αφορισμός νέου έτους

Posted in αφιονισμοί, δικά with tags on January 12, 2010 by simeonvatalos

Νά τι είναι λοιπόν η ιστορία:

αυτό που αρχίζει να υπάρχει εκεί όπου χάνεται η ευκαιρία.

Καλή χρονιά ρεμάλια!

καιρός

Posted in δικά with tags , , , , , on December 3, 2009 by simeonvatalos

Ο Φρεντερικ Τζέημσον έθεσε, ορθά, το πρόβλημα: πως μπορούμε να μιλάμε για την αντίσταση τη στιγμή που οι δυο παλιότερες δεξαμενές της υπερβατικότητας (το ασυνείδητο και η φύση) έχουν εμπορευματοποιηθεί πλήρως; Με ποιά βάση, με άλλα λόγια, κρίνεται η ορθότητα των αγώνων; Τα τελευταία χρόνια, η σκέψη του χαλαρού μορφώματος που λέγεται “αριστερά” και είναι κληρονόμος της σκέψης του 19ου αιώνα, έχει αναδιπλωθεί σε μια θέση που θέτει ως υπέρτατο κριτή του κοινωνικού δικαίου την ιστορία.

Βέβαια, τα προβλήματα μιας τέτοιας θεώρησης είναι πολλά, με πρώτο και κύριο το ότι μια τέτοια προσέγγιση αφήνει αναπάντητο το ερώτημα της κυριαρχίας: γιατί, με άλλα λόγια, ενώ “η ιστορία θα μας κρίνει στην τελική ανάλυση”, η ιστορία όπως την ξέρουμε ως τώρα είναι η εξέλιξη στο χρόνο της υπόθεσης της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης; Γιατί οι γυναίκες είναι το “δεύτερο” φύλο; γιατί υπάρχουν λίγοι πλούσιοι και δισεκατομμύρια φτωχοί; γιατί δεν έχει έρθει ακόμα η αταξική κοινωνία;

Η συνήθης απάντηση είναι πως η ιστορία, με την έννοια της καταγεγραμμένης πορείας του ανθρώπου μέσα στο χρόνο, γράφεται από τους κυρίαρχους και τους νικητές. Ενώ η Ιστορία, με την έννοια της εξελικτικής εκδήλωσης του ανθρώπινου πνεύματος, είναι μια μη τελειωμένη διαπάλη, που η έκβασή της δεν έχει κριθεί ακόμα. Σίγουρα όμως, υπόσχεται ο μαρξισμός, κάποια μέρα θα στεφθεί από την νίκη των “καλών” δυνάμεων και την επικράτηση του κομμουνισμού. Αυτή η εν πολλοίς αμυντική θέση σημαίνει μια αναπτέρωση του ενδιαφέροντος για τη μνήμη ανάμεσα στους αριστερούς διανοούμενους, ειδικά μετά τις εξαγγελίες για “το τέλος της ιστορίας” με την πτώση του ανατολικού μπλόκ.

Για την “εναλλακτική” σκέψη της σύγχρονης αριστερής διανόησης, η μνήμη έχει πάρει διαστάσεις ενός άλλου μοντέλου της ιστορίας. Χοντρικά μιλώντας, ως μνήμη θεωρούνται οι σωματοποιημένοι τρόποι με τους οποίους ένα άτομο ή μια ομάδα ανθρώπων καταγράφει και αφηγείται γεγονότα περασμένων χρόνων. Σε αντίθεση με την ιστορία, που εν πολλοίς θεωρείται η παραγωγή κάποιων επαγγελματικών “συσσωματώσεων” (πανεπιστήμιο, λογιοσύνη, κράτος). Η μνήμη κατά τους πολιτικούς αυτούς στοχαστές και ιστορικούς αποκτά έτσι τη φύση μιας “αντίστασης” εκ των πραγμάτων. Δηλαδή, με άλλα λόγια: αν και οι άνθρωποι δεν αντιστέκονται, ωστόσο η μνήμη, αυτονομημένη από τον φορέα της, αποτελεί μέσα τους μια δύναμη που αντιστέκεται, πολλές φορές παρά τη θέλησή τους. Οι νέες αυτές κοινωνικές θεωρίες της μνήμης, ενώ υποτίθεται ότι προτάσσουν τη βιωμένη ανάμνηση ενάντια στην επίσημη ιστορία, στην ουσία αυτό που κάνουν είναι να εγκαθιστούν ένα υπερβατικό “υποκείμενο αγώνα” που δρα αυτόνομα μέσα από κοινότητες ή άτομα τα οποία μπορεί να μην αγωνίζονται καν.

Τι λέει μια τέτοια θεώρηση: δεν έχει σημασία το τι κάνεις σήμερα, ή το τι θα κάνεις αύριο, διότι η βιωμένη εμπειρία σου από ένα τραυματικό παρελθόν από μόνη της σε κάνει μια δύναμη αντίστασης ενάντια στην κοινωνική αδικία. Η ελληνική αριστερά εν πολλοίς βασίστηκε για την πολιτική της συγκρότηση στο υπερβατικό υποκείμενο της μνήμης – είτε του εμφυλίου, είτε της καταστολής πριν και μετά τον πόλεμο. Το έκανε αυτό θεωρώντας, πιστεύω, ότι η ζωντανή ανάμνηση των αγώνων του παρελθόντος είναι ικανή συνθήκη για να ξεκινήσουν και να στηριχτούν νέοι αγώνες στο σήμερα. Το σημείο αυτό είναι λεπτό: άλλο οι αγώνες της μνήμης ενάντια στη λήθη – ενάντια δηλαδή σε ένα μεταπολεμικό κράτος που έχει βασιστεί σε μια συγκεκριμένη εκδοχή της ιστορίας – και άλλο η θέσμιση μιας κοινότητας αγώνα με βάση τις μνήμες αυτές. Το δεύτερο οδηγεί με ασφάλεια στην περιχαράκωση μιας κοινότητας θεματοφυλάκων της “μνήμης”. Η μνήμη αυτή εδώ ορίζεται μεν ως μια “εναλλακτική ιστορία”, ωστόσο αν ποτέ γραφόταν σίγουρα δε θα γραφόταν με όρους ενός πλήθους αφηγημάτων και προσεγγίσεων, αλλά ως σύμπτυξη, εξομάλυνση και διύλισή τους, δηλαδή και πάλι ως κυρίαρχο αφήγημα.

