Archive for the ξένα Category

Liliane Giraudon – H PAGU ΤΟ ΤΟΤΕΜ ΜΟΥ

Posted in ξένα with tags , , , , , , on December 15, 2014 by simeonvatalos

Η Liliane Giraudon γεννήθηκε το 1946 στη Μασσαλία όπου και ζει. Είναι συγγραφέας, αν και το έργο της κατατάσσεται δύσκολα, κάπου ανάμεσα στην πρόζα, την ποίηση και την παράσταση. Η ίδια λέει ότι γράφει λογοτεχνία της μάχης ή λογοτεχνία του σκουπιδοντενεκέ. Το λογοτεχνικό της έργο επεκτείνεται σε μια σειρά μέσων: έκδοση περιοδικών, δημόσιες αναγνώσεις, θέατρο, βίντεο, ραδιόφωνο. Επηρρεασμένη από τον σουρεαλισμό, έχει ωστόσο αναπτύξει ένα ιδιωματικό τρόπο γραφής που στηρίζεται στην αποσπασματικότητα, την ακρίβεια της περιγραφής και την ένταση του συναισθήματος.

Στο κείμενο αυτό γράφει για την Pagu, αλλιώς Patrícia Rehder Galvão, μια σημαντική αλλά σχετικά άγνωστη φιγούρα του Βραζιλιάνικου μοντερνισμού, γεννημένη το 1910. Ήταν ενεργό μέλος του Ανθρωποφαγικού Κινήματος του Oswald de Andrade, τον οποίο και παντρεύτηκε. Μαζί, προσχώρησαν στο κομμουνιστικό κόμμα Βραζιλίας γύρω στο 1930. Την επόμενη χρονιά, η Pagu συλλαμβάνεται για τη συμμετοχή της σε μια απεργία λιμενεργατών. Πρόκειται για την πρώτη από μια μακριά σειρά συλλήψεων και φυλακίσεων. To 1933 γράφει με ψευδώνυμο το μυθιστόρημα Parque Industrial που θεωρείται το πρώτο προλεταριακό μυθιστόρημα στη Βραζιλία. Το μυθιστόρημα μιλάει για την εκμετάλλευση, τις έμφυλες σχέσεις, την ρατσιστική διάκριση, τη βία και την πορνεία, με τρόπο όμως που αποστασιοποιείται από την ορθόδοξη κομμουνιστική ηθικότητα. Μάλιστα, αγγίζει ζητήματα όπως η έκτρωση ή η λεσβιακή σεξουαλικότητα, τα οποία ήταν τότε ζητήματα ταμπού, ακόμα και για τις πρώτες Βραζιλιάνες φεμινίστριες. Η κριτική της Pagu προς τις τελευταίες βασιζόταν στο γεγονός ότι ήταν μορφωμένες γυναίκες της καλής κοινωνίας που δεν έδιναν σημασία στα ζητήματα των φτωχών εργατριών. Η ελευθεριάζουσα συμπεριφορά της και το γεγονός ότι δε μάσαγε τα λόγια της προκάλεσε την κριτική του κόμματος. Το 1934, εξόριστη στην Ευρώπη επισκέπτεται την ΕΣΣΔ. Η εμπειρία της την κάνει να διαρρήξει ουσιαστικά τους δεσμούς με τον ορθόδοξο κομμουνισμό, αλλά δεν αποχωρεί από το κόμμα. Στο Παρίσι, ήρθε σε επαφή με τους κύκλους των σουρεαλιστών, μέχρι που απελάθηκε στη χώρα της λόγω κομμουνιστικής δράσης και πλαστών χαρτιών. Πίσω στη Βραζιλία, χώρισε με τον Andrade, με τον οποίο είχε ήδη ένα γιό. Ο γιός αυτός μεγάλωσε με τον πατέρα του, διότι η Pagu συνελήφθη, βαανίστηκε και φυλακίστηκε για πέντε χρόνια από τη δικτατορία του Getúlio Vargas. Το 1940, έτος της αποφυλάκισής της, διαρρηγνύει τις σχέσεις της με το κομμουνιστικό κόμμα και εντάσσεται στους τροτσκιστές της A Vanguarda Socialista. Πατρεύεται τον συναγωνιστή της Geraldo Ferraz, με τον οποίο γράφει το μυθιστόρημα A Famosa Revista το 1945. Η Pagu ασχολήθηκε επίσης με το θέατρο, ως κριτικός και ως σκηνοθέτης. Το μεταφραστικό της έργο είναι μεγάλο και σημαντικό. Πέθανε στη Βραζιλία από καρκίνο το 1962.

