Archive for κοινωνική απεύθυνση

Η φαντασιακή θέσμιση της εξέγερσης – ο χώρος, ο δεκέμβρης, και όλοι οι υπόλοιποι.

Posted in δικά, Uncategorized with tags , , , on November 7, 2009 by simeonvatalos

Για όσους μέσα από το “χώρο” έχουν τα μάτια και τα αυτιά τους ανοιχτά σε όλα όσα τους λένε και τους δείχνουν οι καιροί, ο Δεκέμβρης δεν ήταν μια απάντηση, αλλά μια πληθώρα ερωτημάτων. Δεν ήταν, σίγουρα, η στιγμή της ανθοφορίας του χώρου, ούτε ασφαλώς ήταν η επικύρωση όσων τόσα χρόνια λέγαμε. Αντίθετα, ήταν η στιγμή της βαθιάς του κρίσης. Γιατί ακριβώς σε τέτοιες στιγμές ρίσκου και κινδύνου δείχνει τη στόφα του ένας κοινωνικός σχηματισμός. Προσπαθώ σε ο,τι ακολουθεί να συγκεκριμενοποιήσω αυτή την κρίση. Επειδή μιλάω με αφαιρετικό τρόπο, θέλω να προειδοποιήσω από την αρχή ότι φυσικά και υπάρχουν εξαιρέσεις σε αυτά που θα πω, αλλά πιστεύω ότι οι λαμπρές εξαιρέσεις αυτές απλώς αναδεικνύουν σαφέστερα τον κανόνα.

Για μένα, η μεγάλη κρίση του Δεκέμβρη για το χώρο ήταν μια κρίση θέσμισης. Ας γίνω πιο σαφής. Ας πούμε ότι η εβδομάδα που ακολούθησε την έκτη Δεκεμβρίου του 2009 έκλεισε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο μια ιστορία που είχε ανοίξει πολύ καιρό πριν. Έσχατο όριο της φάσης αυτής, θα μπορούσαμε να πούμε, είναι τα γεγονότα γύρω από το νόμο Αρσένη, περίπου μια δεκαετία πριν, και η ριζοσπαστικοποίηση μέσα από τις σχέσεις του δρόμου μιας μεγάλης μάζας νέων. Το διάστημα αυτό σημαδεύτηκε από μια άνθιση των εγχειρημάτων του χώρου, μια προέλαση και μια διεύρυνση ας το πούμε έτσι, τόσο του χώρου καθεαυτού, με απόλυτα αριθμητικούς όρους, αλλά και της γκάμας των ζητημάτων που έθετε ο χώρος και μπορούσε πια να προωθήσει. Η επέκταση αυτή δεν ήταν απρόσκοπτη, με την ανοχή του κράτους όπως κάποιοι διατείνονται. Σίγουρα όμως δεν είχε καμιά σχέση με τον τρόπο που αναπτύχθηκαν τα εγχειρήματα αυτά τη δεκαετία του ενενήντα, μέσα σε ένα καθεστώς απόλυτης καταστολής, με κυρίαρχο σύνθημα την “αλληλεγγύη” και ξεκάθαρα αμυντικό χαρακτήρα.

eattherich

Κυρίαρχο σύνθημα αυτής της δεκαετίας που πέρασε, αν και άρρητο, ήταν το σύνθημα της απόλυτης αυτοθέσμισης. Τα στέκια, οι συλλογικότητες και οι καταλήψεις, προέταξαν ένα τρόπο σκέψης και δράσης ο οποίος είχε στη βάση του την θέσμιση μιας κοινωνικής ομάδας, του “α/α/α χώρου”, απέναντι και ενάντια στην υπόλοιπη κοινωνία. Σε επιφανειακό επίπεδο, αυτό φαίνεται ως ανάπτυξη μιας εναλλακτικής, αντιεμπορευματικής, αντιεξουσιαστικής, γενικώς μιας αντι-κουλτούρας. Σε βαθύτερο όμως επίπεδο, τα πράγματα φαίνονται λιγάκι πιο προβληματικά.

Προβληματικό βέβαια δεν είναι το γεγονός ότι οι χώροι αυτοί θεσμίστηκαν από τα μέσα, ότι δηλαδή μια ομάδα ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά αποφάσισε να δημιουργήσει τους χώρους λειτουργίας και αναπαραγωγής της. Αυτό μάλλον είναι και το κλειδί στην υπόθεση κίνημα. Και από ο,τι βλέπω εγώ τουλάχιστον, η υπόθεση αυτή πάει καλά, ειδικά σε ό,τι αφορά την αναπαραγωγή της. Διότι η συμμετοχή και το κυριότερο το ηλικιακό εύρος της συμμετοχής σε εγχειρήματα του χώρου έχει σαφώς αυξηθεί.