Στην ελληνική περίπτωση, οι μνήμες αυτές αποκτούν μια “αύρα” όπως θα έλεγε ο Μπένγιαμιν, η οποία υποτίθεται πως μεταφέρεται σε αυτούς που τις κοινωνούν. Ως τέτοιες, η αριστερά τις βλέπει ως παραγωγούς “αξίας” με τη μεταφορική έννοια, δηλαδή μιας ιεράρχησης των κοινωνικών αξιών. Στην πραγματικότητα όμως, αυτό που μεταφέρεται είναι ένα υπερβατικό σημείο, που ας πούμε πως λέγεται “οι αγώνες του τότε”. Η μνήμη στην περίπτωση αυτή γίνεται μια διαμεσολάβηση, οι αγώνες πλέον δεν γίνονται για το δια ταύτα, αλλά για το ποιός θα ορίσει το περιεχόμενο αυτής της “ιερής” μνήμης, για το ποιός θα την “κατέχει”. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σημαία του πολυτεχνείου και οι τσακωμοί που πέφτουν κάθε χρόνο για το ποιά πολιτική νεολαία θα την κρατά. Η κενότητα μιας τέτοιας διαπάλης δεν είναι αυταπόδεικτη: στην πραγματικότητα αυτά που διακυβεύονται είναι πολύ περισσότερα από μια άδεια συμβολική κίνηση. Πρόκειται για την ηγεμονία των αγώνων οι οποίοι βασίζονται ακριβώς σε αυτό το πλεόνασμα μνήμης και ιστορίας που βρίσκεται στην καρδιά της συγκρότησης του εθνικού αφηγήματος. Είναι μια άλλη εκδοχή του “πάλι δικά μας θα’ ναι”. Το ότι και ο “χώρος” επιλέγει να συμπλέκεται επετειακά γύρω και μέσα από το πολυτεχνείο, με κύρια δικαιολογία την αναστήλωση αυτής της μνήμης, δείχνει πόσο λίγο ξεφεύγει από τις πολιτικές της μνήμης της ευρύτερης αριστεράς.

Όμως μου φαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια έχουν αλλάξει ποιοτικά κάποιοι παράγοντες του συστήματος παραγωγής και εκμετάλλευσης που αλλάζουν ποιοτικά και το περιεχόμενο και τη διαχείριση της κοινωνικής μνήμης. Το παράδειγμα του Δεκέμβρη θέτει κάποια από αυτά τα προβλήματα: για παράδειγμα, αμέσως από την επομένη της εξέγερσης εμφανίστηκε μια πληθώρα εκδόσεων, φωτογραφικών λευκωμάτων, ερμηνειών, οι οποίες εντάσσονται από τη στιγμή της σύλληψής τους στη λογική του εμπορεύματος. Προχτές ας πούμε βρήκα σε κεντρικό βιβλιοπωλείο ένα πολύχρωμο λεύκωμα (που λεγόταν Δεκέμβρης ή κάτι τέτοιο) από μεγάλο εκδοτικό οίκο, το οποίο περιείχε κείμενα (ανάμεσα σε άλλα και από αυτό το μπλόγκ, χωρίς να αναφέρονται οι πηγές γενικότερα), αφίσες, προκυρήξεις, στένσιλ, φωτογραφίες από εκείνα τα γεγονότα. Το να καταδικάσουμε τέτοια εγχειρήματα συλλήβδην ως “ξεπούλημα” του Δεκέμβρη δεν μας αφήνει να δούμε δυο σημαντικές πτυχές τους: η πρώτη είναι ότι εξυπηρετούν ακριβώς εκείνη την πτυχή της προστασίας και μετάδοσης της μνήμης που συζητήσαμε παραπάνω. Για την κινηματική για παράδειγμα μνήμη στις δεκαετίες 60-70 ξέρουμε ελάχιστα, και αυτό διότι απλούστατα δεν κυκλοφορούν και τόσα βιβλία, μπροσούρες, ή φιλμ. Με άλλα λόγια, το ότι υπάρχουν αυτά τα βιβλία για το Δεκέμβρη, εξασφαλίζει τη συνέχεια της μνήμης του σε ένα βαθμό. Η άλλη πτυχή είναι πως τα περισσότερα από αυτά τα εκδοτικά και άλλα εγχειρήματα επιχειρήθηκαν με βάση την εξέταση της υπόθεσης Δεκέμβρη με βάση ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο “κοινωνικό” σκεπτικό. Δηλαδή οι συντάκτες τους φαντάζονται (ή φαντασιώνονται) ότι υπηρετούν την υπόθεση της κοινωνικής δικαιοσύνης συντηρώντας τη μνήμη των γεγονότων απέναντι σε ένα άδικο κράτος το οποίο θέλει να παρουσιάσει το Δεκέμβρη ως δουλειά μιας μικρής ομάδας φρενοβλαβών.

Επειδή όμως και οι ίδιοι οι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι θυμούνται το παρελθόν είναι και αυτοί ιστορικοί, δηλαδή μεταβάλλονται μέσα στο χρόνο, αυτή η νέα εκδοχή της “ιστορίας από τα κάτω” και η έκφρασή της στην ανάμνηση του Δεκέμβρη πρέπει να τοποθετηθεί στα κοινωνικά πλαίσια τα οποία τη γέννησαν για να γίνει περισσότερο αντιληπτή.

Η τελευταία μετάλλαξη του καπιταλισμού, μια μετάλλαξη που αριθμεί λίγες δεκαετίες ζωής, χαρακτηρίζεται από κάτι πρωτοφανές: δεν είναι πλέον δυνατό να ξεχωριστεί το “κεφάλαιο” ως παραγωγός αγαθών από το άλλοτε λεγόμενο “εποικοδόμημα”, κάτι που οι ανθρωπολόγοι θα έλεγαν κουλτούρα, οι πολιτικοί ιδεολογία και περιλαμβάνει τις ιδέες, τα γούστα, τις επιθυμίες. Χωρίς να σημαίνει ότι το κεφάλαιο έχει απαλλοτριώσει το σύνολο των επιθυμιών, ωστόσο έχει κατορθώσει να ζέψει ένα μεγάλο μέρος τους στην υπηρεσία της παραγωγής και κυκλοφορίας των αγαθών. Αυτό σημαίνει ότι είναι αδύνατο να σκεφτούμε κάποιο παραγόμενο αγαθό χωρίς να σκεφτούμε κάποιο αντίστοιχο τρόπο ζωής. Και το αντίστροφο: τα αγαθά υπάρχουν και προωθούνται μέσα σε ένα ή πολλαπλά πρότυπα ζωής, τα λεγόμενα lifestyle. Μια τέτοια μεταβολή σημαίνει μια ταυτόχρονη μεταβολή της φύσης της εργασίας, γενικότερα μια στροφή προς τον λεγόμενο τριτογενή τομέα των υπηρεσιών και γενικότερα προς τις μεθόδους εξαγωγής υπεραξίας από συναισθήματα, γνώσεις και επιθυμίες. Ή, όπως θα το έθετε ο Νέγκρι, ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής έχει σπάσει τους τοίχους του εργοστασίου και έχει επεκταθεί σε ολόκληρη την “κοινωνία-εργοστάσιο”.

