18/9/2013

Posted in Uncategorized with tags , , , on September 20, 2013 by simeonvatalos

18/9/2013

Ο KillahP ήταν ένας μόνο από μια σειρά θυμάτων της τάξης μας. Ο πόλεμος γενικεύεται. Οι μέρες μικραίνουν. Να υπερασπίσουμε το έδαφός μας, να δυναμώσουμε τις δομές μας, να σταθούμε πιο κοντά η μια στην άλλη.

Advertisements

Το κίνημα occupy στις ΗΠΑ

Posted in Uncategorized with tags , , , , on September 8, 2013 by simeonvatalos

Occupy

 

“Το occupy ανακάλυψε αυτήν ακριβώς τη μορφή μαχητικής οργάνωσης του αγώνα όπου ακούστηκαν κι έγιναν ορατές χίλιες διαφορετικές ανάγκες και χίλιες διαφορετικές αρνήσεις”.

 

Η έκδοση αυτή είναι μια συλλογή κειμένων που αποτέλεσε το πέμπτο τεύχος της επιθεώρησης insurgent notes, που εξέδωσε η ομώνυμη συλλογικότητα στις ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 2012. Στα κείμενα που μεταφράστηκαν εδώ, πρωταγωνιστές του κινήματος από τις διάφορες πόλεις καταθέτουν την εμπειρία τους από τη συμμετοχή τους στις διαδικασίες αυτού του κινήματος και προσπαθούν να μιλήσουν τόσο για τη σημασία του, όσο και για τις ανεπάρκειες του. Επειδή ωστόσο πρόκειται για ένα εξαιρετικά πολύμορφο και πολυσύνθετο κίνημα, που ενέπλεξε στις διαδικασίες του πολλά διαφορετικά συλλογικά υποκείμενα και επειδή πρόκειται για μια χώρα που συμπυκνώνει όλες τις αντιθέσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού, το βιβλίο είναι άνισο και ανομοιογενές. Εξαιρετικές αναλύσεις συνυπάρχουν με πιο αδύναμες, και πλούσιες σε ιδέες και πρακτικές περιπτώσεις καταλήψεων συνυπάρχουν με πιο παραδοσιακά και ιδεολογικά σχήματα. Η ανομοιογένεια αυτή αποτελεί αντανάκλαση τόσο της συνθετότητας των αντικειμενικών συνθηκών που επικρατούν σε κάθε πόλη που αναπτύχθηκε το Occupy, όσο και των υποκειμενικών παραγόντων ανάπτυξης του κινήματος.

 (Από τον πρόλογο της έκδοσης)

Ιούνιος 2013

 

Κυκλοφορεί σε βιβλιοπωλεία και αυτοδιαχειριζόμενους χώρους.

 

workfare – η συνέχεια της ανεργίας με άλλα μέσα

Posted in Uncategorized on September 4, 2013 by simeonvatalos

Workfare: η συνέχεια της ανεργίας με άλλα μέσα

To workfare είναι μια λέξη που δεν υπάρχει ακόμα στο πολιτικό λεξιλόγιό μας. Ωστόσο, η έννοια της «ανταποδοτικής πρόνοιας», όπως θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε τον όρο, δεν είναι ξένη σαν εμπειρία σε πολλούς και πολλές ανέργους, όπως θα φανεί στο κείμενο που ακολουθεί. Ορίζοντάς το πρόχειρα, το workfare αποτελεί μια προσπάθεια των αφεντικών να επιβάλλουν την εργασία σε ένα ιδιαίτερα «ανθεκτικό» πληθυσμό ανέργων. Θεωρούμε, απλά, ότι αποτελεί μια από τις πιο καίριες στρατηγικές του κεφαλαίου για να εξέλθει από την οικονομική κρίση, η οποία, μην το ξεχνάμε, ακόμα μαίνεται στην καρδιά του καπιταλιστικού συστήματος.

Γιατί να ασχοληθούμε με κάτι που δεν έχει γίνει ακόμα γεγονός της επικαιρότητας; Επιλέξαμε ήδη από τον περασμένο χρόνο να ασχοληθούμε θεωρητικά και πρακτικά με το ζήτημα των σύγχρονων εργασιακών σχέσεων και της οργάνωσης των ανέργων. Για τον απλούστατο λόγο ότι η πλειοψηφία των ατόμων που συμμετέχουν στη συνέλευσή μας είναι άνεργες και άνεργοι – ακόμα και αν δεν ορίζουν τον εαυτό τους ως τέτοιο. Σε αυτό το πλαίσιο, το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί κομμάτι ενός ευρύτερου πολιτικού σχεδιασμού της ΣΚΥΑ πάνω στο ζήτημα των σύγχρονων εργασιακών σχέσεων και της οργάνωσης των ανέργων. Ο σχεδιασμός αυτός περιλαμβάνει αφενός μια διερεύνηση των συντελούμενων μετασχηματισμών της εργασίας από τα πάνω, από την πλευρά δηλαδή των στρατηγικών κινήσεων του κεφαλαίου και του κράτους, εγχώρια και διεθνώς. Αφετέρου, αλλά εξίσου σημαντικά, περιλαμβάνει μια ανάλυση από τα κάτω, από την πλευρά δηλαδή της εμπειρίας των ίδιων των ανέργων/επισφαλών και των αγώνων που ξεκινάνε με τα νέα προγράμματα επιβολής της εργασίας. Δεν θέλουμε να προσεγγίσουμε το ζήτημα της ανεργίας ή της επισφάλειας γενικώς και αορίστως, αλλά να συνδεθούμε και να οργανωθούμε μαζί με άνεργες και άνεργους μαζί με τους οποίους βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή στην αιχμή του δόρατος των πειραματισμών για την αναδιάρθρωση της εργασίας [1].

Το κείμενο, λοιπόν, που παρουσιάζεται εδώ αποτελεί το πρώτο μόνο μέρος μιας συζήτησης που έχει ανοίξει πάνω στις συνθήκες εργασίας και οργάνωσης των αντιστάσεών μας. Πρόθεσή του είναι να «διαβάσει» τις αλλαγές στην αντιμετώπιση της ανεργίας μέσα στο ιστορικό και κοινωνικό τους πλαίσιο, ως επίθεση των αφεντικών στη ζωντανή εργασία, και όχι, όπως θέλουν κάποιοι, ως επίθεση διάφορων εθνικών μπλοκ κεφαλαίου ενάντια στην Ελλάδα. Σκοπός του είναι η σε βάθος χρόνου θεωρητική οχύρωση (του νέου κύκλου) των ταξικών αγώνων των «ωφελούμενων ανέργων» που ξεκινάνε μαζί με τα καινούρια προγράμματα «κοινωφελούς εργασίας». Για αυτό το λόγο, παρουσιάζουμε στο πρώτο μέρος του κάποιες σκέψεις για την τρέχουσα κατάσταση της προσπάθειας επιβολής της εργασίας από το ελληνικό κράτος, ειδικά μετά την εμπειρία της πρώτης φάσης των «προγραμμάτων κοινωφελούς εργασίας», και των αγώνων που δόθηκαν μέσα σε αυτά. Στο δεύτερο μέρος του, παρουσιάζουμε συνοπτικά την ιστορία του workfare και κάποια προσωρινά συμπεράσματα από τους πρόσφατους, αλλά και τους παλαιότερους αγώνες που έχουν δοθεί ενάντια σε αυτό, κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία.

[1] δες το περιοδικό Σφήκα, τεύχος 2-3, Απρίλιος του 2012

Κυκλοφορεί σε βιβλιοπωλεία και αυτοδιαχειριζόμενους χώρους

Μπορείτε, επίσης, να βρείτε το κείμενο ΕΔΩ

Ιωσήφ Ραφτόπουλος, η στριμωγμένη ζωή.

Posted in άρθρα, δικά with tags , , , , , on June 17, 2013 by simeonvatalos

«Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,/και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,/ η Αθανασία τους είναι χαρισμένη./ Κανένας όμως δεν ανιστορεί/ Και το έρεβος εσκέπασε βαρύ/ Τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε./ Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή/ Μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι.»

Κ. Καρυωτάκης «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων» από τα Νηπενθή (1921)

 

Αδικώ μήπως τον Ιωσήφ Ραφτόπουλο που αρχίζω με τους στίχους του διάσημου φίλου του; Σαν ποιητή, όχι. Σαν ποιητής, ο Ιωσήφ Ραφτόπουλος, ανάξια στιχουργούσε. Με ένα άτεχνο δεκαπεντασύλλαβο, μακρόπνοο, σκουντούφλικο, περιπλεγμένο, που ποτέ δεν κατόρθωσε να τον απογειώσει. Με θεματική βουκολική συνήθως, με εικόνες του χωριού, που μοιάζουν δημοτικά τραγούδια. Ή με μια αδύναμη ποιητική της παρακμής. Ή ακόμα με λιγοστούς «στρατευμένους» στίχους. Ο ίδιος, στην μεταθανάτια αφιέρωση της συλλογής των «διαλεχτών» του κειμένων, αναφέρεται στην «ασήμαντη προς την ποίηση προσπάθειά μου». Ακόμα και ο φίλος του, Πέτρος Τριαντάφυλλος, στον οποίο απέμεινε το βάρος να μαζέψει και να παρουσιάσει τα πιο καλά του ποιήματα, το ομολογεί σε κάποια αποστροφή πως ο Ραφτόπουλος δεν ήταν δα και ο μεγαλύτερος μάστορας του στίχου.

Κι όμως, ο Καρυωτάκης περισυνέλλεγε ανάμεσα στους ποιητές που του άρεσαν και τον επηρέασαν και τον άσημο σήμερα, αλλά τότε τόσο σημαντικό, ποιητή φίλο του. Στάθηκε μαζί με την παρέα του σε ένα μεταίχμιο της ποίησης, προσπαθώντας ψαχουλευτά να μεταλλάξει την ηχητική της ρίμας και να ξεφύγει από τα αυστηρά πλαίσια της μετρικής, να ανοίξει το στίχο. Μα, πέρα από την αισθητική θεωρούμενη σαν επίτευγμα άνευ υποκειμένου, βρίσκεται η κοινωνικότητα ενός συνόλου γνωστών και φίλων, με κοινές καταβολές, κοινά στέκια, με ανταλλαγές ιδεών, φράσεων, σλόγκαν, κλισέ, με αμοιβαίο θαυμασμό, με κοινές συμπάθειες και αντιπάθειες. Το έδαφος μιας ελάσσονος λογοτεχνίας, μιας κοινής στάσης ζωής σε μια σκληρή εποχή, μια δυνάμει ανατρεπτική στάση που κωδικοποιήθηκε σχεδόν αυτόματα εκείνη την εποχή στο πρόσωπο του Καρυωτάκη. Μια στάση ζωής και μια λογοτεχνία που ονομάστηκε Καρυωτακισμός, και διέθετε μια πλειάδα χαρακτηριστικών που οπωσδήποτε δεν τα είχε εμπνευστεί ο Καρυωτάκης, ίσως όμως τα ενσωμάτωσε με μια πληρότητα και συνέπεια που δεν είχε προηγούμενο.