220px-Patricia_Galvao

Η Pagu μια 14η Ιούνη του 1910. Γεννήθηκε Pagu. Δηλαδή Patricia Rehder Galvao γεννημένη στο Sao Joao de Boa Vista της Βραζιλίας, υπό το ζώδιο των διδύμων. Η Pagu παιδί. Η Pagu δέκα χρονών (κόκκινο φουστάνι) τη χρονιά που ο Picabia εξέδωσε στο Βερολίνο το Μανιφέστο Κανιβάλο: Ο άνδρας που έχει λεφτά είναι ένας αξιότιμος ανδρας. Η τιμή πουλιέται και αγοράζεται όπως ο κώλος, ο κώλος αναπαριστά τη ζωή όπως οι τηγανιτές πατάτες και όλοι εσείς πουείστε στοβαροί θα νιώσετε χειρότερα από τα σκατά της αγελάδας. Η Pagu μεγαλώνει. Η Pagu σχεδιάζει. Η Pagu γράφει. Η Pagu και το άλμπουμ της. Τα φρύδια της Pagu (εναέρια και ακριβή). Η Pagu και το Μανιφέστο Ανθρωπόφαγο. Η Pagu και ο εύσωμος αχρείος μοντερνιστής ποιητής Oswald de Andrade. Το στόμα της Pagu (σκοτεινά ζωγραφισμένο). Η Pagu πράξη της καταβρόχθισης. Η Pagu σημείο της κατάποσης. Η Pagu εκδίδει τα ποιήματα και τα σκίτσα της στην επιθεώρηση Anthropophage. Η Pagu και τα μόνιμα δόντια. Η Pagu: Είμαι πολύ ευγενική αλλά μη με γαργαλάς. Pagu η πολύμορφη, Pagu υπόστρωμα και Pagu μείγματα. Η Pagu χωρίς σαμπάνια διότι μας τελείωσε. Η Pagu: Τupi or not Τupi, that is the question. Η Pagu το 1931 (μέλος του ΚΚ Βραζιλίας). «Η γυναίκα του λαού» στήλη που κρατούσε η Pagu στο περιοδικό φυλλάδιο «Ο Άνθρωπος του Λαού» που δημιούργησε με τον Oswald de Andrade. Ο Rùda, γιός της Pagu κει του Oswald de Andrade. Η Pagu πιστεύει στα όργανα και στα αστέρια. Η Pagu και το «Μυθιστόρημα της Αναρχικής Εποχής». Η Pagu φεμινίστρια (υπέρ μιας ελεύθερης ερωτικής ζωής). Η Pagu πρώτη γυναίκα πολιτική κρατούμενος στη Βραζιλία. Η Pagu φυλακισμένη. Η Pagu μυθιστοριογράφος. Η Pagu εκδίδει το πρώτο της μυθιστόρημα με ψευδώνυμο (Mara Lobo). «Βιομηχανικό Πάρκο» το προλεταριακό μυθιστόρημα της Pagu. Η Pagu: Δε με ενδιαφέρει παρά αυτό που δεν είναι δικό μου. 1932. Εγκατάσταση της Pagu στην προλεταριακή ζωή του Rio. Η Pagu και οι εργάτριες της βελόνας. Η Pagu και η Corina η νεαρή εκδιδόμενη (Φτιάχνει το κραγιόν στα χείλη της χαμογελώντας στον καθρέφτη τσέπης). Η Pagu απέναντι στο φασισμό των τροπικών. Η Pagu εξαντλημένη. Η Pagu κινδυνεύει. Η Pagu διαφεύγει. Η Pagu της πράξης. Η Pagu της πρακτικής. Η Pagu εγκαταλείπει τη γκαρνταρόμπα του Anthropophage. Η Pagu και η αναστροφή. Η Pagu και η αναπροσήλωση. Η Pagu και η Ιστορία της Λογοτεχνίας.  