Με άλλα λόγια, η τελευταία εμφάνιση των μεθόδων εξαγωγής υπεραξίας έχει αρχίσει να ανασκάπτει νέες περιοχές ως τώρα ανεκμετάλλευτες. Η μνήμη είναι μια από αυτές τις περιοχές. Όμως επειδή όταν μιλάμε για μνήμη, όπως και για συναισθήματα, μιλάμε για το σημείο συγκρότησης της ίδιας της υποκειμενικότητας, προφανώς δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για απλή εκμετάλλευση ή εμπορευματοποίηση. Αυτό είναι ένα δύσκολο σημείο: δεν αρκεί απλώς να λέμε οτι η νέα συνθήκη της κυριαρχίας είναι η μετατροπή όλων των ανθρώπινων σχέσεων σε κεφάλαιο και άρα εμείς θα προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε άλλες σχέσεις “έξω” από αυτό – κάτι που π.χ. προτείνει το εναλλακτικό κίνημα. Πρέπει επίσης να δούμε οτι μέσα σε αυτή τη νέα συνθήκη της εργασίας, η οποία λέει οτι στοιχεία που συνέθεταν ως τώρα την υποκειμενικότητα και ξέφευγαν από την εργασία πλέον ζεύονται στο άρμα της παραγωγής, δημιουργείται ταυτόχρονα και μια κομμουνιστική υπόθεση που λέει οτι “αυτές οι αλλαγές υπονοούν μάλλον νέες διαδικασίες υποκειμενικής συγκρότησης – όχι στο εξωτερικό, αλλά στο εσωτερικό της κρίσης που βιώνει η οργάνωση της παλιάς υποκειμενικότητας” (Χαρντ και Νέγκρι Η εργασία του Διονύσου, σελ. 18).

Με άλλα λόγια, το διακύβευμα είναι μια επανεφεύρεση της κινηματικής μνήμης, η οποία δεν μπορεί να συμβεί έξω από τις νέες κοινότητες αγώνα που σχηματίζονται μέσα σε αυτήν την κρίση αναπαραγωγής του συστήματος. Αν συμβεί έξω από αυτές τότε δεν έχει παρά δυο εναλλακτικές: είτε να αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα φετιχισμού του εμπορεύματος, είτε να καθηλώνει τη δράση σε γυμνές από ριζοσπαστικά προτάγματα επετείους. Ειδικά με το ζήτημα που άνοιξε ο Δεκέμβρης, αυτό θα επιτευχθεί μόνο αν στο δρόμο συναντηθούν ξανά τα κομμάτια που το έστησαν ως -ακόμα- αγωνιζόμενα υποκείμενα και όχι ως “άτομα που δεν ξεχνούν”. Το στοίχημα είναι ανοικτό και η έκβασή του θα φανεί σύντομα.

Ο ανώμαλος hobo: τάξη, μειονότητες και πολιτική επινόηση στους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου (IWW)

Posted in άρθρα, ξένα with tags , , , , , , , on November 24, 2009 by simeonvatalos

Ένα άρθρο του Nicholas Thoburn στην επιθεώρηση Social Movement Studies τομ.  2, αριθ. 1, 2003 με μια ενδιαφέρουσα ανάλυση των μεθόδων και του σκεπτικού των IWW ή αλλιώς wobblies, στις ΗΠΑ των αρχών του αιώνα.

Shall we still be slaves and work for wages?

It is outrageous—has been for ages. (‘Workingmen, Unite!’, IWW 1989: 64)

Το κίνημα των wobblies δεν ήταν ποτέ παρά ένας ριζοσπαστικός μύκητας στο εργατικό κίνημα. Αυτοί που δεν μπορούσαν να χωρέσουν σε ένα κανονικό, ορθολογικό κίνημα. (Samuel Gompers, πρόεδρος της AFL, στο The Wobblies 1979)

Απευθυνόμενος σε μια συγκέντρωση περίπου 200 συνδικαλιστών, επαναστατών, σοσιαλιστών και αναρχικών από 34 πολιτειακές, περιφερειακές και πανεθνικές οργανώσεις, ο William D. Haywood άνοιξε το ιδρυτικό συνέδριο των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW), στις 27 Ιουνίου του 1905 στο Σικάγο, με τις λέξεις: “Συνάδελφοι εργάτες, αυτό είναι η Πανηπειρωτική Σύνοδος της εργατικής τάξης” (στο Kornbluh 1998: 1). Με σχεδόν μαθηματική απλότητα, το “Προοίμιο” του καταστατικού των IWW, το οποίο ανατυπώνεται σε κάθε δημοσίευσή τους, αναλύει λίγο περισσότερο τα χαρακτηριστικά αυτής της “εργατικής τάξης”:

“Η εργατική τάξη και η τάξη των εργοδοτών δεν έχουν τίποτε κοινό. Δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη εφόσον η πείνα και η ανάγκη μαστίζουν εκατομμύρια εργαζομένων και οι λίγοι που απαρτίζουν την εργοδοτική τάξη έχουν όλα τα αγαθά της ζωής.

Ανάμεσα σε αυτές τις δυο τάξεις, πρέπει να λάβει χώρα μια πάλη έως ότου οι εργάτες του κόσμου οργανωθούν ως τάξη, καταλάβουν τη γη και τα εργαλεία παραγωγής και καταργήσουν το σύστημα των μισθών.

διαβάστε παρακάτω…

Η φαντασιακή θέσμιση της εξέγερσης – ο χώρος, ο δεκέμβρης, και όλοι οι υπόλοιποι.

Posted in δικά with tags , , , on November 7, 2009 by simeonvatalos

Για όσους μέσα από το “χώρο” έχουν τα μάτια και τα αυτιά τους ανοιχτά σε όλα όσα τους λένε και τους δείχνουν οι καιροί, ο Δεκέμβρης δεν ήταν μια απάντηση, αλλά μια πληθώρα ερωτημάτων. Δεν ήταν, σίγουρα, η στιγμή της ανθοφορίας του χώρου, ούτε ασφαλώς ήταν η επικύρωση όσων τόσα χρόνια λέγαμε. Αντίθετα, ήταν η στιγμή της βαθιάς του κρίσης. Γιατί ακριβώς σε τέτοιες στιγμές ρίσκου και κινδύνου δείχνει τη στόφα του ένας κοινωνικός σχηματισμός. Προσπαθώ σε ο,τι ακολουθεί να συγκεκριμενοποιήσω αυτή την κρίση. Επειδή μιλάω με αφαιρετικό τρόπο, θέλω να προειδοποιήσω από την αρχή ότι φυσικά και υπάρχουν εξαιρέσεις σε αυτά που θα πω, αλλά πιστεύω ότι οι λαμπρές εξαιρέσεις αυτές απλώς αναδεικνύουν σαφέστερα τον κανόνα.