Το ζήτημα είναι ότι η θέσμιση αυτή, ενώ συνέβη μέσα στην κοινωνική ολότητα – ας το πούμε έτσι ελλείψει άλλου όρου – είδε αυτή την κοινωνία ως το ριζικό της “άλλο”. Θεσμίστηκε δηλαδή με βάση την κάθετη απόρριψη, την απόλυτη εχθρότητα προς τα χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας. Δημιουργήθηκε μια θέση του “εμείς” απέναντι στο “εσείς”, το οποίο όμως ήταν ολοκληρωτικά βασισμένο στη σαπίλα και την απάθεια αυτού του “εσείς”. Αδιαφόρησε ο χώρος για οποιεσδήποτε συμμαχίες, για οποιουσδήποτε αγώνες συνέβαιναν έξω από τον ορίζοντα των γεγονότων αυτής της βασικής παραδοχής που αποτέλεσε και την συστατική στιγμή του. Η συγκυρία – το αριθμητικό βάρος του και η αύξηση της συμμετοχής, του κόσμου που στήριζε τέτοια εγχειρήματα – τον βοήθησε να διατηρήσει αυτό το “εμείς” και “εσείς” ως τον ιδρυτικό μύθο του, ως το παραμύθι που έλεγε στον εαυτό του για να συνεχίσει να υπάρχει. Και βέβαια, η ριζική βία που υπάρχει σε αυτό τον αυτοπροσδιορισμό, μεταφράστηκε στο επίπεδο της δράσης: με τη βία στο δρόμο να γίνεται το απόλυτο πολιτικό κατηγόρημα που διαχωρίζει εμάς, τους ριζοσπάστες από τους άλλους, τους ξενέρωτους. Με λίγα λόγια, ο,τι κέρδισε ο χώρος αυτά τα χρόνια, τα κέρδισε με τον τσαμπουκά του.

Η δραστήρια αυτή αυτοθέσμιση φάνηκε και φαίνεται ακόμα να έχει πετύχει το σκοπό της, ο οποίος είναι η επέκταση και διαιώνιση του α/α/α χώρου. Πρέπει όμως να αναρωτηθούμε και με ποιο τρόπο αυτό συμβαίνει, ποια είναι δηλαδή τα ποιοτικά χαρακτηριστικά μιας τέτοιας επέκτασης. Δύο σημεία θέλω να θίξω εδώ: πρώτον, ότι η επέκταση αυτή γίνεται με βάση μια αφηρημένη ταυτότητα του “εξεγερμένου”, όσο πλατιά και αν ορίζεται αυτή, και δεύτερον ότι παρά την απεύθυνσή της, σε τελική ανάλυση, σε μια συγκεκριμένη μερίδα του πληθυσμού, πάντοτε επικαλείται έναν “ανοιχτό” χαρακτήρα.

Σε ο,τι αφορά το πρώτο σημείο, για μένα ο Δεκέμβρης έδειξε τη φτώχεια μιας τέτοιας ταύτισης. Έδειξε ότι το μοντέλο του “εξεγερμένου” δεν ορίζεται τόσο εκ των έσω, όσο σε απόλυτη σύνδεση με την ύπαρξη μιας μεγάλης πλειοψηφίας ανθρώπων, της κοινωνίας δηλαδή, με τους οποίους ο εξεγερμένος διαρρηγνύει τους δεσμούς του σε κάθε δυνατή ευκαιρία. Απουσία αυτής της φαντασιακής μονάδας που λέγεται αλλοτριωμένη κοινωνία, η αυτοεικόνα του εξεγερμένου ως διακριτή ταυτότητα καταρρέει. Τα γεγονότα του Δεκέμβρη έδειξαν ότι ο ορισμός αυτός για ένα πολιτικό μόρφωμα, ενώ σε καιρό ειρήνης μπορεί να εξυπηρετεί κάποιους στόχους – το ποιούς είναι άλλη ιστορία -, σε καιρό γενικευμένης εξέγερσης είναι ένα φληνάφημα. Γιατί αν αυτοί που μέχρι χτες αποκαλούσες συμβιβασμένους ξαφνικά εξεγείρονται, και όταν τη στιγμή που εξεγείρονται εσύ, που έχεις την εξέγερση παντιέρα σου, δεν μπορείς να εκπονήσεις ούτε καν μια υποτυπώδη στρατηγική γενίκευσης αυτής της εξέγερσης, τότε πρέπει ή να ξανακοιτάξεις τις εκτιμήσεις σου για την κοινωνία, ή να ξανακοιτάξεις τον τρόπο με τον οποίο καθορίζεις την πολιτική σου πράξη και στόχευση. Σίγουρα απέναντι βρισκόταν ακόμα ο παλιός εχθρός, η κοινωνία των μικροαστών ρουφιάνων, ή όπως θέλετε πείτε τη. Όμως, στις συνθήκες αυτές, η εννοιολόγηση αυτή δεν μας επέτρεψε να δούμε ποιόν είχαμε δίπλα μας.