Μπορούμε να πούμε πως η σύλληψη του Καρυωτακισμού ως στάση έγινε όχι μόνο σε απόλυτη αντίθεση με μια καθεστωτική ποίηση, αλλά και σε μια προβληματική σχέση με τη διαμορφούμενη κομμουνιστική διανόηση. Στεκόταν μέσα στη διαμόρφωση αυτή, σα μια παράδοση ανταρσίας η οποία αποτελούσε αφενός ένα σημαντικό στοιχείο εξέγερσης, αλλά ταυτόχρονα ένα ξένο σώμα στη λογική της δόμησης του «νέου κόσμου» που επαγγέλλονταν ο κομμουνισμός. Όταν το 1935, με το συνέδριο των συγγραφέων, η στράτευση ολοκληρώνεται και η λογοτεχνική παραγωγή γίνεται προπαγάνδα ενός κόμματος, μορφώματα εξέγερσης όπως ο σουρεαλισμός πετιούνται έξω από τον κανόνα, ως μικροαστικά φαινόμενα παραίτησης και ιδιώτευσης. Άλλα φαινόμενα όμως, όπως ο Καρυωτακισμός, διάχυτα στη μορφή τους, θα συντεθούν σε ενιαίο σώμα για να στηλιτευτούν, να εκκαθαριστούν από το υγιές σώμα της σοσιαλιστικής ποιήσεως. Και ενσωματώνονται εν τέλει στο σύμβολο του νεκρού Καρυωτάκη.

Η στάση της επίσημης αριστερής διανόησης απέναντι  στο φαινόμενο Καρυωτάκη πήρε συχνά το χαρακτήρα λίβελου. Στόχος της ήταν να δείξει είτε πως ο Καρυωτάκης ήταν ένας ψυχασθενής, «άρρωστος», «βλαμμένος», άνθρωπος που «το νευρικό του σύστημα δεν ήταν γερό, ισορροπημένο […] από τα παιδικά του χρόνια», όπως τον παρουσίαζε ο Κορδάτος στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του (1962). Οπωσδήποτε όμως η προσκόλληση της στρατευμένης αυτής διανόησης στον Καρυωτάκη ως σύμβολο μιας εποχής, είχε το στόχο να χρωματίσει τη γενικευμένη στάση μιας γενιάς απέναντι στο εθνικιστικό σύστημα της μεσοπολεμικής δημοκρατίας. Μια τάση αποσχιστική, οπωσδήποτε ρηξικέλευθη, και ίσως σε ικανό βαθμό απεγνωσμένη. Σίγουρα όμως βαθύτατα πολιτική. Ο Τέλος Άγρας, ασκημένος αναγνώστης, το διείδε και το εξέφρασε με ειλικρίνεια σταχυολογώντας την πρώτη φουρνιά Καρυωτακιστών (τους αποκαλώ έτσι και όχι Καρυωτακικούς, για να δείξω την σαφή επιρροή σαν πολιτική άποψη, και όχι απλή επίδραση) σε ένα άρθρο με προμετωπίδα «Απαισιόδοξοι. Σατιρικοί. Επαναστάτες» στα Νεοελληνικά Γράμματα. Αντιτείνει ο Βαρίκας: «ο σατιρικός ποιητής είναι πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα ένας αγωνιστής. Ο Καρυωτάκης όμως δεν υπήρξε τέτοιος» (Βάρναλης-Καρυωτάκης, 172). Εδώ, ο μύθος Καρυωτάκη χρησιμοποιείται εκ των υστέρων για να χρωματίσει με εστετισμό, παραίτηση και παρακμή όχι μόνο μια ολόκληρη γενιά επιγόνων, αλλά και την ίδια την κοινωνική κατάσταση που έθρεψε την ποιητική του μεσοπολέμου. Το τι θα θέλανε οι κριτικοί αυτοί της αριστεράς για τον Καρυωτάκη το συνοψίζει ο Τεύκρος Ανθίας στην Εφημερίδα Υπαλληλική, το 1928: «ελπίζαμε σιγά σιγά να τον δούμε σε μιαν άλλη στράτα, τη στράτα της σημερινής Επαναστατικής Τέχνης, που προχωρεί με το γέλιο για τον αγώνα και την αναγέννηση». Το στρυχνινώδες γέλιο του κόμματος, με λίγα λόγια.

Και όλο αυτό στηρίζεται σε ένα και μοναδικό ψέμα, που κάποιος καλοπροαίρετος θα το έλεγε παρανόηση, αν τα στοιχεία του δεν βρισκόταν ήδη στη δημόσια σφαίρα. Το ψέμα αυτό ήταν η φιγούρα του απολίτικου Καρυωτάκη. Έπρεπε να έρθει το 1978 και ο χαλκέντερος Γ.Π. Σαββίδης, για να δημοσιευτούν, από της στήλες του Βήματος, κάποια αδιάσειστα στοιχεία για την έντονη συνδικαλιστική δράση του Καρυωτάκη. Ώστε ο Καρυωτάκης δεν ήταν μόνο ο ποιητής της ήττας, της αρρώστιας, της παραίτησης, αλλά και ένας ενεργότατος συνδικαλιστής. Κατά συνέπεια, η αισθητική στάση του Καρυωτακισμού δεν είναι η «ευρεία πύλη» προς την αστική παρακμή, αλλά μπορεί άνετα να συνάδει με την πιο ενεργή πολιτική δράση. Συνέπεια της οποίας, καθώς φαίνεται, ήταν ο εκτοπισμός, η απομόνωση, ο διασυρμός του ερειστικά μαχόμενου συνδικαλιστή, και γενικού γραμματέα της Ένωσης Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών, Καρυωτάκη.

Ο Καρυωτάκης που, εν πάσει περιπτώσει μάχεται και εναντίον του κατεστημένου που επικρατεί στο χώρο της δουλειάς του και του λειτουργήματός του. Που μιλάει, η προσπαθεί να μιλήσει, όπως προσπαθούν να μιλήσουν και άλλοι λογοτέχνες της γενιάς του ενάντια σε μια –ταξική– συνωμοσία σιωπής που καλύπτει τις ανανεωτικές προσπάθειες στη γλώσσα αλλά και στα ήθη:

Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,/ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει/ μικρόν εμέ κ εσάς μεγάλο, ίδια τον ένα και τον άλλο;

Τους τρόπους το παράστημά σας, το θελκτικό μειδίαμά σας, το monocle που σας βοηθάει/να βλέπετε μόνο στο πλάι/ και μόνο αυτούς να χαιρετάτε/ όσοι μοιάζουν αριστοκράται

Ο Καρυωτάκης, που κρύβεται μάλλον πίσω από την λεπτή ειρωνεία των φράσεων που δημοσιεύτηκαν στο υπόμνημα της ΕΕΣΔΥ προς την κυβέρνηση (25-1-1928):

               «καθ’ ημάς, το ζήτημα της απεργίας δεν τίθεται, εάν ο υπάλληλος έχη δικαίωμα ή μη απεργίας από απόψεως δημοσίου δικαίου ή της κειμένης σωματειακής νομοθεσίας. Η απεργία είναι εν γεγονός το οποίον δεν εξετάζεται από απόψεως νομιμότητος, όπως δεν εξετάζει κανείς εάν βρέχη ή δεν βρέχη κατά Σύνταγμα ή κατά Νόμον, πεινά κανείς νομίμως ή δεν πεινά, έχομεν κυκλώνα ή θαλασσοταραχήν ή εκκρήγνυται κεραυνός σύμφωνα με το Σύνταγμα ή με τους κειμένους νόμους και το υπαλληλο-σωματειακόν ισχύον δίκαιον.» (Σαββίδης, Καρυωτάκης, Ποιήματα και Πεζά, σ. 281)

Ο Καρυωτάκης, υπεύθυνος της διαρροής των εγγράφων που αποτέλεσαν αδιάσειστες αποδείξεις ότι ο τότε υπουργός Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως Κύρκος «ενεθυλάκωσε» ένα σεβαστό ποσό τάχα για οδοιπορικά του (Καθημερινή 23.1.1928), πράγμα που του κόστισε το κατρακύλισμα στην υπαλληλική κλίμακα, την απομόνωση και τέλος την αυτοκτονία. Θέλησε ο Καρυωτάκης να σπάσει την ομερτά, τη συμφωνία σιωπής που κάλυπτε την αναδυόμενη συμπαιγνία ανάμεσα στο κράτος-εργοδότη και την αντικομμουνιστική του ιδεολογία. Μια σιωπή όμοια με κείνη που «βαρύτερη από το χώμα» κάλυψε και τον ποιητή Ραφτόπουλο, καθώς έγραφε ο Καρυωτάκης στη νεκρολογία του φίλου του στα 1924.

Υπάρχει ωστόσο μια μυστική ιστορία της λογοτεχνίας και των λογοτεχνών, που δεν συνοψίζεται στον όρο Καρυωτακισμός, και δεν συμπίπτει με τα χαρακτηριστικά της παραίτησης και της εστέτ ιδιώτευσης που του αποδόθηκε εκ των υστέρων. Η ιστορία αυτή εκλείπει και ίσως να μην είναι δυνατόν να ανασυσταθεί παρά σε ψήγματα και σπαράγματα. Σε ενδείξεις και θρύλους. Η ιστορία αυτή είναι η ιστορία ενός πληθυσμού που έζησε στο όριο, στριμωγμένος ανάμεσα στις συμβάσεις της επίσημης κοινωνίας και του πολιτικού κράτους, και σε ένα υπόκοσμο του οποίου τα όρια ήταν διαπερατά και εκτατά. Έθεσε υπό συζήτηση ακριβώς αυτά τα όρια που χωρίζουν την «επίσημη» κοινωνία από την πλέμπα, αλλά και την καθορίζουν ως τέτοια.