Για μένα, η μεγάλη κρίση του Δεκέμβρη για το χώρο ήταν μια κρίση θέσμισης. Ας γίνω πιο σαφής. Ας πούμε ότι η εβδομάδα που ακολούθησε την έκτη Δεκεμβρίου του 2009 έκλεισε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο μια ιστορία που είχε ανοίξει πολύ καιρό πριν. Έσχατο όριο της φάσης αυτής, θα μπορούσαμε να πούμε, είναι τα γεγονότα γύρω από το νόμο Αρσένη, περίπου μια δεκαετία πριν, και η ριζοσπαστικοποίηση μέσα από τις σχέσεις του δρόμου μιας μεγάλης μάζας νέων. Το διάστημα αυτό σημαδεύτηκε από μια άνθιση των εγχειρημάτων του χώρου, μια προέλαση και μια διεύρυνση ας το πούμε έτσι, τόσο του χώρου καθεαυτού, με απόλυτα αριθμητικούς όρους, αλλά και της γκάμας των ζητημάτων που έθετε ο χώρος και μπορούσε πια να προωθήσει. Η επέκταση αυτή δεν ήταν απρόσκοπτη, με την ανοχή του κράτους όπως κάποιοι διατείνονται. Σίγουρα όμως δεν είχε καμιά σχέση με τον τρόπο που αναπτύχθηκαν τα εγχειρήματα αυτά τη δεκαετία του ενενήντα, μέσα σε ένα καθεστώς απόλυτης καταστολής, με κυρίαρχο σύνθημα την “αλληλεγγύη” και ξεκάθαρα αμυντικό χαρακτήρα.

eattherich

Κυρίαρχο σύνθημα αυτής της δεκαετίας που πέρασε, αν και άρρητο, ήταν το σύνθημα της απόλυτης αυτοθέσμισης. Τα στέκια, οι συλλογικότητες και οι καταλήψεις, προέταξαν ένα τρόπο σκέψης και δράσης ο οποίος είχε στη βάση του την θέσμιση μιας κοινωνικής ομάδας, του “α/α/α χώρου”, απέναντι και ενάντια στην υπόλοιπη κοινωνία. Σε επιφανειακό επίπεδο, αυτό φαίνεται ως ανάπτυξη μιας εναλλακτικής, αντιεμπορευματικής, αντιεξουσιαστικής, γενικώς μιας αντι-κουλτούρας. Σε βαθύτερο όμως επίπεδο, τα πράγματα φαίνονται λιγάκι πιο προβληματικά.

Προβληματικό βέβαια δεν είναι το γεγονός ότι οι χώροι αυτοί θεσμίστηκαν από τα μέσα, ότι δηλαδή μια ομάδα ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά αποφάσισε να δημιουργήσει τους χώρους λειτουργίας και αναπαραγωγής της. Αυτό μάλλον είναι και το κλειδί στην υπόθεση κίνημα. Και από ο,τι βλέπω εγώ τουλάχιστον, η υπόθεση αυτή πάει καλά, ειδικά σε ό,τι αφορά την αναπαραγωγή της. Διότι η συμμετοχή και το κυριότερο το ηλικιακό εύρος της συμμετοχής σε εγχειρήματα του χώρου έχει σαφώς αυξηθεί.

Το ζήτημα είναι ότι η θέσμιση αυτή, ενώ συνέβη μέσα στην κοινωνική ολότητα – ας το πούμε έτσι ελλείψει άλλου όρου – είδε αυτή την κοινωνία ως το ριζικό της “άλλο”. Θεσμίστηκε δηλαδή με βάση την κάθετη απόρριψη, την απόλυτη εχθρότητα προς τα χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας. Δημιουργήθηκε μια θέση του “εμείς” απέναντι στο “εσείς”, το οποίο όμως ήταν ολοκληρωτικά βασισμένο στη σαπίλα και την απάθεια αυτού του “εσείς”. Αδιαφόρησε ο χώρος για οποιεσδήποτε συμμαχίες, για οποιουσδήποτε αγώνες συνέβαιναν έξω από τον ορίζοντα των γεγονότων αυτής της βασικής παραδοχής που αποτέλεσε και την συστατική στιγμή του. Η συγκυρία – το αριθμητικό βάρος του και η αύξηση της συμμετοχής, του κόσμου που στήριζε τέτοια εγχειρήματα – τον βοήθησε να διατηρήσει αυτό το “εμείς” και “εσείς” ως τον ιδρυτικό μύθο του, ως το παραμύθι που έλεγε στον εαυτό του για να συνεχίσει να υπάρχει. Και βέβαια, η ριζική βία που υπάρχει σε αυτό τον αυτοπροσδιορισμό, μεταφράστηκε στο επίπεδο της δράσης: με τη βία στο δρόμο να γίνεται το απόλυτο πολιτικό κατηγόρημα που διαχωρίζει εμάς, τους ριζοσπάστες από τους άλλους, τους ξενέρωτους. Με λίγα λόγια, ο,τι κέρδισε ο χώρος αυτά τα χρόνια, τα κέρδισε με τον τσαμπουκά του.

Η δραστήρια αυτή αυτοθέσμιση φάνηκε και φαίνεται ακόμα να έχει πετύχει το σκοπό της, ο οποίος είναι η επέκταση και διαιώνιση του α/α/α χώρου. Πρέπει όμως να αναρωτηθούμε και με ποιο τρόπο αυτό συμβαίνει, ποια είναι δηλαδή τα ποιοτικά χαρακτηριστικά μιας τέτοιας επέκτασης. Δύο σημεία θέλω να θίξω εδώ: πρώτον, ότι η επέκταση αυτή γίνεται με βάση μια αφηρημένη ταυτότητα του “εξεγερμένου”, όσο πλατιά και αν ορίζεται αυτή, και δεύτερον ότι παρά την απεύθυνσή της, σε τελική ανάλυση, σε μια συγκεκριμένη μερίδα του πληθυσμού, πάντοτε επικαλείται έναν “ανοιχτό” χαρακτήρα.

Σε ο,τι αφορά το πρώτο σημείο, για μένα ο Δεκέμβρης έδειξε τη φτώχεια μιας τέτοιας ταύτισης. Έδειξε ότι το μοντέλο του “εξεγερμένου” δεν ορίζεται τόσο εκ των έσω, όσο σε απόλυτη σύνδεση με την ύπαρξη μιας μεγάλης πλειοψηφίας ανθρώπων, της κοινωνίας δηλαδή, με τους οποίους ο εξεγερμένος διαρρηγνύει τους δεσμούς του σε κάθε δυνατή ευκαιρία. Απουσία αυτής της φαντασιακής μονάδας που λέγεται αλλοτριωμένη κοινωνία, η αυτοεικόνα του εξεγερμένου ως διακριτή ταυτότητα καταρρέει. Τα γεγονότα του Δεκέμβρη έδειξαν ότι ο ορισμός αυτός για ένα πολιτικό μόρφωμα, ενώ σε καιρό ειρήνης μπορεί να εξυπηρετεί κάποιους στόχους – το ποιούς είναι άλλη ιστορία -, σε καιρό γενικευμένης εξέγερσης είναι ένα φληνάφημα. Γιατί αν αυτοί που μέχρι χτες αποκαλούσες συμβιβασμένους ξαφνικά εξεγείρονται, και όταν τη στιγμή που εξεγείρονται εσύ, που έχεις την εξέγερση παντιέρα σου, δεν μπορείς να εκπονήσεις ούτε καν μια υποτυπώδη στρατηγική γενίκευσης αυτής της εξέγερσης, τότε πρέπει ή να ξανακοιτάξεις τις εκτιμήσεις σου για την κοινωνία, ή να ξανακοιτάξεις τον τρόπο με τον οποίο καθορίζεις την πολιτική σου πράξη και στόχευση. Σίγουρα απέναντι βρισκόταν ακόμα ο παλιός εχθρός, η κοινωνία των μικροαστών ρουφιάνων, ή όπως θέλετε πείτε τη. Όμως, στις συνθήκες αυτές, η εννοιολόγηση αυτή δεν μας επέτρεψε να δούμε ποιόν είχαμε δίπλα μας.