Όταν ο ποιητής Oswald de Andrade έγραφε «Εγκαταλείψαμε τα όμορφα σαλόνια και γίναμε τα αδέσποτα σκυλιά του μοντερνισμού… σκυλιά που έφαγαν τη φυλακή που υπέφεραν από πείνα», εννοούσε μονάχα την Pagu; Η Pagu στην εξορία. Η Pagu στις ΗΠΑ, στην Ιαπωνία, στην Κίνα, στην ΕΣΣΔ, στη Γερμανία και τη Γαλλία. Η Pagu εισάγει την κινέζικη σόγια στη Βραζιλία το 1935. Η Pagu στο Παρίσι (ο Crevel της τηλεφωνεί την παραμονή της αυτοκτονίας του). Η Pagu και οι σουρεαλιστές. Η Pagu μεταφράζει. Η Pagu παρακολουθεί τα μαθήματα του Nizan. Η Pagu επιστρέφει στο ΚΚ Γαλλίας με το όνομα Léonie. Η Pagu και το ΛαΙκό Μέτωπο. Η Pagù και οι οδομαχίες. Η Pagu τραυματίας (3 μήνες στο νοσοκομείο). Η Pagu συλλαμβάνεται από την αστυνομία του Laval. Η Pagu απελαύνεται και ξαναφυλακίζεται στο Rio.Η  Pagu δραπετεύει. Η Pagu ξανασυλλαμβάνεται. Η Pagu πέντε χρόνια στη φυλακή. Η Pagu: Το φως του φεγγαριού! Έχω δυο αιώνες να δω το φως το φεγγαριού! Η Pagu γράφει με το ψευδώνυμο Ariel. Η Pagu με μάσκα. Η Pagu γυμνή. Η λίστα (ανοιχτή) των ψευδωνύμων της Pagu. Η Pagu ξαναπαντρεύεται τον Geraldo Ferraz. Ο Geraldo Galvao Ferraz, δεύτερος γιός της Pagu. «Το Διάσημο Περιοδικό», μυθιστόρημα και αντισταλινικό μανιφέστο που έγραψε η Pagu μαζί με τον Geraldo. Η Pagu δημοσιογράφος και χρονικογράφος. Η Pagu γράφει τη στήλη «Κουλέρ Λοκάλ» στην εφημερίδα Diario de San Paolo. Η Pagu μεταφράζει, η Pagu γράφει. Η Pagu εισάγει τον Mallarmé, τον Apollinaire, τον Joyce… Η Pagu ανθολογεί την ξένη λογοτεχνία. Η Pagu ποιήτρια. Η Pagu γράφει το ποίημα «Νεκρή Φύση» που εκδίδει με το ψευδώνυμο Solange Sohl, που εμπνέει τον Augusto de Campos «Η Solange Solh άραγε υπάρχει; Είναι μία και μοναδική ή μάλλον ένα σύνολο ταιριασμένων γυαλικών;». Η Pagu Solange Sohl και η νεαρή ποιητική πρωτοπορία της ομάδας Noigandres. Η μη-συνάντηση του Augusto de Campos και της Pagu όσο ζούσε η Pagu. Η Pagu αποπειράται να αυτοκτονήσει (μια σφαίρα στο κεφάλι). Η αποτυχία της αυτοκτονίας της Pagu: Τώρα βγαίνω από ένα τούνελ,με πολλές ουλές, όμως ΕΙΜΑΙ ΖΩΝΤΑΝΗ! Η Pagu διαυγής. Η