Το ενδιαφέρον είναι πως η πλατιά βούρτσα του Καρυωατακισμού χρησιμοποιείται για να βάψει με αποχρώσεις παρακμής, φιλασθένειας και παραίτησης, το σύνολο σχεδόν των «αντιφρονούντων» ποιητών του μεσοπολέμου, ακόμα και αν αυτοί ποτέ δεν συνδέθηκαν, ή δεν επηρεάστηκαν, από το στυλ και την ατμόσφαιρα του Καρυωτάκη. Το παράδειγμα του Λαπαθιώτη, μποέμ αστού ποιητή, εθισμένου στα ναρκωτικά και ανοιχτά ομοφυλόφυλου, είναι μια τέτοια περίπτωση. «Παραιτημένος αστός» έτσι ο Λαπαθιώτης, που εκ των υστέρων αποδείχθηκε πως ήταν στρατευμένος στον σκοπό του κομμουνισμού ήδη από το 1921. Ή το παράδειγμα των ελλήνων υπερρεαλιστών, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για «απολίτικη» εστέτ στάση, για να έρθει η πρόσφατη έρευνα να ανασκευάσει την κατηγορία. Πράγμα που δείχνει ότι στη δύσκολη διάβαση ανάμεσα στη σκύλα των «αστών» και τη χάρυβδη του «κόμματος», αυτό που παρέμεινε ατεμάχιστο και αλώβητο ήταν ο καθωσπρεπισμός ενός έθνους «πατριωτών».

 Εύκολο ίσως το συμπέρασμα. Ίσως πρέπει να ξαναδούμε το φαινόμενο του Καρυωτακισμού παίρνοντας κατά γράμμα τους λιβέλους που εκτοξεύτηκαν εναντίον του. Να θεωρήσουμε δηλαδή πως όντως κάποιες φωνές στο ποιητικό στερέωμα του μεσοπολέμου προσπάθησαν να ντύσουν αισθητικά και να εκφράσουν την πολιτική τους δράση, η οποία ήταν επικίνδυνη γιατί αδυνατούσε να ενταχθεί, γιατί παρέμενε στις παρυφές, γιατί έδινε φωνή στο περιθώριο. Πρόκειται λοιπόν για μια ποίηση που δεν εκφράζει μια παραίτηση, μια αποπολιτικοποίηση. Εκφράζει, αντίθετα, την αδυνατότητα των πολιτικών ανησυχιών μιας γενιάς, οι οποίες περνούσαν μέσα από έναν τρόπο ζωής και δράσης, να ενταχθούν πλήρως στην στενότητα της σύγκρουσης ανάμεσα στο αντικομμουνιστικό κράτος και τον κομματικό μηχανισμό. Και για τούτο, η ποίηση αλλά και η ζωή τους είναι κάτι περισσότερο από ακατανόητη: είναι αδιανόητη.

Να επιστρέψουμε όμως στον λησμονημένο Ραφτόπουλο, και να δώσουμε μερικά σπαράγματα βιογραφίας, από τα λίγα που είναι διαθέσιμα στον ντιλετάντη ερευνητή. Γεννήθηκε το 1894, κατά πάσα πιθανότητα, στο τότε Σκεπαστό της Ανατολικής Θράκης, και φοίτησε στην Κωνσταντινούπολη, στη «Μεγάλη του Γένους Σχολή», απ’ όπου δεν απεφοίτησε ποτέ, λόγω μάλλον ακραιφνούς δημοτικισμού. Ολοκλήρωσε όμως τις εγκύκλιες σπουδές του στο Ελληνογαλλικό Λύκειο στο Πέρα, και δίδαξε ως δάσκαλος μετά την αποφοίτησή του στην Καππαδοκία και τη Μαύρη Θάλασσα, για δύο χρόνια, από το 1912. Το 1910, είκοσι χρονών, τον βρίσκουμε ήδη μέλος μιας ομάδας δασκάλων, η οποία συμμετέχει στο «Σοσιαλιστικό Κέντρο Τουρκίας», πρόδρομο της αναρχοσυνδικαλιστικής Διεθνούς Πανεργατικής Ένωσης του Ζαχαρία Βεζεστένη, κλάδο της IWW. Η νεοτουρκική κυβέρνηση κλείνει το όργανο του ΣΚΤ, τον «Εργάτη» το 1910, με αφορμή άρθρο του μετέπειτα γνωστού κομμουνιστή ηγέτη Ν. Γιαννιού, και ακολουθούν διώξεις και εξορίες για τα μέλη του. Άγνωστο αν κυνηγήθηκε και ο Ραφτόπουλος, ωστόσο το 1914 βρίσκεται στην Αθήνα, να κατοικεί στο Ελληνικό, να δουλεύει σε διάφορα επαρχιακά σχολεία ενώ φοιτά, με μεγάλες δυσκολίες, στη φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών. Η ζωή της πόλης τον τραβά, όπως και οι πνευματικές συντροφιές της, οπότε επιστρέφει στην Αθήνα και δουλεύει σαν διορθωτής σε διάφορες εφημερίδες. Κάποια στιγμή, καταφέρνει να διοριστεί γραφέας στο υπουργείο γεωργίας, «κάνοντας» όπως λέει ο πρώτος βιογράφος του και επιμελητής του Πέτρος Τριαντάφυλλος το 1924, «τη δουλειά αυτή με βαρειά μια σιχασιά».

Ο ίδιος επιμελητής, προσωπικός φίλος του ποιητή, περιγράφει πως έχασε τη δουλειά του στο υπουργείο για κομματικούς λόγους, μετά από μια αλλαγή κυβέρνησης. Ο φυματικός Ραφτόπουλος καταφέρνει, σε συνθήκες τρομακτικής ανέχειας, να τελειώσει τις σπουδές του στη Φιλοσοφική και να διοριστεί έφορος αρχαιοτήτων στους Δελφούς, μέχρις ότου η ασθένεια να τον ρίξει κάτω για τα καλά. Με εκδηλωμένη πλέον τη φυματίωση, βρίσκεται σίγουρα το 1921 στη Σωτηρία, όπου πρωτοστατεί σε μια μεγάλη και θρυλική εξέγερση των ασθενών. Πάμπτωχος και δυστυχής, περιφέρονταν στις εξοχές του φθισιατρείου, όπου τον πετυχαίνουν τα «όργανα του αντίπαλου κυβερνητικού κόσμου» κατά το βιογράφο του, αλλά μάλλον τα όργανα της διεύθυνσης του νοσοκομείου και τον κάνουν μαύρο στο ξύλο, με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί σε κλινική, απ’ όπου βγήκε με κλονισμένη πλέον ανεπανόρθωτα την υγεία του. Μπαινοβγαίνει στη Σωτηρία από το καλοκαίρι του 1921 μέχρι και το φθινόπωρο του 1922. Πεθαίνει, πάμφτωχος και ολομόναχος, το απόγευμα της Παρασκευής 30 Νοεμβρίου του 1923, στην κλινική του Χρηστομάνου στα Κάτω Πατήσια. Ο «ασθενής νούμερο 19» θάφτηκε γρήγορα το ίδιο βράδυ, χωρίς κηδεία. Μετά από επτά χρόνια, στην ίδια κλινική θα πεθάνει και η φίλη του, Μαρία Πολυδούρη.

Ο Ραφτόπουλος ήταν ένας ποιητής, μα ταυτόχρονα και ένας πεπεισμένος σοσιαλιστής αγωνιστής. Κατά τη σύντομη ζωή του στην Αθήνα, ήταν ένας από τους πιο γνωστούς αγκιτάτορες στο τότε εν τη γενέσει του σοσιαλιστικό κίνημα, που σύχναζε στο περίφημο «πατάρι» του ΣΚΑ, στην πλατεία Κλαυθμώνος. Αν και στον κύκλο επιρροής του Γιαννιού, ωστόσο συνδέθηκε από νωρίς με τον Πάνο Ταγκόπουλο, εκδότη του Νουμά, ένα πρωτοποριακό δημοτικιστικό περιοδικό της εποχής.

Ταγκόπουλε ξεκίνησες και πηαίνεις. Πού πηαίνεις;/ Εσύ και το λουλουδάκι πρόσεχες περνώντας;/ Τα φονικά στους ώμους σου όπλα πώς τα υπομένεις;/ Και σκλάβος σέρνεσαι και πας τους σκλάβους ακολουθώντας/ Ξέρεις αίτια των πολέμων κι’ εχτρός οι δουλευτάδες/ Δεν είναι π’ όμοια αφίνουνε τα σπίτια τους πονώντας/ Γλεντοκοπούνε των λαών στις πόλεις οι φονιάδες!/ Το χρέος σου… κι’ ας σκοτωθείς στα πλήθη έτσι μιλώντας. 

Αυτά γράφει ο Ραφτόπουλος σε ποίημα του αφιερωμένο στον Πάνο Ταγκόπουλο, στο Νουμά  της 30ης Σεπτεμβρίου 1921. Ο Νουμάς είχε από αρκετά νωρίς συνταχθεί πλήρως με τις θέσεις του τότε ΣΕΚ (αργότερα ΚΚΕ), και βρισκόταν σε διάσταση με τον Γιαννιό. Σίγουρα και ο Ραφτόπουλος βρέθηκε ολοένα και περισσότερο με την πλευρά του φίλου του Ταγκόπουλου, και μετά τον α’ π.π. απομακρύνθηκε οριστικά από τον μετατοπιζόμενο προς το κέντρο Γιαννιό.

Ο Ραφτόπουλος ποιητής επηρρεάζεται από τον Ραφτόπουλο αγωνιστή, και η ποίησή του αλλάζει και αυτή πρόσωπο. Αλλάζει, όπως την αντιμετώπισε η κριτική, και μετατρέπεται «από θεοκρατική» σε «αντιμιλιταριστική και κοινωνιολογική» (παρατίθεται από τον Τριαντάφυλλο στη σελ κ’ της εισαγωγής του)

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό να παρακολουθεί κανείς την εξέλιξη του ποιητή από τα πρωτόλειά του μέχρι την τελευταία του ποιητική συλλογή. Βρίσκει εκεί αποτυπωμένη την πάλη του ποιητικού λόγου να ξεφύγει από τα στενά πλαίσια της στιχουργίας και να φέρει κοντινότερα μορφή και νόημα. Στην γραφή του Ραφτόπουλου φαίνεται νομίζω πιο ξεκάθαρα η «παραδοσιακή» μετρική να διαρρηγνύεται, καθώς πιέζεται από νέα κοινωνικά δεδομένα τα οποία αδυνατεί να εκφράσει, από συνειδητές και ασυνείδητες επιρροές και τέλος από την ανάγκη των ίδιων των υποκειμένων που την εκφέρουν να είναι «της εποχής τους».