Από την άλλη, εκ των υστέρων ίσως φαίνεται πιο καθαρά ότι ενώ η θέσμιση του α/α χώρου γίνεται με βάση ένα ριζικό “άλλο”, ωστόσο η ρητορική του είναι μια ρητορική “ανοίγματος”. Ο αριθμός των αυτοαποκαλούμενων “ανοιχτών” εγχειρημάτων αυξήθηκε κατακόρυφα μετά το Δεκέμβρη. Αν πριν την ημερομηνία αυτή αποτελούσε απλώς μια επίφαση, μετά εξελίχθηκε σε φάρσα. Φάρσα διότι απλώς και μόνο η ταμπέλα ανοιχτός δε σημαίνει και ένα ουσιαστικό άνοιγμα στην κοινωνία. Νομίζω ότι και εδώ η ταυτότητα του “εξεγερμένου” λειτούργησε περιοριστικά, για δυο λόγους: ο πρώτο είναι ότι ενώ στις συνθήκες του Δεκέμβρη πολύς κόσμος άσχετος με το χώρο ήταν θέσει εξεγερμένος (δηλαδή πχ κάποιος που πάει σε ένα κατειλημμένο δημόσιο κτήριο, ή που συμμετέχει σε μια συγκρουσιακή πορεία έστω και ανεχόμενος τις συγκρούσεις), αυτό δε σήμαινε ότι το έκανε αυτό διότι δεχόταν την – υπόρρητη – θεωρία του χώρου περί εξέγερσης. Πολύ περισσότερο, δε σήμαινε οτι τη γνώριζε. Κατά συνέπεια, όταν ήρθε η ώρα της επικοινωνίας ανάμεσα στον χώρο και σε αυτά τα κομμάτια, επήλθε στις περισσότερες περιπτώσεις μια παρεξήγηση, απλούστατα διότι κανένα από τα δυο μέρη δεν αντιλήφθηκε περί τίνος επρόκειτο.

Η παρεξήγηση αυτή κατ’ εμέ ήταν μια αναπαραγωγή αυτών που συμβαίνουν στην καθημερινή απεύθυνση του χώρου αυτού στην “κενωνία”. Πέρα από την επαναστατική-κοινωνιολογική αργκό που χαρακτηρίζει το λόγο μας, υπάρχει και ένα βαθύτερο ζήτημα: Η έλλειψη μιας κοινής γλώσσας πέρα από τη γλώσσα του λαϊκισμού σημαίνει ότι υπάρχει έλλειψη πολιτικής αυτοθέσμισης μιας κοινότητας αγώνα. Αν το κοινό αυτό δεν υπήρχε πριν το Δεκέμβρη, θα μπορούσε άραγε να συνταχθεί κατά τη διάρκειά του και να μη διαλυθεί κατόπιν; Εγώ απαντώ όχι. Ίσως η εκτίμησή μου να είναι απαισιόδοξη, διότι πράγματι μέσα από το Δεκέμβρη ξεπήδησαν εγχειρήματα που αντέχουν ακόμα και δημιουργούν ριζώματα σε δημόσιους χώρους και κοινωνικές ομάδες τα οποία δεν υπήρχαν πριν. Εστιάζω όμως περισσότερο στο γεγονός-Δεκέμβρη, για να αναδείξω τα όριά του, ειδικότερα για το πεδίο που λέγεται ”α/α/α χώρος”.

Η έλλειψη ενός τέτοιου κοινού φυσικά προέκυψε από πολλούς παράγοντες. Όμως η αδυναμία του χώρου να συντηρήσει τέτοια εγχειρήματα και τελικά να πετύχει τη σύνδεση των αγώνων, νομίζω πηγάζει από την ίδια υπόρρητη θεωρία περί εξέγερσης. Αυτό που δεν κατάλαβε δηλαδή ο χώρος εκείνες τις ημέρες είναι οτι το κοινό των εξεγερμένων, αν και ενωνόταν από τις συνθήκες, ωστόσο δεν μπορούσε να θεσμίσει μόνο του την ύπαρξή του. Δεν μπορούσε να πει “εμείς” ως θεσμίζουσα ύπαρξη, δηλαδή ως ύπαρξη που αποφασίζει συλλογικά, άρα έχει και μιας μορφής εξουσία (εξουσία “να” παρά εξουσία “πάνω σε”). Αυτή η ύπαρξη έπρεπε να επινοηθεί και να επινοηθεί με τις αρχές που τόσον καιρό πρεσβεύουμε, δηλαδή την αυτοοργάνωση, την άμεση δημοκρατία, την άρση των διαχωρισμών. Και για να επινοηθεί έπρεπε να γίνει προσπάθεια να εφευρεθούν κοινοί τόποι, ακόμα και αν αυτοί, μέσα στο πλαίσιο των ημερών φάνταζαν “ρεφορμιστικοί” ή πενιχροί. Νομίζω ότι τέτοιες προσπάθειες, όσες έγιναν, ναυάγησαν στον σκόπελο της ιδεολογίας, αριστερής και αναρχικής. Όσον αφορά πιο συγκεκριμένα στο χώρο, ναυάγησαν σε μια θεωρία περί “αυθόρμητης” εξέγερσης που λέει ότι το κοινό των εξεγερμένων θα μετατραπεί ως δια μαγείας στο κοινό της επόμενης μέρας μετά την επανάσταση, και θα αρχίσει να στήνει τα σοβιέτ, τις ομάδες συγγένειας, τις κολλεκτίβες, σαν όλα αυτά να ήταν μέσα στο DNA του και όχι εμπειρίες μιας μακράς ιστορίας πολιτικών αγώνων, πειραμάτων, επιτυχιών και αποτυχιών.

Ιστορικά μιλώντας, για μένα το μήνυμα του Δεκέμβρη για το εξεγερσιακό κομμάτι του χώρου μπορεί να συγκριθεί μόνο με την εμμονή των Ισπανών αναρχικών του 19ου αιώνα με τη γενική απεργία. Τότε, οι Ισπανοί αναρχικοί πίστευαν ότι η γενική απεργία είναι το όπλο που θα ρίξει την κυβέρνηση και θα οδηγήσει στην επανάσταση, διότι αυτό τους έλεγε η θεωρία τους. Δούλευαν λοιπόν μέρα και νύχτα, με όλες τους τις δυνάμεις, για να γίνει μια γενική απεργία, σε όλη την έκταση της Ισπανίας. Όταν τελικά τα κατάφεραν, η απεργία τους ήταν πραγματικά γενική και πραγματικά πετυχημένη, όμως δε συνέβη τίποτα, ούτε έπεσε η κυβέρνηση ούτε καμιά επανάσταση έγινε. Με παρόμοιο τρόπο, η πολύχρονη δουλειά προς προετοιμασία της γενικευμένης εξέγερσης ίσως πέτυχε, αλλά σίγουρα η εξέγερση δεν ήταν αυτό που φανταζόμαστε, δηλαδή το κατώφλι της επανάστασης. Η απάντηση του χώρου όταν πια αυτό έγινε ξεκάθαρο, ήταν τραγική στην αφέλειά της: “να συνεχίσουμε την εξέγερση”. Μα, πως;

Στέκομαι στα σημεία αυτά προς το παρόν και τα καταθέτω εδώ ως σκέψεις κάποιου που είναι μέσα στον α/α/α χώρο εδώ και αρκετά χρόνια. Παραμένουν βέβαια σκέψεις και απορίες, και ομολογώ πως δεν έχω τις λύσεις. Νομίζω όμως οτι ήρθε ο καιρός να ξεπεράσουμε τον υφέρποντα ελιτισμό του χώρου και να αντιληφθούμε και το χώρο ως άλλο ένα κοινωνικό μόρφωμα με σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά, το οποίο μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της κοινωνίας, αλλά οπωσδήποτε όχι μόνο του.

