Archive for υποκείμενο

καιρός

Posted in δικά with tags , , , , , on December 3, 2009 by simeonvatalos

Ο Φρεντερικ Τζέημσον έθεσε, ορθά, το πρόβλημα: πως μπορούμε να μιλάμε για την αντίσταση τη στιγμή που οι δυο παλιότερες δεξαμενές της υπερβατικότητας (το ασυνείδητο και η φύση) έχουν εμπορευματοποιηθεί πλήρως; Με ποιά βάση, με άλλα λόγια, κρίνεται η ορθότητα των αγώνων; Τα τελευταία χρόνια, η σκέψη του χαλαρού μορφώματος που λέγεται “αριστερά” και είναι κληρονόμος της σκέψης του 19ου αιώνα, έχει αναδιπλωθεί σε μια θέση που θέτει ως υπέρτατο κριτή του κοινωνικού δικαίου την ιστορία.

Βέβαια, τα προβλήματα μιας τέτοιας θεώρησης είναι πολλά, με πρώτο και κύριο το ότι μια τέτοια προσέγγιση αφήνει αναπάντητο το ερώτημα της κυριαρχίας: γιατί, με άλλα λόγια, ενώ “η ιστορία θα μας κρίνει στην τελική ανάλυση”, η ιστορία όπως την ξέρουμε ως τώρα είναι η εξέλιξη στο χρόνο της υπόθεσης της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης; Γιατί οι γυναίκες είναι το “δεύτερο” φύλο; γιατί υπάρχουν λίγοι πλούσιοι και δισεκατομμύρια φτωχοί; γιατί δεν έχει έρθει ακόμα η αταξική κοινωνία;

Η συνήθης απάντηση είναι πως η ιστορία, με την έννοια της καταγεγραμμένης πορείας του ανθρώπου μέσα στο χρόνο, γράφεται από τους κυρίαρχους και τους νικητές. Ενώ η Ιστορία, με την έννοια της εξελικτικής εκδήλωσης του ανθρώπινου πνεύματος, είναι μια μη τελειωμένη διαπάλη, που η έκβασή της δεν έχει κριθεί ακόμα. Σίγουρα όμως, υπόσχεται ο μαρξισμός, κάποια μέρα θα στεφθεί από την νίκη των “καλών” δυνάμεων και την επικράτηση του κομμουνισμού. Αυτή η εν πολλοίς αμυντική θέση σημαίνει μια αναπτέρωση του ενδιαφέροντος για τη μνήμη ανάμεσα στους αριστερούς διανοούμενους, ειδικά μετά τις εξαγγελίες για “το τέλος της ιστορίας” με την πτώση του ανατολικού μπλόκ.

Για την “εναλλακτική” σκέψη της σύγχρονης αριστερής διανόησης, η μνήμη έχει πάρει διαστάσεις ενός άλλου μοντέλου της ιστορίας. Χοντρικά μιλώντας, ως μνήμη θεωρούνται οι σωματοποιημένοι τρόποι με τους οποίους ένα άτομο ή μια ομάδα ανθρώπων καταγράφει και αφηγείται γεγονότα περασμένων χρόνων. Σε αντίθεση με την ιστορία, που εν πολλοίς θεωρείται η παραγωγή κάποιων επαγγελματικών “συσσωματώσεων” (πανεπιστήμιο, λογιοσύνη, κράτος). Η μνήμη κατά τους πολιτικούς αυτούς στοχαστές και ιστορικούς αποκτά έτσι τη φύση μιας “αντίστασης” εκ των πραγμάτων. Δηλαδή, με άλλα λόγια: αν και οι άνθρωποι δεν αντιστέκονται, ωστόσο η μνήμη, αυτονομημένη από τον φορέα της, αποτελεί μέσα τους μια δύναμη που αντιστέκεται, πολλές φορές παρά τη θέλησή τους. Οι νέες αυτές κοινωνικές θεωρίες της μνήμης, ενώ υποτίθεται ότι προτάσσουν τη βιωμένη ανάμνηση ενάντια στην επίσημη ιστορία, στην ουσία αυτό που κάνουν είναι να εγκαθιστούν ένα υπερβατικό “υποκείμενο αγώνα” που δρα αυτόνομα μέσα από κοινότητες ή άτομα τα οποία μπορεί να μην αγωνίζονται καν.