Ξεκινά ο ποιητής από βουκολικά σχεδόν θέματα, με το μέτρο και το ρυθμό του δημοτικού τραγουδιού:

Πήραν το δρόμο οι όμορφες και παν πέρα στις ράχες,/ Στα κλώνια κούνια στήνουνε το κούνισμ’ αρχινίζουν./ Κουνιέται μια, κουνιούνται δυό, κουνιούνται τρεις και πέντε,/ Κουνιέται κ’ η Βασιλική που πιο όμορφη είν’ απ’ όλες.

Γράφει σε ένα από τα ποιήματα της πρώτης του εποχής.

Στη συνέχεια, περνάει σε ένα πιο κλειστό, πιο ατομικό τρόπο και σε μια πιο «αστική» θεματική, καθώς ο στίχος του λεπταίνει και προσαρμόζεται περισσότερο στην συγκαιρινή του ποίηση:

Κ’ ένα βράδυ κ’ ένα βραδάκι/ Η κόρη του παραθυριού/ Εκαθόταν μ’ όψη θλιμμένη/ Σα μαραμένου λουλουδιού.

Ή, με ποιήματα όπως το ακόλουθο

Φθινόπωρο η ζωή, χλωμό, θλιμμένο/ βαρύ το πέρασμά μου κουρασμένο/ Κίτρινος ήλιος, άνθια μαραμένα,/ τα μάτια μου τα μαύρα θολωμένα./ Λάλημα πουθενά, πικρό, κλαμένο,/ θροούν τα ξερά φύλλα όθε διαβαίνω./ Πέφτουν τα φύλλα, πλήθια, πικραμένα/ οι ώρες μου αργοκυλάν βουβά, πνιγμένα.

σίγουρα εγγράφεται στην «παρακμή», ένα φαινόμενο της εποχής, μετά τη φρίκη του α’ π.π. και την δεκαετή εμπλοκή της Ελλάδας σε αιματηρούς επεκτατικούς πολέμους, που χρησίμευσε αργότερα στην κριτική για να στοιχειοθετήσει τον καρυωτακισμό ως κίνημα απαισιοδοξίας και παρακμής.

Με την ψυχήν ως διαβαίνω συντριμμένη/ Της φύσης η αγκαλιά μου είναι κλεισμένη./ Λαλούν τ’ αηδόνια, μα όχι στην καρδιά μου,/ εσκότωσα τον άγιον έρωτά μου./ Τα δέντρα με κοιτούν ωσάν να λένε:/ «άνθρωπε φύγε, μάυρε, κολασμένε»/ Έλεος φωνάζω, μα φωνή δεν κρένει,/ Με ψυχήν ως διαβαίνω συντριμμένη.»

Με ψήγματα πάντοτε κοινωνικής κριτικής, μιας πιο ρομαντικής παράδοσης, πχ στο παρακάτω ποίημα από το ζ’ βιβλίο, που παραπέμπει, ίσως άθελά του, στον Ουίλιαμ Μπλέηκ:

Αθήνα – ω της γής το μέλι και γάλα!/ Κόλαση μαύρη, θάνατος ο εαυτός σου./ Αδιάφορος προς τα έργα τα μεγάλα,/ Της ύλης δούλος ταπεινός ο λαός σου./ Όχεντρα δολερή, καρτέρι στήνεις,/ Όπου τη λάμψη του καλού υποθέσης./ Να με πνίξης, φαρμάκι όσο κι αν χύσης,/ Μάθε, Ιερουσαλήμ, δεν θα μπορέσεις.

 Ο ίδιος ποιητής, ένας δημιουργός που εμπνέεται ακόμα από την φύση και τα βιώματα της ιδιαίτερης πατρίδας του, που επικαλείται συχνά μια θεϊκή ύπαρξη, αν και μάλλον με την έννοια του «δαιμονίου» των ρομαντικών, που φαντάζεται βουκολικές διονυσιακές ανατάσεις, μας εκπλήσσει με την ταυτόχρονή του στράτευση στο σοσιαλιστικό ιδεώδες, όταν γράφει ποιήματα όπως το παρακάτω:

Στο Λίμπκνεχτ

Σύντροφε Λιμπκνεχτ, μάρτυρα, ιδέα,/ θεόν, η καρδιά μου πώς να σε ονομάση;/ Θνητός δεν είσαι, ζής στην κάθε ωραία/ όπου αγωνίζεται, ψυχή να σπάση/ του κτήνους τα δεσμά και να χαρίσει/ σ’ όλους τους σκλάβους την ευδαιμονία,/ Χαρούμενος ο κόσμος πια να ζήση/ Στον έρωτα, στη λεύτερη εργασία.

Που, παρά να εκφέρει μια γνώμη για τις ιδέες του ποιητή, μας δείχνει με σαφήνεια το μείγμα ιδεών και προσεγγίσεων που αποτέλεσε ο σοσιαλισμός και τα ριζοσπαστικά ιδεώδη εν γένει στις αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Προλετάριος

Σ’ ένα υπόγειο κάθουμαι υγρό και σκοτεινό/ που απάνωθέ του υψώνεται πελώριο ένα παλάτι,/ όλο το καλοκαίρι είναι κλεισμένο και αδειανό,/ και το χινόπωρο έρχονται οι νοικοκυραίοι ροδάτοι./ Τρείς κόρες με τη μάνα τους κι αρχίζουν να γλεντούν/ με παλληκάρια του συρμού τις νύχτες τραγουδώντας./ Αυτοί, σα φέξη, πέφτουνε τον ύπνο να χαρούν,/ κ’ εγώ άγρυπνος για τη δουλειά τραβάω βλαστημώντας.

(και τα δύο παραπάνω ποιήματα από τα «Σοσιαλιστικά» του (1919-1921))

Και μέσα σε όλα αυτά, και η φυματίωση. Είναι δύσκολο σε μας σήμερα να αντιληφθούμε την έκταση, τη σοβαρότητα αλλά και τις κοινωνικές προεκτάσεις μιας τέτοιας ασθένειας. Με βάση πρόχειρους υπολογισμούς, οι φυματικοί στην Ελλάδα λίγο πριν τη δικτατορία του Μεταξά υπολογίζονταν σε διακόσιες πενήντα χιλιάδες. Κάθε χρόνο πέθαιναν περί τους είκοσι πέντε χιλιάδες ανθρώπους από την ασθένεια αυτή. Μια ασθένεια που ήταν βέβαια θανατική καταδίκη για τους φτωχότερους ασθενείς. Ήδη από τον 19ο αιώνα μια ασθένεια «καλλιτεχνική», που εξυψώθηκε σε ιδανικό από μια γενιά ρομαντικών ποιητών και συγγραφέων, θεωρούνταν μια αξιοπρεπής ασθένεια, διότι έδινε στο θύμα άπλετο χρόνο να διευθετήσει τα του θανάτου του.

 Ωστόσο, καθόλου αξιοπρεπής δεν ήταν η φθίση για τους ασθενείς που νοσηλευόταν στην  περιοχή γύρω από το σανατόριο της «Σωτηρίας». Νοσηλευόταν βέβαια είναι τρόπος του λέγειν, καθώς γύρω στο 42% των εισερχομένων πέθαιναν μέσα σε ένα δεκαπενθήμερο το πολύ, μόλις το ένα τέταρτο έφτανε τους δυο μήνες και μόνο ένα τρία με τέσσερα τοις εκατό επιβίωναν πάνω από χρόνο. Όσους δεν σκότωνε η ανέχεια και η ασθένεια, τους αποτέλειωναν οι φρικτές πραγματικά συνθήκες στο σανατόριο αυτό, λίγα βήματα από το κέντρο της Αθήνας. Ήταν ένας τόπος στον οποίο ασθενείς από ολόκληρη την πόλη κατέληγαν για να πεθάνουν, συνήθως πάνω σε κρεβάτια δανεισμένα από άλλους ασθενείς. Οι άποροι αυτοί, αρκετά συχνά ανάπηροι των ατελείωτων πολέμων της δεκαετίας 1910-20, κατέληγαν στοιβαγμένοι και αζήτητοι στον περιβόητο «νεκροθάλαμο» του σανατορίου, πλάι στην εκκλησία της αγίας Σοφίας, που είχε αφιερωθεί προς τιμήν της ιδρύτριας του σανατορίου, Σοφίας Σλήμαν. Κάποιοι ήταν τόσο φτωχοί που δεν κατάφερναν καν να περάσουν την πύλη του σανατορίου. Η Σωτηρία δεν ήταν τότε μονάχα τα κτήρια του νοσοκομείου, αλλά μια σειρά από αυτοσχέδια παραπήγματα που συχνά κατασκεύαζαν οι ίδιοι οι ασθενείς, στην πευκόφυτη περιοχή γύρω από τα περίπτερα του σανατορίου κάθε καλοκαίρι.