Έτοιμα σας τα δίνουμε!

Posted in ξένα on November 6, 2009 by simeonvatalos

Αν η πολυάσχολη κινηματική ζωή δε σας αφήνει χρόνο ούτε να σκεφτείτε, το πρόβλημα λύθηκε. Με την νέα διαδικτυακή μηχανή παραγωγής θεωρίας, μπορείτε να γράψετε το μανιφέστο σας σε δευτερόλεπτα. Διαλέξτε από μια πληθώρα δυνατών συνδυασμών και ιδού! Ενδείκνυται ΚΑΙ για αναλήψεις ευθυνών (ειδικά για αυτές).

εδώ

Επικαιρο

Posted in δικά, ξένα on October 6, 2009 by simeonvatalos

Ξεφυλίζοντας ένα μικρό βιβλιο που είχα αγοράσει πριν απο πολλά χρόνια, βρήκα τούτο το απόσπασμα που το είχε ο συγγραφέας σαν προμετωπίδα. Επειδή μου φάνηκε επίκαιρο, είπα να το μοιραστώ μαζί σας:

“και όταν η τύχη τα φέρνει έτσι που να μην έχει πίστη σε κανέναν ο λαός, όπως τυχαίνει μερικές φορές, επειδή γελάστηκε με απάτη είτε από τα πράγματα είτε από τους ανθρώπους, τότε όλα καταρρέουν αναγκαστικά”

Μακιαβέλλι, Διατριβές πάνω στην πρώτη Δεκάδα του Τίτου Λίβιου

σπιναλόνγκα

Posted in δικά with tags , on August 13, 2009 by simeonvatalos

Όποιος έρχεται στη Σπιναλόνγκα δυσκολεύεται πολύ να φύγει. Κάποιοι ισχυρίζονται πως στο φαγητό τους ρίχνουν τους καρπούς της λησμονιάς. Όμως εδώ δεν είναι η χώρα των λωτοφάγων, και όσοι τα ισχυρίζονται όλα αυτά ξέρουν την ιστορία μοναχά από δεύτερο χέρι. Η αλήθεια είναι άλλη: στη Σπιναλόνγκα είναι όλο στόματα. Στόματα που τρώνε και στόματα που μιλάνε. Και όλα αυτά γίνονται πολύ, και συχνά. Συχνά τρώνε και συχνά μιλάνε, καμιά φορά τρώνε ενώ μιλάνε και μιλάνε ενώ τρώνε. Τρώνε ενώ μιλάνε και τανάπαλιν δηλαδή. Μόλις φτάσεις στο νησί μας αντιλαμβάνεσαι ότι εδώ το σαγόνι σου θα κουραστεί πολύ.

Έρχομαι από ένα σπίτι στο οποίο το ψυγείο μένει συνεχώς άδειο, τα περιεχόμενά του δεν είναι ποτέ λαχταριστά, η θερμοκρασία του είναι περισσότερο χαμηλή από ό,τι θα έπρεπε. Έπρεπε να βασιστώ στους φίλους μου για σπουδαίες ελιές, ζουμερά κρέατα, σπάνια ψάρια, τρυφερά χόρτα. Τα κελάρια τους ήταν γεμάτα καπνιστά λουκάνικα, πιπεράτα απάκια, λιγδερές κοιλιές και σπληνογάρδουμα, βαρέλια με κόκκινο μαλβαζία, μαντηλάρι και κοτσιφάλι και ρετσίνα ροζέ. Οι κήποι τους φίσκα στα λάπαθα, τα ραδίκια, τους ζοχούς, τα τρίριζα, τα πολύριζα, τις γούλες, τα αγριομάρουλα, τις αβρωνιές, τα άγρια σκόρδα. Τα μποστάνια τους έσφυζαν από τετράπαχες κολοκύθες, γυαλιστερές μελιτζάνες, λιπαρά κολοκυθάκια, τσουχτερά κρομμύδια, κατακόκκινα καρπούζια, μυρωδάτα πεπόνια, αρμυρές ντομάτες. Έφερναν κάτι ελίτσες ψιλές που τις έτρωγες σαν ξηρούς καρπούς, κάτι τυριά ζεστά ακόμα από το τουλούμι, που ήταν να πεθαίνεις, παξιμάδια από φούρνους κρυφούς, που δεν σου έκανε καρδιά να τα μασάς παρά τα έλιωνες με το σάλιο μέχρι να γίνουν πολτός. Και αχιβάδες, πεταλίδες, μύδια και χτένια, ροφούς και σκάρους, βραχόψαρα για κακαβιά, μπαρμπούνια που το κεφάλι τους δεν το τρώει ο κάτης γιατί δεν το αφήνει ο άνθρωπος, χταπόδια καταχτυπημένα που κοβόταν στο στόμα πριν τα δαγκώσεις, τις κοιλιές του αχινού, αλάτι από σχισμές βράχων που δεν είχε μήτε ζώο πατήσει μήτε άνθρωπος. Κυνήγι; Ε! κυνήγι να δουν τα μάτια σου. Μπεκατσίνια και αγριοκούνελα, κάπρους, πιτσουνάκια, αγριοκάτσικο (βραστό με άγρια φτέρη να σου φεύγει το κουκούτσι). Και γλυκά. Ω, η θαλπωρή των σοροπιαστών τους γλυκών, ζεστή και θρεπτική σαν τη ρώγα της μάνας.

η συνέχεια εδώ… και ραντεβού το φθινόπωρο!

