Archive for ζέστη

πέντε

Posted in ξένα with tags , , , on July 10, 2012 by simeonvatalos

Πέντε ποιήματα από τη συλλογή Crush του Αμερικάπου ποιητή Richard Siken, σε δικιά μου μετάφραση. Για το καλοκαίρι που σταμάτησε να μιλάει.

Σεχραζάντ

Πες μου για το όνειρο που βγάζουμε τα πτώματα από τη λίμνη
και τα ντύνουμε ξανά με ζεστά ρούχα.
Που ήταν αργά και σε κανένα δεν κόλλαγε ύπνος, άλογα που τρέχουν
μέχρι που ξεχνούν πως είναι άλογα.
Όχι σα δέντρο που οι ρίζες του πρέπει κάπου να τελειώσουν,
μα πιο πολύ σαν τραγούδι στο ραδιοφωνάκι του μπάτσου.
Πως τυλίξαμε στην άκρη το χαλί για να χορέψουμε και οι μέρες
ήταν έντονα κόκκινες και κάθε φορά που φιλιόμαστε είχαμε κι άλλο ένα μήλο να κόψουμε φέτες.
Κοίτα το φως που περνά μέσα από το τζάμι. Σημαίνει πως ήρθε μεσημέρι, σημαίνει πως είμαστε απαρηγόρητοι.
Πες μου πως όλα αυτά, ακόμα και η αγάπη, θα μας καταστρέψουν.
Αυτά, τα σώματά μας κατειλημμένα από φως.
Πες μου πως ποτέ δε θα το συνηθίσουμε.

Dirty Valentine

Υπάρχουν τόσα πράγματα που δεν επιτρέπεται να σου πω.
Αγγίζομαι, ονειρεύομαι.
Φορώντας τα ρούχα σου ή στέκοντας στο ντους πάνω από ώρα, υποκρίνομαι
πως το δέρμα τούτο είναι το δικό σου, τα χέρια τούτα τα δικά σου χέρια,
οι κνήμες, τα λαγόνια όλο σαπούνι
Οι μουσικοί ξεκινούν την εισαγωγή καθώς κρύβομαι πίσω από το μικρόφωνο,
προσπαθώντας να συγχρονίσω τη φωνή μου
με τα μεγάλα χείλια που λάμπουν ψηλά στην οθόνη.
Γυρνάμε την ταινία που τη λένε Planet of Love-
και φυσικά έχει σεξ και βαλσάκια,
παράξενα ρούχα και νούφαρα στη λίμνούλα, και τη μισή νύχτα είσαι
ένας αξιόπιστος τύπος που ανεβαίνει τα σκαλιά του μπάνιου υπό το φως της λάμπας, μα ύστερα
τα τόσο λευκά δόντια όλη νύχτα,
παντού στον Αμερικάνικο ουρανό, μου πέφτουν βαριά για να τα αντέξω, αυτή η διαρκής δαχτυλοθεσία,
τα χέρια σου μια χειρονομία ποταμού, τα πουλιά πετούν, τα πουλιά ακόμα τραγουδούν
έξω από το λιγδιασμένο τζάμι, στα δέντρα.
Υπάρχει ένα σημείο στην ταινία
που μπορείς να δεις πίσω από την ηθοποιία,
που μπορείς να πεις πως είμαι έτοιμος να βάλω τα κλάμματα,
ακριβώς πριν ξεσπάσω σε λυγμούς
και το βάλω στα πόδια για τη φεγγαρόλουστη, γλιτσερή κοίτη του ποταμιού
κάτω από συντριμμένα σύννεφα.
Γυρνάμε τη σκηνή που καταπίνω την καρδιά σου και με υποχρεώνεις
τα τη φτύσω. Καταπίνω την καρδιά σου και κείνη σέρνεται
έξω από το στόμα μου.
Καταπίνεις την καρδιά μου και το σκας, αλλά τη θέλω πίσω αμέσως μωρό μου. Τη θέλω πίσω.
Ξάπλα στον καναπέ με κλειστά τα μάτια, δεν ήθελα να το δω έτσι,
τα πάντα τρώνε τα πάντα στο τέλος.
Ξέρουμε πως δουλεύει το φως,
ξέρουμε από που έρχεται ο ήχος.
Κουπλέ. Ρεφρέν. Κουπλέ.
Λυπάμαι. Ξέρουμε πως δουλεύει. Ο κόσμος δεν είναι πια μυστήριο.