Pagu πολεμική. Η Pagu αποκηρύσσει την πολιτιστική και λογοτεχνική μετριότητα του καιρού της. Η Pagu επιτίθεται στον Mario de Andrade «τον πιο μεγάλο προδότη». Η Pagu επιτίθεται στα ιδρύματα στα οποία καθηγητές και φοιτητές έχουν το ίδιο λευκά μαλλιά. Η Pagu και ο Antonin Artaud. Η Pagu και ο Kafka. Η Pagu αντάρτισσα (για έναν ουτοπικό σοσιαλισμό, ενάντια στη σταλινική αριστερά, ενάντια στην αντιδραστική δεξιά). Η Pagu και ο Victor Serge. Η Pagu και το θέατρο. Η Pagu και η σκηνοθεσία. Η Pagu μεταφράζει Ionesco, Arrabal και Beckett. Η Pagu και ο Brecht. Η Pagu και ο  Strinberg. Για μια τηλεοπτική σειρά, η Pagu χρησιμοποιεί ένα νέο ψευδώνυμο (Gim). Για άλλες παρεμβάσεις, η Pagu υιοθετεί ξανά το παλιό της ψευδώνυμο (Mara Lobo). Η Pagu και το μέλλον. Η Pagu και το παρελθόν. Η Pagu και ο χρόνος. Ο χρόνος που έχει ζήσει η Pagu. Το 1980, σε ένα μπαρ της Μασσαλίας, χάρη στην Ines Oseki Depré ανακαλύπτω την ύπαρξη της Pagu. Η Pagu στο νούμερο 17 της επιθεώρησης Banana Split. Η Pagu και η ανανεωμένη προσωπική εμπειρία. Η Pagu, δηλαδή κανένα μέσα χωρίς έξω. Η Pagu συσκοτισμένη. Η Pagu συσκοτίζει τον εαυτό της. Η Pagu που βγαίνει στο φως μεταθανάτια, από τον Augusto de Campos. Η Pagu, επιδερμική ιστορία ενός μοντερνισμού. Η Pagu, εξίσου απίστευτη όσο και ανατρεπτική. Η Pagu συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας (ένα θεατρικό). Η Pagu και ο Svevo και ο Tardieu και η Nathalie Sarraute. Η Pagu υπερασπίζεται τη Λολίτα. Η Pagu και ο John John. Η Pagu και οι Hippolyte Hentgen. Η Pagu και η Charmian Kittredge. Η Pagu χωρίς την Amelia Earhart (πτώμα εξαφανισμένο). Η Pagu και οι αδελφές Poto και Cabenco. Η Pagu και ο καιρός που κάνει. Η Pagu αύριο. Η Pagu και η κατάρρευση του τελετουργικού. Η Pagu νέα φόρμα του τελετουργικού. Η Pagu χωρίς Pagù. Το 1962 η Pagu προσπαθεί να αυτοκτονήσει. Η δεύτερη μη αυτοκτονία της Pagu. Το 1962, στην πόλη της προτίμησής της, η Pagu πεθαίνει από έναν καρκίνο. Στο εξής Pagu. Η Pagu ανοίγει τα χέρια της στους παντοτινούς της φίλους. Η Pagu και τίποτα. Το τελευταίο ποήμα της Pagu. Η Pagu σήμερα. Η Pagu τώρα. Pagu πολυαγαπημένη. Pagu γονιμοποιός. Η Pagu εδώ, μια έκτη του Απρίλη 2014. Pagu.