Γράφει ο Κώστας Στούρνας ήδη στα 1936:

«Η «Σωτηρία» στη θλιβερή αυτή εξέλιξη της παίρνει από τα πρώτα χρόνια σχέση εξάρτησης μα τα σπίτια της αθηναϊκής φτωχολογιάς, με τα σπίτια της μαραμένης ελληνικής επαρχίας. Οι λαϊκές συνοικίες, τ’ ανήλια εργαστήρια κι’ οι φάμπρικες, οι προσφυγικές παράγκες αργότερα, συνδέθηκαν μαζί της για πάντα. Ή στρατώνα, το πανεπιστήμιο, και το εργοστάσιο προ παντός, τροφοδοτούν με νεανικά κορμιά το σανατόριο, που παίρνει στη φαντασία του λαού όψη τρομαχτικού ανθρωποφάγου θεριού. Και στους θαλάμους της «Σωτηρίας» αρχίζει να παίζεται ή τελευταία σκοτεινή πράξη των δραμάτων, που ή πρώτη πράξη τους παίζεται μέσα στο ανήλιο αθηναϊκό φτωχόσπιτο, το φοιτητικό δωμάτιο, τη στρατώνα, το καράβι ή το υγρό μπουντρούμι της φάμπρικας…» (Η Σωτηρία, τόπος μαρτυρίου των φθισικών, 1936)

Πράγματι, το φθισιατρείο επεκτείνεται προσπαθώντας να καλύψει την καλπάζουσα εξάπλωση της φυματίωσης, η οποία αντιστοιχεί με τη μεγαλύτερη βεβαιότητα στη ραγδαία εξαθλίωση των χαμηλότερων στρωμάτων της χώρας. Σημαντική και η εξαθλίωση των βετεράνων του δεκαετούς πολέμου, οι οποίοι επιστρέφουν από το μέτωπο οικονομικά κατεστραμμένοι, χωρίς κοινωνικά δίκτυα στήριξης και ασθενείς φυματικοί. Πέρα από τα κτιστά κτήρια, υπάρχουν και οι διαβόητες «παράγκες», ξύλινα κατασκευάσματα που άρχισαν να κτίζονται το 1914 με τον α’ π.π. σαν αποθήκες υλικού και στάβλοι του στρατού και καταλήφθηκαν από τους φθισικούς από το 1920 και μετά. Σε κάθε παράγκα, από τους προβλεπόμενους αρχικά 24 ασθενείς, έφτασαν να στεγάζονται μέχρι και εκατόν είκοσι, παρατημένοι μέσα σε συνθήκες απίστευτης βρώμας και φρίκης. Η ίδια κατάσταση επικρατούσε στην εξίσου διαβόητη «βεράντα», ένα υπόστεγο ανοιχτό από τις τέσσερις μεριές, στο οποίο διέμεναν μόνιμα φυματικοί, όπως επίσης και στα «Ντέκερ», μεταλλικά τολ του Βρετανικού στρατού από το μέτωπο της Μακεδονίας, τα οποία ήταν τοποθετημένα πλάι στους ανοιχτούς υπονόμους του νοσοκομείου.

Η Σωτηρία, ένας σωρός σκουπιδιών τότε, ήταν επίσης το κάτεργο ενός μικρού αριθμού εργαζομένων στην κουζίνα που πολέμαγαν, με πενιχρούς μισθούς, να ετοιμάσουν καθημερινά, από τις τέσσερις το πρωί ως τις εννιά το βράδυ, φαγητό για περί τους χίλιους πεντακόσιους ασθενείς. Το ίδιο ίσχυε στα πλυσταριά, όπου χηρεμένες γυναίκες έπλεναν τα στρωσίδια των φυματικών με απλό σαπούνι και νερό. Τα  σκεύη των φυματικών συχνά δεν πλενόταν παρά με κρύο νερό, και έτσι συχνά οι εργαζόμενοι κατέληγαν άρρωστοι.

Είναι λογικό, μέσα σε αυτή την αθλιότητα να ξεσπούν συχνά-πυκνά εξεγέρσεις των ασθενών, για τις οποίες γενικά λίγα είναι γνωστά. Το σίγουρο είναι ότι ανάμεσα σε άτομα που βρίσκονταν σε παρόμοια κατάσταση και ζούσαν μαζί καθημερινά, αναπτυσσόταν σχέσεις αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας, οι οποίες στη συνέχεια εξελίσσονταν σε πολιτικά οργανωτικά ζητήματα. Ένα από τα μόνιμα αιτήματα των ασθενών της Σωτηρίας στις εξεγέρσεις τους, για παράδειγμα, ήταν να υπάρχει επιτροπή ασθενών που να φροντίζει τη διατροφή τους, δηλαδή να αγοράζει τα κατάλληλα υλικά και να προετοιμάζει αρκετό φαγητό για όλους τους τροφίμους. Ποτέ το αίτημα αυτό δεν έγινε δεκτό από το υπουργείο, ακόμα και όταν επικυρώθηκε από τη διεύθυνση του νοσοκομείου.

Ίσως η γνωστότερη εξέγερση της Σωτηρίας, και αυτή που ξεκίνησε μια ολόκληρη ιστορία οργάνωσης των φυματικών του νοσοκομείου με βαθύτατα πολιτικούς όρους, ήταν η εξέγερση στην οποία πρωτοστάτησε ο Ραφτόπουλος, τις 13 Αυγούστου του 1921. Οι φυματικοί, αγανακτισμένοι από την εκμετάλλευση και την καταστολή μέσα στη Σωτηρία, καθώς και την αδιαλλαξία τόσο του υπουργείου όσο και του διευθυντή της Παπαδημητρίου, κατέλαβαν το διευθυντήριο πετώντας έξω τη σύζυγό του, ένα Σαββατιάτικο βράδυ όπου εκείνος έλειπε. Ο Παπαδημητρίου, επιστρέφοντας, έφερε την προσωπική του φρουρά της χωροφυλακής, και το νοσοκομείο έγινε πεδίο μάχης με πυροβολισμούς και συμπλοκές ολόκληρη τη νύχτα.  

Την επόμενη ημέρα, οι φυματικοί της Σωτηρίας κατέβηκαν σε πορεία στο κέντρο της Αθήνας, κρατώντας μαύρες σημαίες, με κύριο σύνθημα το «θέλουμε να ζήσουμε». Ο Ραφτόπουλος ήταν στην πρώτη γραμμή. Η πορεία κατέληξε στο υπουργείο εσωτερικών, σπάζοντας το μπλόκο της αστυνομίας. Ο Στάης, υπουργός εσωτερικών, δέχτηκε να μεσολαβήσει για να αλλάξει η διεύθυνση του φθισιατρείου. Οι ασθενείς επέστρεψαν στη Σωτηρία και ξεκίνησαν οργανωτική δουλειά, προσπαθώντας να φτιάξουν την πρώτη πανελλήνια οργάνωση ασθενών. Ο Ραφτόπουλος δεν είχε τύχη μετά από το γεγονός αυτό, αρκετά ήδη στοχοποιημένος στα μάτια της διεύθυνσης. Μια ημέρα, καθώς βάδιζε μόνος του στο φθισιατρείο, του επιτέθηκαν δυο μπράβοι της διεύθυνσης, οι Κονταργύρης και Καπράνος,  και τον άφησαν με σπασμένα πόδια, να κάνει αιμόπτυση. Ήταν η αρχή του τέλους για τον ποιητή μας, αλλά και η αρχή της πολιτικής οργάνωσης των ασθενών. Σύντομα, το 1924, η ένωση παλιών πολεμιστών, συνειδητοποιώντας ότι τα περισσότερα μέλη της είναι φυματικοί, ξεκινά την «ένωση φυματικών», μια οργάνωση που γνώρισε την καταστολή από την πρώτη μέρα της ίδρυσής της. Μέχρι τη δικτατορία του Μεταξά, στη Σωτηρία ξεσπούν μια σειρά από εξεγέρσεις, που συχνά καταλήγουν σε ένοπλες συγκρούσεις στην λεωφόρο Μεσογείων.

Όσο βάζω στο μυαλό μου την εικόνα ενός πλήθους από άρρωστα κορμιά, στο τελευταίο σκαλί της αθλιότητας, να φέρνουν την αρρώστια τους κάτω από μαύρες σημαίες στο κέντρο της πόλης, αναρωτιέμαι αν ο πρωτεργάτης της πορείας αυτής δεν ήταν ένας πραγματικός ποιητής. Όχι λόγω της ποιότητας των ποιημάτων που έγραψε, αλλά διότι με τη στάση της ζωής του δημιούργησε μια ζωτική ποίηση που έχει περισσότερα να πει για την εποχή του και τους αγώνες της παρά οποιαδήποτε «στρατευμένη» ποίηση. Ίσως ο καρυωτακισμός να ήταν εν τέλει ακριβώς αυτό, μια στάση ζωής, μια επιλογή στρατοπέδου για όσους δεν έβρισκαν καταφύγιο ούτε στην στεγνότητα του καθωσπρεπισμού, αλλά ούτε στη μονολιθικότητα του κομμουνισμού. Κυνηγημένοι από όλους, έζησαν την στριμωγμένη τους ύπαρξη κοντά στο περιθώριο, με το οποίο φλέρταραν μανιωδώς: ναρκωτικά, αλκοόλ, ξενύχτια, σεξουαλικές σχέσεις έξω από τα καθιερωμένα, και τέλος, η ασθένεια. Η ασθένεια σαν ένας τρόπος της ύπαρξης, σαν αυτό που δεν χωράει στην υπαρξιακά τελειωμένη φιλοσοφία ζωής των αστών. Μια αποδοχή της στυγνής ισότητας απέναντι στο θάνατο, μια οντολογία της χειρονομίας. Αυτή η χειρονομία του Ραφτόπουλου, πιστεύω, ξαναβάζει στο τραπέζι το ζήτημα της ύπαρξης με τρόπο που κανείς ποιητής της γενιάς του δεν το έχει κάνει σε αυτή τη χώρα. Αν οι μεταγενέστεροί του έψαξαν στην ποιητική ενάργεια μια μετουσίωση των κοινωνικών αδικιών, μια διαφυγή σε μια χώρα εξιδανικευμένη, ο Ραφτόπουλος ξανάφερνε με ορμή την ποίηση εκεί που πραγματικά της αρμόζει, μέσα στην υλικότητα της καθημερινής ύπαρξης. Ήταν και κείνος με την αντιπολίτευση που λέγεται ζωή, και για τούτο τον θυμούμαι σήμερα με μια αίσθηση δέους.

Μικρή γραμματική των συναισθημάτων

Posted in αφιονισμοί, δικά on February 18, 2013 by simeonvatalos

για χρήση όλων των Λενινισμών του εικοστού πρώτου αιώνα

εγώ χαίρομαι

εσύ χαίρομαι

αυτός χαίρομαι (ενίοτε: αυτή χαίρεται)

εμείς χαιρόμαστε

εσείς χαιρόμαστε

αυτοί χαιρόμαστε (εξαίρεση: αυτές χαίρονται)

Στο επόμενο θα κλίνουμε το ρήμα εκβιάζω, σε όλες τις φωνές.