Μια στιγμή προτού κλείσουν οι πόρτες

Posted in δικά with tags , , , , , , , , on August 7, 2009 by simeonvatalos

Το ίντερνετ προσφέρει ένα ενδιαφέρον στιγμιότυπο της δράσης του κομμουνισμού, της ζωντανής εργασίας. Έχουμε ένα πεδίο στο οποίο κάποιες υπηρεσίες προσφέρονται από εταιρείες και κρατικούς παροχείς. Για να λειτουργήσει όμως όλο αυτό το σύστημα είναι απαραίτητη όχι μόνο η μισθωτή εργασία όλων αυτών που παρέχουν, αλλά και η ζωντανή εργασία όλων αυτών που χρησιμοποιούν αυτά που παρέχονται. Δηλαδή, το ίντερνετ δεν είναι μόνο το σύστημα (software και hardware), αλλά είναι ταυτόχρονα και η δράση των χρηστών του. Η ανταγωνιστική κίνηση μέσα στο πλαίσο αυτό δράττει αυτά που της προσφέρονται και τα χρησιμοποιεί για δικό της όφελος. Όλο και περισσότεροι χρήστες, για παράδειγμα, μοιράζονται υλικό στο διαδίκτυο, ενάντια στο κοπυράιτ και στη θέληση των εταιρειών. Εδώ υπάρχει ένα λεπτό σημείο: το ανταγωνιστικό κίνημα, εκείνοι δηλαδή μέσα στην ανταγωνιστική κίνηση που αντιλαμβάνονται κάποιες από τις πράξεις τους ως πολιτικές και τις δομούν συλλογικότερα, δεν αρνείται το διαδίκτυο, αλλά το χρησιμοποιεί. Δε λένε δηλαδή: όχι, η νέα κοινωνία που θα προκύψει από τους αγώνες μας δεν θα έχει ανάγκη το διαδίκτυο, άρα το παρακάμπτουμε και πάμε παραπέρα, αλλά λέει: θα χρησιμοποιήσουμε το διαδίκτυο ως μέσο για αυτή τη νέα κοινωνία, η οποία μπορεί και να μη χρειάζεται το διαδίκτυο. Η κίνηση αυτή είναι η κίνηση του κομμουνισμού, της συσσωμάτωσης δηλαδή (ας το πούμε έτσι χοντρά) των ανθρώπων μέσω της πάλης τους, μέσω της ζωντανής τους εργασίας. Όμως εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα. Διότι η συσσωμάτωση αυτή σημαίνει πρόοδο της εταιρικής διάστασης του διαδικτύου. Σημαίνει κέρδη για ιστοσελίδες όπως το twitter, οι παροχείς χώρου για σελίδες όπως το indymedia, για τη Microsoft κλπ. Η εργασία αυτή δηλαδή, η ζωντανή εργασία μιας κοινότητας ανθρώπων που είναι η νέα μορφή του κομμουνισμού, αρθρώνεται αμέσως-αμέσως ως δευτερεύουσα, ως η αφανής δύναμη που κινεί τις «καθεστωτικές» διαδικασίες. Την ίδια στιγμή, οι εταιρείες μπορούν να χαίρονται με την επιτυχία τους, η οποία πλέον στηρίζεται στον κομμουνισμό των χρηστών. Κι όμως, η εργασία των χρηστών, η αφανής αυτή δουλειά, είναι εκείνη η οποία είναι «πρωτεύουσα», δηλαδή εκείνη που στην ουσία παράγει τα όποια αποτελέσματα, που παράγει περιεχόμενο. Βλέπουμε λοιπόν την υποταγή της ζωντανής εργασίας, της δουλειάς του κομμουνισμού, την ίδια τη στιγμή της παραγωγής της. Διότι δεν πρόκειται ακριβώς εδώ για γέννηση ab ovo, αλλά για «άρθρωση» (κάτι που εννοώ με την αυστηρά μαρξιστική έννοια).

old-computerΤο ζήτημα εδώ είναι και πάλι η σύνδεση δυο (ή και παραπάνω) κινήσεων μέσα στην αλυσίδα αυτή της παραγωγής. Διότι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η άρθρωση των πεδίων είναι να διαχωρίζει τις κινήσεις αυτές, να τις παρουσιάζει ως διαφορετικές. Δηλαδή, το ιντερνετ παρουσιάζεται μόνο ως η κοινότητα των χρηστών. Σα να εξαφανίζονται δηλαδή ως δια μαγείας όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που το κάνουν μια πλουτοφόρα επιχείρηση για κάποιους. Η διερώτηση είναι λοιπόν εύλογη: ποια διαφορά υπάρχει μεταξύ της υπεραξίας που εξάγεται από τη μισθωτή εργασία των κομπιουτεράδων της silicon valley και των χρηστών οι οποίοι μετά χαράς καταθέτουν τον ελεύθερό τους χρόνο για να πλουτίζει ο ιδιοκτήτης του facebook και του myspace; Η απάντηση είναι: καμιά. Γιατί, αν ήταν να κάτσουμε να διερωτηθούμε τους λόγους και τα κίνητρα για τα οποία οι άνθρωποι επιλέγουν να τους εκμεταλλεύεται κάποιος άλλος, θα μπλέκαμε σε μια ατέρμονη συζήτηση χωρίς συμπέρασμα. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν μου αρέσει να με εκμεταλλεύονται, αν έχει γούστο να πλουτίζει κάποιος από τη ζωντανή εργασία. Αλλά το γιατί η ζωντανή αυτή εργασία να μην τεθεί στην υπηρεσία του κοινού αντί να ζεύεται στην άμαξα του κεφαλαίου. Ο τρόπος με τον οποίο μας απαγορεύεται να ρωτήσουμε ακριβώς αυτή την ερώτηση είναι η ψευδαίσθηση του κοινού μέσα από τους διαδικτυακούς χώρους. Αυτό δε σημαίνει ότι οι διαδικτυακές κοινότητες δεν είναι κοινότητες. Είναι και παραείναι μάλιστα, και το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει άμεση σύνδεση κλπ δεν έχει βάση. Το θέμα είναι άλλο: κατά πόσον αυτές οι διαδικτυακές κοινότητες είναι πολιτικές, δηλαδή σε ποιο βαθμό μπορούν να διαχειριστούν την καθημερινότητα της παραγωγής, σε ποιο βαθμό μπορούν να αντιληφθούν τη μορφή της δικιάς τους παραγωγής. Προς το παρόν, οι κοινότητες αυτές χρησιμοποιούνται ad hoc, σε επικοινωνιακό επίπεδο, πχ για να καλεστεί μια άμεση πορεία. Δηλαδή, σαν ένα πιο διαδραστικό κινητό τηλέφωνο (στο οποίο μπορείς πιο φτηνά να στείλεις βίντεο, λίνκ σε άλλες σελίδες κλπ). Σε ποιο βαθμό όμως αυτό το επικοινωνιακό μέσο επιτρέπει στους χρήστες του να αντιληφθούν τη μορφή της εργασίας τους; Και, ακόμα περισσότερο, σε ποιο βαθμό τους δείχνει πως οι αγώνες τους για προστασία των δεδομένων τους, για ελεύθερη πληροφορία, για δωρεάν επικοινωνία, συνδέονται με τους αγώνες των εργαζόμενων στους παροχείς των υπηρεσιών του δικτύου;

