυρίσουμε στο φετιχισμό. Είπε τότε λοιπόν ο μαρξ ότι το εμπόρευμα έχει τη δυνατότητα να αποκρύπτει τις κοινωνικές σχέσεις που συνετέλεσαν στην παραγωγή του. Στον ύστερο καπιταλισμό το εμπόρευμα έχει αποκτήσει ένα ακόμα χαρακτηριστικό, το οποίο είναι η αυτονομία του. Δεν υποτάσσεται πια, το επιτυχημένο εμπόρευμα στο νόμο της προσφοράς-ζήτησης, πάντως όχι όπως στο παρελθόν. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα κινητά. Κανείς δεν ήξερε ότι τα χρειάζεται πριν κατακλύσουν την αγορά. Τώρα, όλοι αναρωτιούνται πως ζούσαν χωρίς αυτά. Το εμπόρευμα πλέον δημιουργεί το ίδιο, μέσα από τη συνθήκη της διαφήμισης, την ανταλλακτική του αξία, και όχι η αξία χρήσης του. Ταυτόχρονα, ο όψιμος καπιταλισμός (επιτέλους μετα το λιάπη δεν αισθανόμαστε γραφικοί όταν μιλάμε για καπιταλισμό) έκανε άλλο ένα μεγάλο κατόρθωμα: κατάφερε να μετατρέψει σε εμπόρευμα ακόμα και καταστάσεις, συνθήκες, και ανάγκες οι οποίες θεωρούνταν αυτονόητες. Όπως οι μεγάλοι ιδιοκτήτες γης πριν από τη βιομηχανική επανάσταση περιέκλειαν μεγάλες εκτάσεις με φράχτες και απαγόρευαν στους χωρικούς ακόμα και να μαζέψουν χόρτα από αυτές, έτσι και ο καπιταλισμός περικλείει σχεδόν αυτόματα πλέον κάθε ανθρώπινη έκφραση και βάζει εισιτήριο στην πόρτα. Ένα απλό παράδειγμα είναι το νερό. Σκεφτείτε πως είμαστε αναγκασμένοι να πληρώνουμε ένα αγαθό το οποίο είναι απαραίτητο σε μας. Ή οι δημόσιοι χώροι. Σε χώρες όπως η αγγλία, είναι πλέον αδύνατο να σταθείς κάπου στο δρόμο, να καθίσεις κάπου, χωρίς να πληρώσεις για έναν καφέ ή κάτι άλλο, διότι όλοι σχεδόν οι δημόσιοι χώροι, οι πιο προστατευμένοι ας πούμε γιατί εκεί βρέχει και συνεχώς, είναι πλέον εμπορικοί. Μη σας φαίνεται μακριά η αγγλία, έρχεται και από εδώ το κόλπο.

Η κατάλυση της «κανονιστικής» ηθικής που συμβαίνει σε μια εξέγερση σημαίνει ότι καταρρίπτονται εκείνοι οι κανόνες που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά σου υπό κανονικές συνθήκες. Το γεγονός ότι πρώτη από όλες καταλύθηκε η συνθήκη του εμπορεύματος είναι χαρακτηριστικό. Αυτός ή αυτή που έχωνε την πέτρα στη βιτρίνα το έκανε από οργή; Σύμφωνοι. Ας πούμε πως ναι. Γιατί όμως η οργή αυτή δεν περιορίστηκε στους μπάτσους, γιατί αυτή η οργή δεν κατευθύνθηκε μόνο στα κρατικά κτήρια αλλά γύρισε και προς τις φανταχτερές βιτρίνες; Πολλά μαγαζιά «πλιατσικολογήθηκαν» όπως το θέτουν τα μμε (λες και αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια δεν είναι πλιάτσικο από το ίδιο το κράτος, λες και η συνθήκη η ίδια της καθημερινής εργασίας δεν είναι πλιάτσικο από τους εργοδότες μεγάλους και μικρούς, μεγάλους και μικρούς, έ; Να το λέμε). Δεν πλιατσικολογήθηκαν όμως μόνο. Είδαμε μικρούς και μεγάλους, ανεξαρτήτως χρώματος φύλου και ηλικίας, όχι μόνο να παίρνουν, αλλά και να ποδοπατάνε, να καταστρέφουν, να πετάνε, να μοιράζουν, να βουτάνε τα χέρια τους μέσα σε συρτάρια και προθήκες γεμάτες πράμα, γεμάτες εμπόρευμα. Είδα ανθρώπους να παίρνουν πράμα από φτώχεια και ανάγκη, αλλά είδα και άλλους να το βουτάνε μετά χαράς και ας είχαν άλλα τόσα στο σπίτι.

Αυτό, κυρίες και κύριοι, είναι για μένα η έμπρακτη κριτική του εμπορεύματος. Πως αλλιώς μπορείς να απαντήσεις σε ένα κωλοσύστημα το οποίο προσπαθεί να σε πείσει πως όλα είναι δικά σου, κρύβοντας ταυτόχρονα τόσο την εκμετάλλευση που βρίσκεται πίσω από την παραγωγή αυτού του «όλα», όσο και την εκμετάλλευση που βρίσκεται πίσω από την προσπάθειά σου να το αποκτήσεις; Αν κάποιος φταίει για το πλιάτσικο και την καταστροφή που έγινε, αυτός είναι οι διαφημιστικές εταιρείες. Όπως είπε και ένας σύντροφος, εμείς φταίμε που τις πήραμε στα σοβαρά; Όταν βουτάς τα χέρια σου σε τέτοιο πράμα, ελεύθερα, χωρίς τα κάγκελα της σχέσης-εμπόρευμα, τότε μόνο καταλαβαίνεις πόσο ευτελές και ανάξιο λόγου και κόπου είναι αυτό που σου πλάσαραν τόσον καιρό. Τότε, τι; Το κλέβεις, το ποδοπατάς, το πετάς, το φτύνεις. Κάποτε είχε βγει μια μπροσούρα ενάντια στη βία (στα αγγλικά, αν θυμάμαι καλά) με τον τίτλο «δεν μπορείς να σπάσεις μια κοινωνική σχέση», ή κάτι τέτοιο. Αυτό αληθεύει. Το κεφάλαιο δεν είναι ένα πράγμα, είναι μια κοινωνική σχέση. Αλλά από κάπου πρέπει να αρχίσεις, δεν είναι έτσι; Και η αρχή έγινε.

Έτσι βλέπω εγώ μια συγκεκριμένη στιγμή της εξέγερσης αυτής, και ίσως η άποψή μου να είναι και ελέγξιμη. Επειδή ο χρόνος δε μου επιτρέπει να επεκταθώ, θα σταματήσω εδώ. Διάβασα όμως ήδη δυο καλές αναλύσεις εδώ και εδώ, και σας παραπέμπω εκεί ως το επανειδείν.