Το κράτος-κρίση, ο «χώρος» και το κίνημα

Posted in Uncategorized with tags , , , , , , on January 25, 2013 by simeonvatalos

Η συγκυρία και η καταστολή

Για πολλούς και πολλές η αυξημένη ένταση της καταστολής φέρει ένα άρωμα δεξιάς. Θυμίζει παλιότερους καιρούς, στους οποίους η δεξιά, που αδυνατεί να καταλάβει τα κινήματα και για τούτο τα αντιμετωπίζει μόνο πολεμικά, χτυπούσε βάναυσα τις όποιες κινητοποιήσεις, φουντώνοντας αντί να κοπάζει τη φωτιά της εξέγερσης. Η κεντροαριστερά, αντίθετα, τροφοδοτούμενη από τα κινήματα, μπορεί να τα καταλάβει και κατά συνέπεια να τα ελέγξει, να τα ηγεμονεύσει και φυσικά να τα καταστείλει με πιο αποτελεσματικό τρόπο.

Image

Αυτό το σενάριο ισχύει για τα πρόσφατα γεγονότα, αλλά μονάχα εν μέρει. Μπορούμε πράγματι να δούμε τη σημερινή (συν)κυβέρνηση ως αποτέλεσμα της τελευταίας ίσως αιώρησης εκείνης της εκλογικής μάζας-εκκρεμούς που ανέβαζε αλληλοδιαδοχικά πασόκ και νέα δημοκρατία σχεδόν από το 74 και μετά. Σύμφωνα με την εκτίμηση αυτή, το στυλ διακυβέρνησης της ΝΔ θα συνεχίσει για άλλα τέσσερα χρόνια, ίσως και λιγότερο, και μετά θα βρεθούμε πάλι στο πουργατόριο της σοσιαλδημοκρατίας να χαράσσουμε τις δύσκολες ισορροπίες ενός κινήματος ριζοσπαστικής αλλαγής. Υπάρχουν ενδείξεις όμως ότι αυτό που άλλαξε ουσιαστικά τον τελευταίο χρόνο δεν είναι μονάχα ένα «στυλ» διακυβέρνησης, αλλά η ίδια η έννοια της διακυβέρνησης ενός κράτους σε κρίση.

Κράτος σε κρίση σημαίνει και κράτος-κρίσης, δηλαδή μια μορφή διακυβέρνησης της χώρας σαν αυτή να βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, πράγμα που αποδίδει έκτακτες δικαιοδοσίες και εξουσίες στους κυρίαρχους του παιχνιδιού. Οποιαδήποτε και αν είναι η εξέλιξη του κυβερνητικού στυλ, μπορούμε να κάνουμε με ασφάλεια την πρόβλεψη ότι θα υπάρχουν ορισμένες αρχές διακυβέρνησης οι οποίες θα παραμείνουν σταθερές. Οι κλυδωνισμοί που δέχτηκε το σύστημα της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης τα τελευταία χρόνια, και ειδικά το καλοκαίρι του 2012, έδειξαν πως, αν είναι να διατηρηθεί η δημοκρατική διαμεσολάβηση που είχε διαμορφωθεί μετά τη μεταπολίτευση, πρέπει οπωσδήποτε να εγκαθιδρυθεί ένα νέο σύστημα άσκησης της κρατικής εξουσίας. Ορισμένοι πόλοι του συστήματος αυτού βρίσκονταν ήδη στη θέση τους. Ένας πόλος, για παράδειγμα, είναι ο κεντρικός ρόλος των μεγάλων μμε. Παραδείγματα «τηλεδημοκρατίας», δηλαδή ολιγαρχικών πολιτευμάτων στα οποία τα μμε λειτουργούν ως «κοινωνία των πολιτών», υπάρχουν πολλά, με πρώτιστο τη γείτονα Ιταλία. Στο νέο αυτό καθεστώς, τα μμε δεν έχουν μόνο το ρόλο της ιδεολογικής προπαγάνδας του κράτους ή κάποιων μερίδων του κεφαλαίου. Κάνουν κάτι πολύ ουσιαστικότερο, που είναι να νοηματοδοτούν το ίδιο το σύστημα διακυβέρνησης καθώς και να εξαντλούν τις αντιδράσεις σε αυτό μέσα σε ένα ελεγχόμενο χώρο «μέσης κοινής γνώμης». Με άλλα λόγια, να αντικαθιστούν το «δημόσιο χώρο» σαν μόνη νομιμοποιημένη διέξοδο διαμεσολάβησης των ανταγωνισμών. Άλλος πόλος είναι η πολιτική συγκρότηση του παρακράτους, με την αιγίδα της ΧΑ και την ανοχή των πολιτικών κομμάτων της συγκυβέρνησης. Και πάει λέγοντας.

Ωστόσο μέσα στη συγκυρία, αναδύονται και άλλες μηχανές διαχείρισης της πραγματικότητας σε καθεστώς κρίσης: ένα παράδειγμα είναι αυτό της δημόσιας υγείας, με την πρόβα τζενεράλε που έγινε μέσα από την ιστορία των οροθετικών. Εδώ θα πω μόνο λίγες σύντομες κουβέντες, αν και το θέμα χρήζει περεταίρω ανάλυσης: είναι λάθος η κλασσική πολιτική γραμμή της αριστεράς ότι το κράτος (η κυβέρνηση) χρησιμοποιεί τη δημιουργία και διαχείριση ηθικών πανικών (επιδημίες, καταστροφές, παντός είδους «εισβολές» – ιών, μεταναστών, αναρχικών- κλπ.) για να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη από τα πραγματικά ζητήματα (το μνημόνιο, την άνοδο της ανεργίας, τη φτώχια, κλπ). Στην πραγματικότητα η διαχείριση τέτοιων τεχνητών κρίσεων βρίσκεται στην καρδιά του νέου μοντέλου κράτους και ως εκ τούτου διαμορφώνει τα νέα υποκείμενα της κρατικής εξουσίας. Η δικαιοσύνη ασκείται να αντιμετωπίζει «σκάνδαλα» και όχι υποθέσεις. Η αστυνομία ασκείται να αντιμετωπίζει «απειλές» και όχι καθημερινούς εγκληματίες. Οι υγειονομικοί οργανισμοί ασκούνται να διαχειρίζονται «βόμβες» και όχι απλούς ιούς ή απλά ασθενείς ανθρώπους.

Το γεγονός αυτό σημαίνει από τη μια πλευρά ότι το κράτος ετοιμάζεται να διαχειριστεί πιθανώς έκρυθμες καταστάσεις που μπορεί να επιφέρει η φτωχοποίηση του πληθυσμού, χωρίς να γνωρίζει ακριβώς ποιες είναι αυτές. Γνωρίζει όμως ότι ο πληθυσμός αυτός που θα απολυθεί και θα εκπέσει λόγω των στρατηγικών της κυβέρνησης, σίγουρα θα στραφεί, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, εναντίον της, και γιατί όχι, εναντίον ολόκληρου του συστήματος. Όλος αυτός ο πληθυσμός, και είναι πολύς, είναι χοντρικά ένας «χύμα» κόσμος (πχ φεύγει από την άμεση ισχύ των επίσημων συνδικάτων, φεύγει από την άμεση εξάρτηση από το κράτος-εργοδότη), που χρειάζεται μια άλλου τύπου διαχείριση από αυτή που ισχύει μέχρι σήμερα. Από την άλλη όμως, σημαίνει ότι ο μηχανισμός που ονομάζουμε κράτος, δηλαδή ένα εκτεταμένο δίκτυο από φορείς, λειτουργούς, υπηρεσίες, και όλα τα συμπαρομαρτούντα, αλλάζει μορφή ως δημιουργός και διαχειριστής της εργασίας. Για να δώσω ένα πολύ απλοϊκό παράδειγμα: αν απολύσει διακόσιες χιλιάδες υπαλλήλους και ταυτόχρονα έχει προσλάβει εκατό χιλιάδες μπάτσους, πολύ απλά κάτι πρέπει να κάνει με όλους αυτούς τους μπάτσους (και το ευκολότερο είναι να τους στρέψει προς τους διακόσιους χιλιάδες απολυμένους). Ένα άλλο, πιο λεπτό παράδειγμα, είναι οι πολιτικές για την ανεργία, οι οποίες εκ πρώτης όψεως φαίνονται σαν συνέχεια του παραδοσιακού κράτους πρόνοιας, αλλά στην ουσία αλλάζουν την μορφή του υποκειμένου άνεργος σε σχέση με το κράτος.

Με τον ίδιο τρόπο, μπορούμε να δούμε και την εκκένωση των καταλήψεων σαν ένα μέρος του κράτους-κρίση. Όπως το υπουργείο υγείας θα μπορούσε κάλλιστα να συλλάβει τις οροθετικές και να τις περάσει από εξέταση ή/και δίκη χωρίς όλη αυτή την καμπάνια υστερίας, έτσι και η εισβολή στις καταλήψεις θα μπορούσε να γίνει χωρίς να αποτελούν αυτές πρώτο θέμα στα δελτία των ειδήσεων και αιχμή της πολιτικής της κυβέρνησης ενάντια στην αντιπολίτευση. Μάλιστα, η λογική αυτό θα υπαγόρευε: αν όντως πιστεύει η αστυνομία και το κράτος ότι τις καταλήψεις τις κάνουν εκατό μαλακισμένα, τότε δεν υπήρχε λόγος να κινητοποιηθεί ένας ιδεολογικός μηχανισμός για να κερδίσει την κοινή γνώμη με το μέρος του υπροπο. Δε θα χρειαζόταν καμιά νομιμοποίηση, και στην ουσία δεν χρειάστηκε, καθώς οι περισσότερες εισβολές έγιναν χωρίς την τυπική παρουσία εισαγγελέα.

Η κυβέρνηση όμως αναγνωρίζει ότι υπάρχει ένας πληθυσμός σε κρίση, και μάλιστα ότι αυτός ο πληθυσμός προσπαθεί με τον άλφα η βήτα τρόπο να οργανωθεί με τρόπους οι οποίοι εκ των πραγμάτων τον βγάζουν έξω από τα όρια της αστικής νομιμότητας, ή τον υποχρεώνουν να κινείται σε μια περιοχή η οποία δεν καλύπτεται τυπικά από το νόμο. Για παράδειγμα, ένας αποκλεισμός ενός καταστήματος για να επιτευχθεί μια απόλυση, είναι μια πράξη η οποία βαδίζει σε ένα πεδίο το οποίο δεν καθορίζει ο νόμος, δεν μπορεί να το καθορίσει κανένας νόμος, και μόνο η ισχύς της απόφασης του κυρίαρχου μπορεί τελικά να πει τον τελευταίο λόγο. Αν η αστυνομία σε συλλάβει και σε τρέξει για εκατό πλημμελήματα, ίσως εν τέλει να αθωωθείς με το γράμμα του νόμου, όμως ο το σύστημα της δικαιοσύνης έχει κατισχύσει πάνω σου στερώντας σε από πόρους (χρήμα για δικηγόρους), ελευθερίες (μετακίνηση όταν και όπως θες εν όψει της δίκης), και φυσικά χρόνο και ψυχική αντοχή.