Οι Άγριες Απεργίες στην Αγγλία

Posted in άρθρα, δικά with tags , , , , on June 21, 2009 by simeonvatalos

Η δυσκολία που αντιμετωπίζω όταν πρέπει να εξηγήσω σε κάποιον τη μορφή της πολιτικής στην Αγγλία είναι τεράστια. Για να καταλάβει κανείς το τι συμβαίνει και το πως αρθρώνονται οι αγώνες στη χώρα αυτή, πρέπει να πάει αρκετά πίσω, τουλάχιστον στο 1984 και τη μεγάλη χαμένη απεργία των ανθρακωρύχων, τη νίκη της Θάτσερ, και την άνοδο ενός μοντέλου λαϊκού καπιταλισμού το οποίο χρησίμευσε ως η αιχμή του δόρατος της αναδιάρθρωσης την οποία βιώνουμε και μεις σήμερα. Στην πραγματικότητα, πολλά από αυτά που θεωρούμε χαρακτηριστικά του νεοφιλελευθερισμού τέθηκαν σε λειτουργία για πρώτη φορά στη Μ Βρετανία, δοκιμάστηκαν και ρυθμίστηκαν ανάλογα για χρήση στον υπόλοιπο κόσμο. Ταυτόχρονα, η μορφή που πήρε η πολιτική, ειδικά μετά τα μέσα της δεκαετίας του 80, βασίστηκε σε ένα σύστημα διασημοτήτων, σε ένα ευρύτατο θέαμα, το οποίο αντικατέστησε σιγά σιγά την πολιτική οργάνωση από τα κάτω και αφέρεσε κάθε περιεχόμενο από τη λέξη πολιτική αντικαθιστώντας τη με την κεφάτη απάθεια. Φυσικά μέσα σε όλα αυτά πρέπει να ειπωθεί και η ιστορία του εργατικού κινήματος μετά το 1970, και ο σφετερισμός της πολιτικής βάσης από το κόμμα των εργατικών. Η άνοδος στην εξουσία του Τόνυ Μπλέρ στην ουσία ολοκλήρωσε αυτό που είχαν αρχίσει οι συντηρητικοί. Η τελευταία πράξη του δράματος παίχτηκε πριν λίγο καιρό, με τα τεράστια σκάνδαλα που ξέσπασαν όταν ανακαλύφθηκε οτι βουλευτές και μέλη της κυβέρνησης είχαν υπεξαιρέσει δημόσιο χρήμα για να ζήσουν μια ζωή πολυτέλειας.

Τους τελευταίους μήνες όμως η Αγγλία ζεί γεγονότα τα οποία δεν είχε δει εδώ και δεκαετίες και λέξεις όπως wildcat strike (άγρια απεργία) ξαναμπαίνουν στο λεξιλόγιο της. Στις αρχές του Ιούνη, και με αφορμή την απόλυση 51 εργατών στο διυλυστήριο Lindsey στο Lincolnshire, το οποίο ανήκει στη Γαλλικών συμφερόντων εταιρεία πετρελαίων Total, συμβασιούχοι εργάτες κατέβηκαν σε άγρια απεργία, δηλαδή χωρίς απόφαση του συνδικάτου. Στις 19 Ιούνη έγινε γνωστό οτι η εταιρεία απέλυσε 647 εργαζόμενους που απεργούσαν ολόκληρη την προηγούμενη εβδομάδα, επιμένοντας οτι δεν πρόκειται να διαπραγματευτεί εφόσον βρίσκεται αντιμέτωπη με παράνομες πράξεις. Χίλιοι διακόσιοι περίπου εργάτες συγκεντρώθηκαν έξω από τις πύλες την ίδια μέρα, κρατώντας πλακάτ που έγραφαν “απολύστε τα αφεντικά και όχι τους εργάτες” αλλά και “βάλτε τους βρετανούς πρώτους για μια φορά, όχι τελευταίους”. Καθώς η κυβέρνηση πρότεινε σύνεση και καλούσε τους απολυμένους να ξανακάνουν αίτηση για πρόσληψη, οι απεργοί έστελναν μηνύματα με το κινητό σε υποστηρικτές σε όλη τη χώρα που έλεγαν: “έρχεται η ώρα, και έρχεται και η σειρά σας. Χρειαζόμαστε την υποστήριξή σας περισσότερο από ποτέ. Αν υποστηρίζετε τα αδέρφια μας σε όλη τη χώρα, σας ευχαριστούμε. Αν όχι, θυμηθήτε οτι την επόμενη φορά μπορεί να είστε στη θέση τους. Πρέπει να το παλέψουμε ΤΩΡΑ”.

η συνέχεια εδώ

Up in Smoke – Ο Πώλ Ματίκ γράφει για την Κρίση

Posted in Uncategorized with tags , , on May 6, 2009 by simeonvatalos

Ο Πωλ Ματίκ έγραψε μια σειρά άρθρων για την τρέχουσα κρίση στην αμερικάνικη Brooklyn Rail. Πρόκειται για αρκετά καλά εισαγωγικά κείμενα, τα οποία εύχομαι να συμβάλλουν σε μια συζήτηση για το τι σημαίνει κρίση και τους τρόπους με τους οποίους πρέπει να οργανωθούμε και να απαντήσουμε. Επειδή δεν έχω καιρό, αυτό που παρουσιάζω είναι μια εκτεταμένη ΠΕΡΙΛΗΨΗ του κειμένου και όχι μια ακριβής μετάφραση. Για οποιαδήποτε παράθεση του κειμένου λοιπόν καλό είναι να ανατρέξετε στο πρωτότυπο ΕΔΩ. Θα ακολουθήσουν εν καιρω και τα υπόλοιπα μέρη.

Ο Alan S. Blinder, πρώην διευθυντής της Federal Reserve Bank, έθεσε το ζήτημα στην πραγματική του βάση όταν είπε ότι τελικά ξεχνάμε ότι η αρχή του κακού ήταν η πτώση των τιμών της κατοικίας. Όλοι, από μικρούς ιδιοκτήτες μέχρι χρηματιστές της Γουόλ Στριτ, φρονούσαν ότι οι τιμές των σπιτιών θα ανέβαιναν αέναα. Όταν όμως άρχισαν να πέφτουν, όλα τα ιδρύματα που είχαν αγοράσει υποθήκες και δανείστηκαν με βάση αυτές, βρέθηκαν ξαφνικά να μη μπορούν να πληρώσουν αλλά ούτε να δανείσουν χρήμα. Προσπάθησαν τότε να βρουν χρήματα πουλώντας κάποια ακίνητα, αλλά αυτό έριξε τις τιμές χαμηλότερα. Οι επενδυτές πανικοβλήθηκαν. Γρήγορα αποδείχθηκε ότι  η οικονομία είναι πράγματι παγκοσμιοποιημένη: η Αμερικάνικη κατάρρευση μεταδόθηκε γρήγορα ανα τον κόσμο, βαθαίνοντας την Γιαπωνέζικη κρίση, κατακρημνίζοντας τη Ρώσικη χρηματαγορά και απειλώντας την Κινέζικη ανάπτυξη και τις Γερμανικές τράπεζες. Το ένα αποτέλεσμα ήταν η πίεση που ανάγκασε την αμερικάνικη κυβέρνηση να σώσει τον ασφαλιστικό κολοσσό AIG (85 δις δολάρια), το άλλο ήταν η άφιξη ξένων τραπεζών στις ΗΠΑ, έτοιμες να πάρουν τα πακέτα της κυβέρνησης.

τα υπόλοιπα εδώ