Τι λέει μια τέτοια θεώρηση: δεν έχει σημασία το τι κάνεις σήμερα, ή το τι θα κάνεις αύριο, διότι η βιωμένη εμπειρία σου από ένα τραυματικό παρελθόν από μόνη της σε κάνει μια δύναμη αντίστασης ενάντια στην κοινωνική αδικία. Η ελληνική αριστερά εν πολλοίς βασίστηκε για την πολιτική της συγκρότηση στο υπερβατικό υποκείμενο της μνήμης – είτε του εμφυλίου, είτε της καταστολής πριν και μετά τον πόλεμο. Το έκανε αυτό θεωρώντας, πιστεύω, ότι η ζωντανή ανάμνηση των αγώνων του παρελθόντος είναι ικανή συνθήκη για να ξεκινήσουν και να στηριχτούν νέοι αγώνες στο σήμερα. Το σημείο αυτό είναι λεπτό: άλλο οι αγώνες της μνήμης ενάντια στη λήθη – ενάντια δηλαδή σε ένα μεταπολεμικό κράτος που έχει βασιστεί σε μια συγκεκριμένη εκδοχή της ιστορίας – και άλλο η θέσμιση μιας κοινότητας αγώνα με βάση τις μνήμες αυτές. Το δεύτερο οδηγεί με ασφάλεια στην περιχαράκωση μιας κοινότητας θεματοφυλάκων της “μνήμης”. Η μνήμη αυτή εδώ ορίζεται μεν ως μια “εναλλακτική ιστορία”, ωστόσο αν ποτέ γραφόταν σίγουρα δε θα γραφόταν με όρους ενός πλήθους αφηγημάτων και προσεγγίσεων, αλλά ως σύμπτυξη, εξομάλυνση και διύλισή τους, δηλαδή και πάλι ως κυρίαρχο αφήγημα.

Στην ελληνική περίπτωση, οι μνήμες αυτές αποκτούν μια “αύρα” όπως θα έλεγε ο Μπένγιαμιν, η οποία υποτίθεται πως μεταφέρεται σε αυτούς που τις κοινωνούν. Ως τέτοιες, η αριστερά τις βλέπει ως παραγωγούς “αξίας” με τη μεταφορική έννοια, δηλαδή μιας ιεράρχησης των κοινωνικών αξιών. Στην πραγματικότητα όμως, αυτό που μεταφέρεται είναι ένα υπερβατικό σημείο, που ας πούμε πως λέγεται “οι αγώνες του τότε”. Η μνήμη στην περίπτωση αυτή γίνεται μια διαμεσολάβηση, οι αγώνες πλέον δεν γίνονται για το δια ταύτα, αλλά για το ποιός θα ορίσει το περιεχόμενο αυτής της “ιερής” μνήμης, για το ποιός θα την “κατέχει”. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σημαία του πολυτεχνείου και οι τσακωμοί που πέφτουν κάθε χρόνο για το ποιά πολιτική νεολαία θα την κρατά. Η κενότητα μιας τέτοιας διαπάλης δεν είναι αυταπόδεικτη: στην πραγματικότητα αυτά που διακυβεύονται είναι πολύ περισσότερα από μια άδεια συμβολική κίνηση. Πρόκειται για την ηγεμονία των αγώνων οι οποίοι βασίζονται ακριβώς σε αυτό το πλεόνασμα μνήμης και ιστορίας που βρίσκεται στην καρδιά της συγκρότησης του εθνικού αφηγήματος. Είναι μια άλλη εκδοχή του “πάλι δικά μας θα’ ναι”. Το ότι και ο “χώρος” επιλέγει να συμπλέκεται επετειακά γύρω και μέσα από το πολυτεχνείο, με κύρια δικαιολογία την αναστήλωση αυτής της μνήμης, δείχνει πόσο λίγο ξεφεύγει από τις πολιτικές της μνήμης της ευρύτερης αριστεράς.