Μικρό Κτήνος

1

Μπάρμπεκιου όλη νύχτα. Χορός στα γρασίδια του δικαστηρίου.
Το ράδιο πονά ένα τραγουδάκι που λέει την ιστορία αυτού που σκέφτεται η νύχτα.
Σκέφτεται τον έρωτα.
Σκέφτεται πως μας μαχαιρώνει μέχρι θανάτου
και αφήνει τα πτώματά μας σε μια χωματερή.
Όμορφη πινελιά αυτή, λεκέδες στη νύχτα, φιλιά με ουίσκι για όλους.

Απόψε, πλάι στον αυτοκινητόδρομο, ένας άντρας που τρώει τάρτα με φρούτα χαράζει
με ένα σουγιά την εικόνα του εραστή του στον τοίχο του μοτέλ. Μου αρέσει
θέλω να γίνω σαν κι αυτόν, τα χέρια μου να μην είναι πια δεύτερες σκέψεις.

2

Κάποιος μου είπε κάποτε πως το να εξηγείς είναι σα να παραδέχεσαι την ήττα σου.
Είμαι σίγουρος πως θυμάσαι, μιλούσαμε στο τηλέφωνο αγάπη μου.

3

Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Κάποιος το λέει αυτό.
Η ιστορία ρίχνει τη σκιά της πάνω στο ξεκίνημα, πάνω από το γραφείο,
πάνω από συρτάρι με τις κάλτσες, τα κρυμμένα του γράμματα.
Η ιστορία είναι ένας ανθρωπάκος με καφέ κουστούμι
που προσπαθεί να ορίσει ένα δωμάτιο στο οποίο δε βρίσκεται.
Την ξέρω την ιστορία. Υπάρχουν πολλά ονόματα στην ιστορία
μα κανένα δεν είναι το δικό μας.

4

Είχε πράσινα μάτια,
γιαυτό ήθελα να κοιμηθώ μαζί του
πράσινα μάτια με κίτρινα στίγματα, ξερά φύλλα στην επιφάνεια μιας πισίνας–
Θα μπορούσες να πνιγείς σε αυτά τα μάτια, είπα
ο σφυγμός του
ο τρόπος που τράβαγε το σώμα του μέσα, από συστολή ή ντροπή ή επιθυμία
να μην ενοχλήσει τον αέρα γύρω του.
Όλοι μπορούσαν να δουν τον τρόπο που δούλευαν οι μύες του,
τον τρόπο που φαντάζουμε σα ζωα,
το δέρμα του μετά βίας τον χωρούσε.
Ήθελα να τον πάρω σπίτι
και να τον πλακώσω στο ξύλο και να βάλω τα χέρια μου μέσα του, να καρφώσω το κορμί μου στο δικό του
σαν αυτοκίνητο δοκιμών.
Ήθελα να με θέλουν και εκείνος
ήταν πολύ όμορφος, φιλούσε με κλειστά τα μάτια και αισθανόταν καλά μόνο εν κινήσει.
Θα μπορούσες να πνιγείς σε αυτά τα μάτια, είπα,
έτσι είναι καλοκαίρι, έτσι είναι αυτοκτονία,
έτσι είμαστε αβοήθητοι στον ύπνο μας και παλεύουμε στον πάτο της πισίνας.