Από την άλλη, εκ των υστέρων ίσως φαίνεται πιο καθαρά ότι ενώ η θέσμιση του α/α χώρου γίνεται με βάση ένα ριζικό “άλλο”, ωστόσο η ρητορική του είναι μια ρητορική “ανοίγματος”. Ο αριθμός των αυτοαποκαλούμενων “ανοιχτών” εγχειρημάτων αυξήθηκε κατακόρυφα μετά το Δεκέμβρη. Αν πριν την ημερομηνία αυτή αποτελούσε απλώς μια επίφαση, μετά εξελίχθηκε σε φάρσα. Φάρσα διότι απλώς και μόνο η ταμπέλα ανοιχτός δε σημαίνει και ένα ουσιαστικό άνοιγμα στην κοινωνία. Νομίζω ότι και εδώ η ταυτότητα του “εξεγερμένου” λειτούργησε περιοριστικά, για δυο λόγους: ο πρώτο είναι ότι ενώ στις συνθήκες του Δεκέμβρη πολύς κόσμος άσχετος με το χώρο ήταν θέσει εξεγερμένος (δηλαδή πχ κάποιος που πάει σε ένα κατειλημμένο δημόσιο κτήριο, ή που συμμετέχει σε μια συγκρουσιακή πορεία έστω και ανεχόμενος τις συγκρούσεις), αυτό δε σήμαινε ότι το έκανε αυτό διότι δεχόταν την – υπόρρητη – θεωρία του χώρου περί εξέγερσης. Πολύ περισσότερο, δε σήμαινε οτι τη γνώριζε. Κατά συνέπεια, όταν ήρθε η ώρα της επικοινωνίας ανάμεσα στον χώρο και σε αυτά τα κομμάτια, επήλθε στις περισσότερες περιπτώσεις μια παρεξήγηση, απλούστατα διότι κανένα από τα δυο μέρη δεν αντιλήφθηκε περί τίνος επρόκειτο.

Η παρεξήγηση αυτή κατ’ εμέ ήταν μια αναπαραγωγή αυτών που συμβαίνουν στην καθημερινή απεύθυνση του χώρου αυτού στην “κενωνία”. Πέρα από την επαναστατική-κοινωνιολογική αργκό που χαρακτηρίζει το λόγο μας, υπάρχει και ένα βαθύτερο ζήτημα: Η έλλειψη μιας κοινής γλώσσας πέρα από τη γλώσσα του λαϊκισμού σημαίνει ότι υπάρχει έλλειψη πολιτικής αυτοθέσμισης μιας κοινότητας αγώνα. Αν το κοινό αυτό δεν υπήρχε πριν το Δεκέμβρη, θα μπορούσε άραγε να συνταχθεί κατά τη διάρκειά του και να μη διαλυθεί κατόπιν; Εγώ απαντώ όχι. Ίσως η εκτίμησή μου να είναι απαισιόδοξη, διότι πράγματι μέσα από το Δεκέμβρη ξεπήδησαν εγχειρήματα που αντέχουν ακόμα και δημιουργούν ριζώματα σε δημόσιους χώρους και κοινωνικές ομάδες τα οποία δεν υπήρχαν πριν. Εστιάζω όμως περισσότερο στο γεγονός-Δεκέμβρη, για να αναδείξω τα όριά του, ειδικότερα για το πεδίο που λέγεται ”α/α/α χώρος”.