Όμως μου φαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια έχουν αλλάξει ποιοτικά κάποιοι παράγοντες του συστήματος παραγωγής και εκμετάλλευσης που αλλάζουν ποιοτικά και το περιεχόμενο και τη διαχείριση της κοινωνικής μνήμης. Το παράδειγμα του Δεκέμβρη θέτει κάποια από αυτά τα προβλήματα: για παράδειγμα, αμέσως από την επομένη της εξέγερσης εμφανίστηκε μια πληθώρα εκδόσεων, φωτογραφικών λευκωμάτων, ερμηνειών, οι οποίες εντάσσονται από τη στιγμή της σύλληψής τους στη λογική του εμπορεύματος. Προχτές ας πούμε βρήκα σε κεντρικό βιβλιοπωλείο ένα πολύχρωμο λεύκωμα (που λεγόταν Δεκέμβρης ή κάτι τέτοιο) από μεγάλο εκδοτικό οίκο, το οποίο περιείχε κείμενα (ανάμεσα σε άλλα και από αυτό το μπλόγκ, χωρίς να αναφέρονται οι πηγές γενικότερα), αφίσες, προκυρήξεις, στένσιλ, φωτογραφίες από εκείνα τα γεγονότα. Το να καταδικάσουμε τέτοια εγχειρήματα συλλήβδην ως “ξεπούλημα” του Δεκέμβρη δεν μας αφήνει να δούμε δυο σημαντικές πτυχές τους: η πρώτη είναι ότι εξυπηρετούν ακριβώς εκείνη την πτυχή της προστασίας και μετάδοσης της μνήμης που συζητήσαμε παραπάνω. Για την κινηματική για παράδειγμα μνήμη στις δεκαετίες 60-70 ξέρουμε ελάχιστα, και αυτό διότι απλούστατα δεν κυκλοφορούν και τόσα βιβλία, μπροσούρες, ή φιλμ. Με άλλα λόγια, το ότι υπάρχουν αυτά τα βιβλία για το Δεκέμβρη, εξασφαλίζει τη συνέχεια της μνήμης του σε ένα βαθμό. Η άλλη πτυχή είναι πως τα περισσότερα από αυτά τα εκδοτικά και άλλα εγχειρήματα επιχειρήθηκαν με βάση την εξέταση της υπόθεσης Δεκέμβρη με βάση ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο “κοινωνικό” σκεπτικό. Δηλαδή οι συντάκτες τους φαντάζονται (ή φαντασιώνονται) ότι υπηρετούν την υπόθεση της κοινωνικής δικαιοσύνης συντηρώντας τη μνήμη των γεγονότων απέναντι σε ένα άδικο κράτος το οποίο θέλει να παρουσιάσει το Δεκέμβρη ως δουλειά μιας μικρής ομάδας φρενοβλαβών.

Επειδή όμως και οι ίδιοι οι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι θυμούνται το παρελθόν είναι και αυτοί ιστορικοί, δηλαδή μεταβάλλονται μέσα στο χρόνο, αυτή η νέα εκδοχή της “ιστορίας από τα κάτω” και η έκφρασή της στην ανάμνηση του Δεκέμβρη πρέπει να τοποθετηθεί στα κοινωνικά πλαίσια τα οποία τη γέννησαν για να γίνει περισσότερο αντιληπτή.