5

Μόνο σαν περάσαμε τη μέση
καταλάβαμε
τον παλιό μουντό πόνο, με ράμματα στους καρπούς και δάχτυλα να κολλάνε,
που όχι μόνο δεν ανατράπηκε
αλλά γλίστρησε από κάτω μας, φρεσκοπλυμένος.
Καθρέφτες και βιτρίνες μας επέστρεψαν το πρόσωπό μας,
γεμάτο με σφιχτά χείλια και μάτια που έμειναν μάτια
και όχι η πόρτα που ελπίσαμε.
Οι πληγές του έκλεισαν, το δέρμα λίγο πιο παχύ από πριν,
ουλές σαν γραμμές του τραίνου στα μπράτσα και το σώμα, κάτω από το μπλουζάκι.

6

Ακόμα ψηλαφούσαμε να βρούμε ο ένας τον άλλο σε σκάλες υπηρεσίας ή σε παρκαρισμένα αμάξια
καθώς ο δρόμος γύρω μας
γινόταν γυαλιστερός από τον πάγο και η ανάσα μας μαλάκωνε τη θέα μέσα από το τζάμι
ήδη όλο δαντέλες πάχνης,
αλλά πιο συχνά έπιανα τον εαυτό μου άυπνο, και του τελείωναν
τα νανουρίσματα.
Αλλά ανάθεμα αν μπορείς να βρεις κάτι πιο σέξυ
από ένα αδύνατο αγόρι με ένα όπλο στο χέρι,
ένα γρήγορο αμάξι, ένα μπουκάλι χάπια.

7

Τι θα ήθελες; θα ήθελα αυτό που πλήρωσα.
Προσπάθησε να εξηγήσεις μια ζωή γεμάτη από τέτοια επεισόδια–
να καταπίνεις λάσπη, να καταπίνεις τζάμια, τη μυρωδιά του αίματος
στις πρώτες τέσσερις αρθρώσεις των δαχτύλων.
Βάζουμε τις μπότες μας με τα δυο χέρια
αλλά δεν μπορούμε να ξυπνήσουμε τον εαυτό μας με μπουνιές και το μόνο που μπορώ να κάνω
είναι να στέκομαι στο πεζοδρόμιο και να λέω Συγγνώμη
για το αίμα στο στόμα σου. Εύχομαι να ήταν το δικό μου.

Δε μπόρεσα να πείσω το αγόρι αυτό να με σκοτώσει, αλλά φορούσα το μπουφάν του για κάμποσο καιρό.

Αυτοσχεδιασμός στην παραλία

Βγάζω τα χέρια μου και στα δίνω μα
δεν τα θες και τα παίρνω πίσω
και τα φορώ ανάποδα, ανάποδα στους καρπούς. Η αυλή είναι σκοτεινή,
οι τομάτες δίπλα στον ασπρισμένο τοίχο,
το βιβλίο στο τραπέζι μιλά για την Ισπανία,
τα παράθυρα βαμμένα κλειστά.
Απόψε σκέφτεσαι πόλεις όπου βασιλεύει
το χιόνι και σε κοιτώ σαν να βλέπω μέσα από παράθυρο,
μετρώντας πουλιά.
Ήθελες ευτυχία, δε σε κατηγορώ
και ίσως το στόμα να ακούγεται ηλίθιο όταν φλυαρεί ακατάσχετα για τη χαρά
μα πες μου
πως σου αρέσει έτσι, πες μου πως δεν είσαι δυστυχισμένος.
Κάνεις τη σούμα, περιμένεις τη φασαρία.
Την παραθαλάσσια πόλη. Τον ηλεκτρικό φράχτη.
Μια πέτρα στο μονοπάτι σημαίνει πως το τσάι δεν είναι ακόμα έτοιμο,
μια πέτρα στο χέρι σημαίνει πως κάποιος είναι θυμωμένος, η πέτρα μέσα σου ακόμα
δεν έχει βρει τον πυθμένα.

Ο σκισμένος δρόμος

1

Δεν υπάρχει τρόπος να γίνει ενδιαφέρουσα αυτή η ιστορία.