Στο πλαίσιο αυτό, η εκστρατεία ενάντια στις καταλήψεις έχει ένα πολύ ξεκάθαρο μήνυμα, που δεν είναι συμβολικό: ότι τα πλαίσια ερμηνείας αυτής της ασαφούς ζώνης μεταξύ παρανομίας και νομιμότητας στενεύουν πλέον, μετά από απόφαση των κρατούντων. Αν και στη θεωρία οι ζώνες αυτές θα περιοριστούν από την δράση του κράτους, στην ουσία συμβαίνει κάτι άλλο: οι ζώνες αυτές καταλαμβάνονται από το ίδιο το κράτος, σχεδόν στρατιωτικά. Αυτά να τα ακούν οι θιασώτες (ακροαριστεροί και αναρχικοί) της θεωρίας της «αποχώρησης του κράτους από το δημόσιο». Το κράτος όχι μόνο δεν αποτραβιέται, αλλά αντίθετα αποικιοποιεί τους δημόσιους χώρους ως χώρους αναγκαίας ασάφειας του γράμματος του νόμου. Αποικιοποιεί σημαίνει: καταστέλλει αυτούς που κινούνται εκεί, τους κάνει παράνομους, τους βγάζει στο περιθώριο, και στη θέση τους εγκαθιστά το μηχανισμό του, που είναι, όπως είπαμε ήδη, ο μηχανισμός του κράτους-κρίση: μπάτσοι, φασίστες, μκο, μμε, και εταιρείες «εκμετάλλευσης». Νομίζω το νέο αυτό δόγμα το συνόψισε καλύτερα από όλους ο φίλος του πρωθυπουργού και μέλος του «επικοινωνιακού επιτελείου» της ΝΔ Φαήλος Κρανιδιώτης: «Ναι το μονοπώλιο της βίας ανήκει μόνο στο δημοκρατικό κράτος και θα σας αλλάξουμε τα φώτα» (εφημερίδα Δημοκρατία (sic) 13.01.2013).

Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι αυτή η ανάλυση είναι και η μοναδική όψη των γεγονότων: υπάρχουν και άλλα κέρδη από μια επιτυχημένη εκστρατεία ενάντια στις καταλήψεις: κάποια δε χρειάζεται να τα αναλύσουμε καν, όπως το γεγονός ότι κατειλημμένοι χώροι ανά τη χώρα αποτελούν συχνά το τελευταίο ανάχωμα ενάντια στο ρίζωμα της συστημικής ΧΑ. Όπως και το ότι μια βεντέτα χρόνων ανάμεσα στα φασιστοκρατούμενα ματ/δέλτα και στους αναρχικούς του κέντρου έχει εν τέλει την πολιτική κάλυψη να λυθεί εις βάρος των δεύτερων. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: αν μια στρατιωτική επιχείρηση εκκένωσης ήταν τόσο απλή υπόθεση, γιατί δεν είχε συμβεί τόσον καιρό, γιατί τώρα; Η απάντηση που μπορώ να δώσω εγώ είναι ότι μέσα από τις εξελίξεις των τελευταίων έξι ετών, από τα φοιτητικά μέχρι το δεκέμβρη, μέχρι τις πλατείες και την άνθιση του ανταγωνιστικού κινήματος στη χώρα, οι καταλήψεις και τα στέκια άλλαξαν τον χαρακτήρα τους και έγιναν, από περιθωριακά εδάφη μιας νεανικής υποκουλτούρας, χώροι οι οποίοι εν δυνάμει αποτελούν σημείο συγκέντρωσης, οργάνωσης, ανασύνταξης και ανατροφοδότησης ενός κινηματικού κόσμου. Σημεία που χαρακτηρίζονται από χίλια προβλήματα και όρια, τα οποία ωστόσο μέσα από τη δράση ενός ευρύτερου κόσμου αναδεικνύονται σε υποδομές ενός κινήματος που ψάχνει να βρει το δρόμο του.

Δεν είναι τυχαίο, ας πούμε, το ότι η ευρύτερη αριστερά, η οποία τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000 γρυ δε σκάμπαζε από στέκια και καταλήψεις, θεωρώντας τα μέσα που την εξέθεταν στις αντιλήψεις περί νομιμότητας των λαϊκών στρωμάτων, έφτασε να προάγει την κατάληψη ως μορφή αγώνα και μάλιστα να κρατά μια από τις πρώτες καταλήψεις που εκκενώθηκε, στη δημοτική αγορά κυψέλης. Βέβαια, η αριστερά χαϊδεύει μεν το χώρο και τις πρακτικές του, γιατί γνωρίζει ότι υπάρχουν μέσα σε αυτόν τάσεις που αποτελούν πραγματικούς κινητήρες του κινήματος, αλλά βρίσκεται σε δύσκολη θέση όταν διάφορες τάσεις του προβαίνουν σε πράξεις για τις οποίες χρειάζεται να απολογηθεί. Στη σημερινή συγκυρία ο σύριζα ως εκφραστής της πιο «φιλικής στα κινήματα» αριστεράς  βρίσκεται σε μια πραγματικά στριμωγμένη θέση, καθώς αναγκάζεται να διαλέξει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει. Βέβαια, το κόκκαλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι πολύ μεγάλο για να το αφήσει αυτή τη στιγμή. Η στάση του λοιπόν είναι σχιζοφρενική και επαρκώς συστημική: εκπρόσωποί του εμφανίζονται σε μέρη που υπάρχουν ανεπτυγμένα «κινήματα» και εκφράζουν την αμέριστη υποστήριξή τους, η οποία ωστόσο στο δρόμο μεταφράζεται σε πενιχρά ή ανύπαρκτα νούμερα (δες πχ την πορεία της Παρασκευής 11/1 στου Ζωγράφου).

Τέλος, στο πλαίσιο αυτό, υπάρχει και ένα άλλο μέρος: σήμερα χτυπιούνται οι καταλήψεις και τα στέκια, και δίκαια κάποιοι αναρωτιούνται γιατί αυτή τη δεδομένη χρονική στιγμή. Η απάντηση είναι και πάλι μια απάντηση που πρέπει να δοθεί με κάποιο ιστορικό βάθος: διότι, μετά το 2003, υπάρχει μια αύξηση και μια επέκταση αυτού που λέμε «χώρος». Η λίστα για παράδειγμα του υπροπο περιλαμβάνει, ούτε λίγο ούτε πολύ, 40 καταλήψεις σε ολόκληρη τη χώρα, που είναι πολιτικοί χώροι, δεν συνυπολογίζονται δηλαδή και οι καταλήψεις στέγης, αλλά φυσικά ούτε τα εγχειρήματα που δεν στεγάζονται σε καταλήψεις. Το ότι μιλάμε για σαράντα πολιτικές καταλήψεις σε ολόκληρη τη χώρα είναι ένα εντυπωσιακό νούμερο, το οποίο αν δεν απατώμαι δεν έχει προηγούμενο για την Ελλάδα. Το γεγονός αυτό υπάρχει μέσα σε ένα πολλαπλασιασμό και μια αυξημένη κυκλοφορία κάποιων ριζοσπαστικών ιδεών και ταυτίσεων, έστω και αν αυτές έχουν το χαρακτήρα λάιφστάιλ ή αποτελούν απλώς απόψεις και δεν οδηγούν ευθέως σε μια πολιτική στράτευση ή δέσμευση. Μετά το 2003, για να το πούμε και χυδαία, η αμφισβήτηση έγινε ξανά του συρμού, προσέγγισε κόσμο, άνοιξε ζητήματα, άνοιξε κοινωνικά πεδία τα οποία μπορεί να μην έχουν βάθος, ωστόσο συσπειρώνουν κόσμο που εν δυνάμει μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα για το σύστημα. Μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο, ο ρόλος και η πρακτική του χώρου αλλάζει πρόσημο, ακόμα και αν η πλειοψηφία των οργανωμένων υποκειμένων αδυνατεί να το καταλάβει. Μια επίθεση στα πιο «ακραία» στοιχεία αυτού του πολύχρωμου μωσαϊκού, στα πλαίσια της στρατηγικής «των δυο άκρων», εξυπηρετεί όχι μόνο τις βλέψεις των εκάστοτε κυβερνόντων, αλλά και τη διαιώνιση του συστήματος εν γένει. Είναι δεδομένο και για τις δυο πλευρές ότι ο σύριζα δεν είναι το sinn fein, αλλά ούτε και η ΕΔΑ του χώρου, οπότε η απομόνωση των ακραίων στοιχείων εξυπηρετεί και τις δυο πλευρές της εξίσωσης, εξασφαλίζοντας την εναλλακτική, εκλογική, πρόταση σε περίπτωση αποτυχίας της δεξιάς πολιτικής. Αυτό που μένει σταθερό και στις δυο εκδοχές είναι η αντίστιξη της κοινοβουλευτικής νομιμότητας με την «ανομία». Ας μη γελιόμαστε, μπορεί τώρα ο σύριζα να ανέχεται τέτοια φαινόμενα για χάρη της κινηματικότητάς τους, αλλά σε μια κυβερνητική προοπτική δεν πρόκειται να ανεχθεί καμιά εκτροπή από το μέσο δρόμο.