Η τελευταία μετάλλαξη του καπιταλισμού, μια μετάλλαξη που αριθμεί λίγες δεκαετίες ζωής, χαρακτηρίζεται από κάτι πρωτοφανές: δεν είναι πλέον δυνατό να ξεχωριστεί το “κεφάλαιο” ως παραγωγός αγαθών από το άλλοτε λεγόμενο “εποικοδόμημα”, κάτι που οι ανθρωπολόγοι θα έλεγαν κουλτούρα, οι πολιτικοί ιδεολογία και περιλαμβάνει τις ιδέες, τα γούστα, τις επιθυμίες. Χωρίς να σημαίνει ότι το κεφάλαιο έχει απαλλοτριώσει το σύνολο των επιθυμιών, ωστόσο έχει κατορθώσει να ζέψει ένα μεγάλο μέρος τους στην υπηρεσία της παραγωγής και κυκλοφορίας των αγαθών. Αυτό σημαίνει ότι είναι αδύνατο να σκεφτούμε κάποιο παραγόμενο αγαθό χωρίς να σκεφτούμε κάποιο αντίστοιχο τρόπο ζωής. Και το αντίστροφο: τα αγαθά υπάρχουν και προωθούνται μέσα σε ένα ή πολλαπλά πρότυπα ζωής, τα λεγόμενα lifestyle. Μια τέτοια μεταβολή σημαίνει μια ταυτόχρονη μεταβολή της φύσης της εργασίας, γενικότερα μια στροφή προς τον λεγόμενο τριτογενή τομέα των υπηρεσιών και γενικότερα προς τις μεθόδους εξαγωγής υπεραξίας από συναισθήματα, γνώσεις και επιθυμίες. Ή, όπως θα το έθετε ο Νέγκρι, ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής έχει σπάσει τους τοίχους του εργοστασίου και έχει επεκταθεί σε ολόκληρη την “κοινωνία-εργοστάσιο”.

Με άλλα λόγια, η τελευταία εμφάνιση των μεθόδων εξαγωγής υπεραξίας έχει αρχίσει να ανασκάπτει νέες περιοχές ως τώρα ανεκμετάλλευτες. Η μνήμη είναι μια από αυτές τις περιοχές. Όμως επειδή όταν μιλάμε για μνήμη, όπως και για συναισθήματα, μιλάμε για το σημείο συγκρότησης της ίδιας της υποκειμενικότητας, προφανώς δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για απλή εκμετάλλευση ή εμπορευματοποίηση. Αυτό είναι ένα δύσκολο σημείο: δεν αρκεί απλώς να λέμε οτι η νέα συνθήκη της κυριαρχίας είναι η μετατροπή όλων των ανθρώπινων σχέσεων σε κεφάλαιο και άρα εμείς θα προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε άλλες σχέσεις “έξω” από αυτό – κάτι που π.χ. προτείνει το εναλλακτικό κίνημα. Πρέπει επίσης να δούμε οτι μέσα σε αυτή τη νέα συνθήκη της εργασίας, η οποία λέει οτι στοιχεία που συνέθεταν ως τώρα την υποκειμενικότητα και ξέφευγαν από την εργασία πλέον ζεύονται στο άρμα της παραγωγής, δημιουργείται ταυτόχρονα και μια κομμουνιστική υπόθεση που λέει οτι “αυτές οι αλλαγές υπονοούν μάλλον νέες διαδικασίες υποκειμενικής συγκρότησης – όχι στο εξωτερικό, αλλά στο εσωτερικό της κρίσης που βιώνει η οργάνωση της παλιάς υποκειμενικότητας” (Χαρντ και Νέγκρι Η εργασία του Διονύσου, σελ. 18).

Με άλλα λόγια, το διακύβευμα είναι μια επανεφεύρεση της κινηματικής μνήμης, η οποία δεν μπορεί να συμβεί έξω από τις νέες κοινότητες αγώνα που σχηματίζονται μέσα σε αυτήν την κρίση αναπαραγωγής του συστήματος. Αν συμβεί έξω από αυτές τότε δεν έχει παρά δυο εναλλακτικές: είτε να αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα φετιχισμού του εμπορεύματος, είτε να καθηλώνει τη δράση σε γυμνές από ριζοσπαστικά προτάγματα επετείους. Ειδικά με το ζήτημα που άνοιξε ο Δεκέμβρης, αυτό θα επιτευχθεί μόνο αν στο δρόμο συναντηθούν ξανά τα κομμάτια που το έστησαν ως -ακόμα- αγωνιζόμενα υποκείμενα και όχι ως “άτομα που δεν ξεχνούν”. Το στοίχημα είναι ανοικτό και η έκβασή του θα φανεί σύντομα.