Η έλλειψη ενός τέτοιου κοινού φυσικά προέκυψε από πολλούς παράγοντες. Όμως η αδυναμία του χώρου να συντηρήσει τέτοια εγχειρήματα και τελικά να πετύχει τη σύνδεση των αγώνων, νομίζω πηγάζει από την ίδια υπόρρητη θεωρία περί εξέγερσης. Αυτό που δεν κατάλαβε δηλαδή ο χώρος εκείνες τις ημέρες είναι οτι το κοινό των εξεγερμένων, αν και ενωνόταν από τις συνθήκες, ωστόσο δεν μπορούσε να θεσμίσει μόνο του την ύπαρξή του. Δεν μπορούσε να πει “εμείς” ως θεσμίζουσα ύπαρξη, δηλαδή ως ύπαρξη που αποφασίζει συλλογικά, άρα έχει και μιας μορφής εξουσία (εξουσία “να” παρά εξουσία “πάνω σε”). Αυτή η ύπαρξη έπρεπε να επινοηθεί και να επινοηθεί με τις αρχές που τόσον καιρό πρεσβεύουμε, δηλαδή την αυτοοργάνωση, την άμεση δημοκρατία, την άρση των διαχωρισμών. Και για να επινοηθεί έπρεπε να γίνει προσπάθεια να εφευρεθούν κοινοί τόποι, ακόμα και αν αυτοί, μέσα στο πλαίσιο των ημερών φάνταζαν “ρεφορμιστικοί” ή πενιχροί. Νομίζω ότι τέτοιες προσπάθειες, όσες έγιναν, ναυάγησαν στον σκόπελο της ιδεολογίας, αριστερής και αναρχικής. Όσον αφορά πιο συγκεκριμένα στο χώρο, ναυάγησαν σε μια θεωρία περί “αυθόρμητης” εξέγερσης που λέει ότι το κοινό των εξεγερμένων θα μετατραπεί ως δια μαγείας στο κοινό της επόμενης μέρας μετά την επανάσταση, και θα αρχίσει να στήνει τα σοβιέτ, τις ομάδες συγγένειας, τις κολλεκτίβες, σαν όλα αυτά να ήταν μέσα στο DNA του και όχι εμπειρίες μιας μακράς ιστορίας πολιτικών αγώνων, πειραμάτων, επιτυχιών και αποτυχιών.

Ιστορικά μιλώντας, για μένα το μήνυμα του Δεκέμβρη για το εξεγερσιακό κομμάτι του χώρου μπορεί να συγκριθεί μόνο με την εμμονή των Ισπανών αναρχικών του 19ου αιώνα με τη γενική απεργία. Τότε, οι Ισπανοί αναρχικοί πίστευαν ότι η γενική απεργία είναι το όπλο που θα ρίξει την κυβέρνηση και θα οδηγήσει στην επανάσταση, διότι αυτό τους έλεγε η θεωρία τους. Δούλευαν λοιπόν μέρα και νύχτα, με όλες τους τις δυνάμεις, για να γίνει μια γενική απεργία, σε όλη την έκταση της Ισπανίας. Όταν τελικά τα κατάφεραν, η απεργία τους ήταν πραγματικά γενική και πραγματικά πετυχημένη, όμως δε συνέβη τίποτα, ούτε έπεσε η κυβέρνηση ούτε καμιά επανάσταση έγινε. Με παρόμοιο τρόπο, η πολύχρονη δουλειά προς προετοιμασία της γενικευμένης εξέγερσης ίσως πέτυχε, αλλά σίγουρα η εξέγερση δεν ήταν αυτό που φανταζόμαστε, δηλαδή το κατώφλι της επανάστασης. Η απάντηση του χώρου όταν πια αυτό έγινε ξεκάθαρο, ήταν τραγική στην αφέλειά της: “να συνεχίσουμε την εξέγερση”. Μα, πως;

Στέκομαι στα σημεία αυτά προς το παρόν και τα καταθέτω εδώ ως σκέψεις κάποιου που είναι μέσα στον α/α/α χώρο εδώ και αρκετά χρόνια. Παραμένουν βέβαια σκέψεις και απορίες, και ομολογώ πως δεν έχω τις λύσεις. Νομίζω όμως οτι ήρθε ο καιρός να ξεπεράσουμε τον υφέρποντα ελιτισμό του χώρου και να αντιληφθούμε και το χώρο ως άλλο ένα κοινωνικό μόρφωμα με σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά, το οποίο μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της κοινωνίας, αλλά οπωσδήποτε όχι μόνο του.