 

Χώρος και καταλήψεις

Ο χώρος, αν και πέρασε μια σχετικά μακριά περίοδο ‘κοινωνικοποίησης’, βλέπει τη σημερινή κατάσταση σαν μια αναμέτρηση με το κράτος, εν είδει μιας βεντέτας. Ορισμένες από τις λογικές και τα ήθη της λειτουργίας του τον συνιστούν σαν ένα ταυτοτικό χώρο δράσης, σα μια ομάδα διαχωρισμένη, με ξεκάθαρη ‘κουλτούρα’, η οποία ανθίσταται στις επιθέσεις του κράτους όπως θα έκανε κάθε συγκροτημένη ομάδα ανθρώπων. Αυτό οδηγεί στο εξής παράδοξο: ακόμα και όταν κομμάτια της κοινωνίας υιοθετούν τις πρακτικές, τις ιδέες, τις αντιλήψεις του χώρου, όπως έγινε στο Δεκέμβρη, ή ακόμα και όταν μεγάλα τμήματα εκφράζουν αλληλεγγύη ή συμπάθεια προς τις πρακτικές του, όπως έγινε στην πρόσφατη πορεία αλληλεγγύης στις καταλήψεις, ο ίδιος αδυνατεί να δει αυτές τις πράξεις σαν δημιούργημα σχέσεων και συμμαχιών που σφυρηλατήθηκαν μέσα από διαδοχικούς κύκλους αγώνα στους οποίους συμμετείχε. Επειδή η ιδεολογική σκευή είναι απαραίτητη για όποιον δηλώνει αναρχικός, είναι αδύνατο για το χώρο να αντιληφθεί ότι κάποιος μπορεί να στέκεται αλληλέγγυος με τις καταλήψεις πχ χωρίς να ασπάζεται και τη θεωρία που τις στηρίζει στον ελλαδικό χώρο. Κατά συνέπεια, για το χώρο οι περίπου 8 χιλιάδες συμμετέχοντες στην πορεία αποτελούν «το χώρο», αν και μέσα σε αυτούς υπάρχουν και κάποιοι «αριστεροί» αγνώστων λοιπών στοιχείων και ασαφών προθέσεων.

Ωστόσο, αν είναι αλήθεια ότι όλος αυτός ο κόσμος αψήφησε το τρομοκρατικό κλίμα για να συμμετάσχει σε μια πορεία (12/1/2013) που προβλεπόταν να είναι πολύ δύσκολη, πρέπει να σταθούμε και να αναρωτηθούμε ποιοι και ποιες απάρτισαν το σώμα αυτό. Το να το σκεφτούμε αυτό με τους παλιούς όρους, ως «αλληλεγγύη στις καταλήψεις» είναι μια περιορισμένη όψη. Με άλλα λόγια, δεν είναι η δράση καθεαυτή των καταλήψεων που κατέβασε όλον αυτόν τον κόσμο στους δρόμους. Η ίδια δράση, πριν από κάποια χρόνια, ίσως κατέβαζε πολύ λιγότερο κόσμο, ακόμα και αν συνυπολογίσουμε όλους και όλες εκείνες που συγχρωτίζονταν στα καφενεία των καταλήψεων, ή συμμετείχαν σε μια κάποια ομάδα αυτομόρφωσης ή κατασκευών ή μαθημάτων. Για την ακρίβεια, ο κόσμος όλος αυτός κατέβηκε στο δρόμο γιατί είναι αλληλέγγυος με τις καταλήψεις ως χώρους και ως πρακτικές, αλλά στα πλαίσια ενός κινήματος που τις εμπεριέχει ως κομμάτι του, και μάλιστα όχι το πιο προωθημένο. Για να το πούμε αλλιώς, χωρίς να υπάρχει μια γενικευμένη κίνηση και δραστηριοποίηση ανθρώπων εκτός των καταλήψεων, χωρίς το σύνολο σχέσεων που δεν πηγάζουν από τις καταλήψεις αλλά σίγουρα τις διαπερνούν, οι ίδιες οι καταλήψεις παραμένουν νεκρά ντουβάρια.

Την ίδια στιγμή, όμως, ο χώρος βλέπει τις καταλήψεις θεωρητικά μεν σαν πρόταγμα απελευθέρωσης, πρακτικά δε σαν το ίδιόν του έδαφος πάνω στο οποίο ανθίζει και τρέφεται η κουλτούρα του ως κοινωνικής ομάδας. Αν και προτάσσει για παράδειγμα «δυο, τρεις, χιλιάδες καταλήψεις», ωστόσο εννοεί πως αυτές οι καταλήψεις θα είναι πολιτικές καταλήψεις, και μάλιστα πολιτικές αναρχικές καταλήψεις. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από την αδιαφορία με την οποία αντιμετωπίζει την εκκένωση καταλήψεων που είναι «απλές» καταλήψεις στέγης, όπως εκείνη της Τρικούπη, ή άλλες που δεν είναι «του χώρου», όπως εκείνη της αγοράς της Κυψέλης. Επίσης, φαίνεται από την επιθετική δράση κάποιων συνιστωσών του που προσπαθούν να μετατρέψουν δια της βίας ήδη υπάρχουσες καταλήψεις στέγης σε αμιγώς αναρχικές καταλήψεις. Τέλος, φαίνεται από την διαρκή, ακόμα και τώρα, διαπάλη μέσα σε καταλήψεις που γεννήθηκαν από πιο κινηματικά φαινόμενα, όπως η Σκαραμαγκά, ανάμεσα στις τάσεις που θέλουν την κατάληψη ένα ανοιχτό χώρο ενεργοποίησης διάφορων κοινωνικών ομάδων, και σε άλλες που τη θέλουν προπύργιο της πολιτικής δράσης αναρχικής ιδεολογίας.

Αυτό φυσικά είναι ένα μεγάλο ζήτημα το οποίο έχει τις ρίζες του στην ιστορική συγκρότηση της αναρχίας κατά τη μεταπολίτευση. Ο χώρος εν πολλοίς συγκροτήθηκε και τράφηκε από μια σειρά υπο- και αντι- κουλτουρών του εγχώριου προλεταριάτου, που είχαν να κάνουν με τη μουσική, το γήπεδο, το ντύσιμο, τα ναρκωτικά, και μέσα από αυτές έθεσε μια σειρά ζητήματα που απευθυνόταν στον αποκλεισμό μιας μεγάλης μερίδας νεαρών κυρίως πληβείων από τη μοιρασιά της πίτας. Από την άποψη αυτή, οι κουλτούρες αυτές ήταν ταξικές, άσχετα αν οι ίδιοι οι θιασώτες τους δεν τις αντιλαμβανόταν ως τέτοιες. Στη συγκρότηση αυτή, σημαντικό ρόλο έπαιξε το έδαφος, ο χαρακτηρισμός ορισμένων αστικών περιοχών σαν λημέρι αυτών των πληθυσμών, και η δημιουργία χαλαρών συνδέσεων ανάμεσα στους διάφορους πληθυσμούς που περιφερόταν σε αυτές. Η υπεράσπιση κατειλημμένων εδαφών όπως η βίλα αμαλίας, έπαιζε ένα σημαντικό ρόλο στην κοινωνική συγκρότηση των ομάδων αυτών σε ένα επίσης χαλαρό πλαίσιο πολιτισμικής αναφοράς.

Σήμερα βρισκόμαστε όμως σε ένα νέο σημείο αφετηρίας, όπου η κατάληψη σα θεσμός και σαν πράξη έχει αλλάξει νόημα και χαρακτηριστικά, χωρίς να σημαίνει ότι παλιότερες νοοτροπίες και στρατηγικές δεν εξακολουθούν να επιβιώνουν. Αφενός έχουμε την υπόθεση της Σκαραμαγκά, ίσως από τις λίγες καταλήψεις που ξεπήδησαν μέσα από τη φωτιά μιας εξέγερσης, στην οποία βρέθηκε, έστω και για λίγο σχετικά χρόνο, μια πληθώρα διαφορετικών τάσεων, επιθυμιών και ιδεών. Αφετέρου, έχουμε την επανακοινωνικοποίηση της κατάληψης ως πρακτικής αγώνα κάποιων εργαζομένων, με τα όποια προβληματικά στοιχεία αυτό συνεπάγεται.

Image

Οι ιδεολογίες και οι πρακτικές δεν είναι πράγματα που μένουν σταθερά στο χρόνο, και, ακόμα περισσότερο, δεν είναι πράγματα τα οποία παραμένουν σταθερά στο χρόνο λόγω των προθέσεων αυτών που τα κατέχουν. Οι προθέσεις, τα νοήματα, οι πράξεις και τα συμβαίνοντα, αλλάζουν επίσης καθώς αλλάζει και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτά συμβαίνουν. Μια πρακτική που άλλοτε εκπροσωπούσε την «πρωτοπορία» του κινήματος, ένα προωθημένο αίτημα και μια ριζοσπαστική πρακτική διάδοσης κάποιων επικίνδυνων ιδεών, στη σημερινή συγκυρία μπορεί να αποτελεί τροχοπέδη για ένα αριθμό πραγμάτων. Σε συνθήκες άνθισης ενός κινήματος ας πούμε, η επιμονή να κρατηθούν χώροι ιδεολογικής καθαρότητας μέσα στην πόλη ουσιαστικά στερούν από το κίνημα αυτό τις υποδομές του. Η πραγματική κοινωνικοποίηση έρχεται μέσα από άνοιγμα, και όχι από ιδεολογική περιχαράκωση.

Το στοίχημα στην περίπτωση αυτή είναι τούτο: είτε ανοίγεις ένα χώρο με ρίσκο να χάσεις την ιδεολογική του καθαρότητα, και να χάσεις και τον ίδιο το χώρο, είτε ταμπουρώνεσαι μέσα σε ένα οχυρωμένο κάστρο και το διαθέτεις σε κείνους και κείνες τις λίγες που ασπάζονται την δικιά σου ιδεολογία και πρακτική λογική. Αν και οι εξαγγελίες του «χώρου» δείχνουν προς το πρώτο, αυτό που συμβαίνει ουσιαστικά είναι πάντα το δεύτερο.

Το ζήτημα είναι περίπλοκο, ακόμα περισσότερο δε για εκείνους/ες που βρίσκονται μέσα στον κοινωνικό ανταγωνισμό, που χρειάζεται αφενός να δουν την αντικειμενική τους θέση στους σχεδιασμούς του κράτους και του κεφαλαίου και αφετέρου να αντιληφθούν υποκειμενικά τη συγκρότησή τους σαν κίνημα, σαν σύνολο σχέσεων και συμμαχιών αγωνιζόμενων υποκειμένων και συλλογικοτήτων. Τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα, ακριβώς διότι είναι ακόμα υπό διακύβευση. Αν ο χώρος για παράδειγμα κατανοήσει τη θέση του μέσα στην αγωνιστική διαδικασία συγκρότησης της τάξης και όχι σαν μια ταυτοτική ομάδα που δέχεται επίθεση από το κράτος, τότε ίσως τα πράγματα να έχουν μια διαφορετική και απρόβλεπτη τροπή.

Συμεών Βάταλος, Γενάρης του 2013.

ευχετήρια κάρτα

Posted in αφιονισμοί, δικά on December 29, 2012 by simeonvatalos

ταξη1