Archive for σπιναλόνγκα

Κυκλοφορεί

Posted in Uncategorized with tags , , on February 13, 2014 by simeonvatalos

Κυκλοφορεί

Το κείμενο Σπιναλόνγκα, μια περιπετειώδης ιστορία αγάπης, ένα μυστήριο γραμμένο σαν φυσική ιστορία της φυλογένεσης, ένα αναστοχαστικό παραλήρημα περί θανάτου, φαγητού και πολιτισμού. Στην πολυτελή έκδοση-φετίχ των εκδόσεων Ουαπίτι, με τις σαρκοβόρες εικόνες της Ανίτας Ταπετάνη. Μόνο σε ενημερωμένα βιβλιοπωλεία.

Advertisements

σπιναλόνγκα

Posted in δικά with tags , on August 13, 2009 by simeonvatalos

Όποιος έρχεται στη Σπιναλόνγκα δυσκολεύεται πολύ να φύγει. Κάποιοι ισχυρίζονται πως στο φαγητό τους ρίχνουν τους καρπούς της λησμονιάς. Όμως εδώ δεν είναι η χώρα των λωτοφάγων, και όσοι τα ισχυρίζονται όλα αυτά ξέρουν την ιστορία μοναχά από δεύτερο χέρι. Η αλήθεια είναι άλλη: στη Σπιναλόνγκα είναι όλο στόματα. Στόματα που τρώνε και στόματα που μιλάνε. Και όλα αυτά γίνονται πολύ, και συχνά. Συχνά τρώνε και συχνά μιλάνε, καμιά φορά τρώνε ενώ μιλάνε και μιλάνε ενώ τρώνε. Τρώνε ενώ μιλάνε και τανάπαλιν δηλαδή. Μόλις φτάσεις στο νησί μας αντιλαμβάνεσαι ότι εδώ το σαγόνι σου θα κουραστεί πολύ.

Έρχομαι από ένα σπίτι στο οποίο το ψυγείο μένει συνεχώς άδειο, τα περιεχόμενά του δεν είναι ποτέ λαχταριστά, η θερμοκρασία του είναι περισσότερο χαμηλή από ό,τι θα έπρεπε. Έπρεπε να βασιστώ στους φίλους μου για σπουδαίες ελιές, ζουμερά κρέατα, σπάνια ψάρια, τρυφερά χόρτα. Τα κελάρια τους ήταν γεμάτα καπνιστά λουκάνικα, πιπεράτα απάκια, λιγδερές κοιλιές και σπληνογάρδουμα, βαρέλια με κόκκινο μαλβαζία, μαντηλάρι και κοτσιφάλι και ρετσίνα ροζέ. Οι κήποι τους φίσκα στα λάπαθα, τα ραδίκια, τους ζοχούς, τα τρίριζα, τα πολύριζα, τις γούλες, τα αγριομάρουλα, τις αβρωνιές, τα άγρια σκόρδα. Τα μποστάνια τους έσφυζαν από τετράπαχες κολοκύθες, γυαλιστερές μελιτζάνες, λιπαρά κολοκυθάκια, τσουχτερά κρομμύδια, κατακόκκινα καρπούζια, μυρωδάτα πεπόνια, αρμυρές ντομάτες. Έφερναν κάτι ελίτσες ψιλές που τις έτρωγες σαν ξηρούς καρπούς, κάτι τυριά ζεστά ακόμα από το τουλούμι, που ήταν να πεθαίνεις, παξιμάδια από φούρνους κρυφούς, που δεν σου έκανε καρδιά να τα μασάς παρά τα έλιωνες με το σάλιο μέχρι να γίνουν πολτός. Και αχιβάδες, πεταλίδες, μύδια και χτένια, ροφούς και σκάρους, βραχόψαρα για κακαβιά, μπαρμπούνια που το κεφάλι τους δεν το τρώει ο κάτης γιατί δεν το αφήνει ο άνθρωπος, χταπόδια καταχτυπημένα που κοβόταν στο στόμα πριν τα δαγκώσεις, τις κοιλιές του αχινού, αλάτι από σχισμές βράχων που δεν είχε μήτε ζώο πατήσει μήτε άνθρωπος. Κυνήγι; Ε! κυνήγι να δουν τα μάτια σου. Μπεκατσίνια και αγριοκούνελα, κάπρους, πιτσουνάκια, αγριοκάτσικο (βραστό με άγρια φτέρη να σου φεύγει το κουκούτσι). Και γλυκά. Ω, η θαλπωρή των σοροπιαστών τους γλυκών, ζεστή και θρεπτική σαν τη ρώγα της μάνας.

η συνέχεια εδώ… και ραντεβού το φθινόπωρο!