Μια παύση, ένας δρόμος, η γεύση τάφου στο στόμα. Οι βράχοι καρφώνονται στο δέρμα μου
σαν αιχμές από βέλη.
Και κατόπιν η αίσθηση να πνίγεσαι κάτω από ένα σακί φακές
ή πατάτες, ή εκείνη μιας βάρκας τη νύχτα που χτυπά ξανά στο ντόκο
χωρίς τιμόνι, χωρίς σκέψη,
χωρίς έγνοια για τη σανίδα στο ντόκο,
που φτιάχνει το απάγκιο της.

2

Θέλω να σου πω αυτή την ιστορία δίχως να ομολογήσω τίποτα,
χωρίς να πρέπει να πω πως έτρεξα έξω στο δρόμο για να αποδείξω κάτι,
πως δε με αγαπούσε,
πως ήθελα να με πετάξουν χάμω, να με κατακτήσουν.
Θέλω να σου πω αυτή την ιστορία χωρίς να χρειάζεται να είμαι μέσα σε αυτή
ο Μαξ με λάθος ρούχα. Ο Μαξ στο πάρτυ, πάλι μεθυσμένος.
Ο Μαξ στην κουζίνα, υπό το φως του ψυγείου, τα χέρια του γύρω από το λαιμό μιας μπύρας.
Πες μου πως ήμαστε νεκροί και θα σε αγαπήσω ακόμη περισσότερο.
Με εκπλήσσω που το λέω με τόσο αίσθημα.
Κάτι έχω στο στομάχι μου για όλο αυτό. Ένα πράγμα απλό. Την τελευταία γουλιά.

3

Μπορείς να τους δεις εκεί, στην άκρη του δρόμου,
να μην κουνιούνται, να μην παλεύουν,
να κάνουν ένα κύκλο στο χώρο ανάμεσα στους κύκλους; Μπορείς να τους δεις
πατημένους στο χαλίκι, στη σκόνη, πατημένους ο ένας πάνω στον άλλο
προσπαθώντας να κάνουν τα λεπτά να σταματήσουν –
προβολείς σε κάθε κατεύθυνση, η νύχτα χύνεται πάνω τους σαν
βενζίνη σε κάθε κατεύθυνση, και το βαθύ μπλέ πάνω στα πάντα, και μετά
κρατώντας την ανάσα τους –

4

Θέλω να σου πω αυτή την ιστορία χωρίς να πρέπει να πω πως έτρεξα έξω στο δρόμο
για να αποδείξω κάτι, πως με κυνήγησε
και με έριξε στο χαλίκι.
Και ήξερε πως τίποτα δε θα πήγαινε καλά και μου είπε
πως τίποτα δε θα πήγαινε καλά.
Και δεν ήθελε να με φιλήσει, αλλά κάλυψε το σώμα μου με το σώμα του
και με κράτησε χάμω μέχρι να υποσχεθώ πως δε θα ξανάτρεχα στη μέση του δρόμου.

Μα τα λεπτά δε σταματάνε. Η προσευχή δεν πάει πουθενά
πάει πουθενά.

5

Ο ώμος του σβήνει τ’ αστέρια μα τα λεπτά δε σταματάνε. Καλύπτει το σώμα μου
με το σώμα του μα τα λεπτά
δε σταματάνε. Η μυρωδιά του, μαζί με κρεόσωτο, εξάτμιση –
Εκεί, στο χώμα, να γλυστρά ανάμεσα στα λεπτά,
προσπαθώντας να τα χαράξει. Σα να παίρνει την ίδια φωτογραφία ξανά και ξανά, τα κενά
ανάμεσα σφραγισμένα –
χτύπησε τόσο δυνατά που ο δίσκος πήδηξε
και άλλαξε τη μουσική του, έβαλε τη μελωδία
στην πορεία της ξανά, γύρω από την τρύπα στο κέντρο του πλατιού μαύρου δίσκου.
Και λέξεις, μικρές λέξεις,
λέξεις πολύ μικρές για κάθε ελπίδα ή υπόσχεση, που δεν είναι καταπραϋντικες
μα παρόλα αυτά καταπραΰνουν.

Advertisements