Μάρτης του 2014, Μασσαλία

μετάφραση από εδώ

Advertisements

πέντε

Posted in ξένα with tags , , , on July 10, 2012 by simeonvatalos

Πέντε ποιήματα από τη συλλογή Crush του Αμερικάπου ποιητή Richard Siken, σε δικιά μου μετάφραση. Για το καλοκαίρι που σταμάτησε να μιλάει.

Σεχραζάντ

Πες μου για το όνειρο που βγάζουμε τα πτώματα από τη λίμνη
και τα ντύνουμε ξανά με ζεστά ρούχα.
Που ήταν αργά και σε κανένα δεν κόλλαγε ύπνος, άλογα που τρέχουν
μέχρι που ξεχνούν πως είναι άλογα.
Όχι σα δέντρο που οι ρίζες του πρέπει κάπου να τελειώσουν,
μα πιο πολύ σαν τραγούδι στο ραδιοφωνάκι του μπάτσου.
Πως τυλίξαμε στην άκρη το χαλί για να χορέψουμε και οι μέρες
ήταν έντονα κόκκινες και κάθε φορά που φιλιόμαστε είχαμε κι άλλο ένα μήλο να κόψουμε φέτες.
Κοίτα το φως που περνά μέσα από το τζάμι. Σημαίνει πως ήρθε μεσημέρι, σημαίνει πως είμαστε απαρηγόρητοι.
Πες μου πως όλα αυτά, ακόμα και η αγάπη, θα μας καταστρέψουν.
Αυτά, τα σώματά μας κατειλημμένα από φως.
Πες μου πως ποτέ δε θα το συνηθίσουμε.

Dirty Valentine

Υπάρχουν τόσα πράγματα που δεν επιτρέπεται να σου πω.
Αγγίζομαι, ονειρεύομαι.
Φορώντας τα ρούχα σου ή στέκοντας στο ντους πάνω από ώρα, υποκρίνομαι
πως το δέρμα τούτο είναι το δικό σου, τα χέρια τούτα τα δικά σου χέρια,
οι κνήμες, τα λαγόνια όλο σαπούνι
Οι μουσικοί ξεκινούν την εισαγωγή καθώς κρύβομαι πίσω από το μικρόφωνο,
προσπαθώντας να συγχρονίσω τη φωνή μου
με τα μεγάλα χείλια που λάμπουν ψηλά στην οθόνη.
Γυρνάμε την ταινία που τη λένε Planet of Love-
και φυσικά έχει σεξ και βαλσάκια,
παράξενα ρούχα και νούφαρα στη λίμνούλα, και τη μισή νύχτα είσαι
ένας αξιόπιστος τύπος που ανεβαίνει τα σκαλιά του μπάνιου υπό το φως της λάμπας, μα ύστερα
τα τόσο λευκά δόντια όλη νύχτα,
παντού στον Αμερικάνικο ουρανό, μου πέφτουν βαριά για να τα αντέξω, αυτή η διαρκής δαχτυλοθεσία,
τα χέρια σου μια χειρονομία ποταμού, τα πουλιά πετούν, τα πουλιά ακόμα τραγουδούν
έξω από το λιγδιασμένο τζάμι, στα δέντρα.
Υπάρχει ένα σημείο στην ταινία
που μπορείς να δεις πίσω από την ηθοποιία,
που μπορείς να πεις πως είμαι έτοιμος να βάλω τα κλάμματα,
ακριβώς πριν ξεσπάσω σε λυγμούς
και το βάλω στα πόδια για τη φεγγαρόλουστη, γλιτσερή κοίτη του ποταμιού
κάτω από συντριμμένα σύννεφα.
Γυρνάμε τη σκηνή που καταπίνω την καρδιά σου και με υποχρεώνεις
τα τη φτύσω. Καταπίνω την καρδιά σου και κείνη σέρνεται
έξω από το στόμα μου.
Καταπίνεις την καρδιά μου και το σκας, αλλά τη θέλω πίσω αμέσως μωρό μου. Τη θέλω πίσω.
Ξάπλα στον καναπέ με κλειστά τα μάτια, δεν ήθελα να το δω έτσι,
τα πάντα τρώνε τα πάντα στο τέλος.
Ξέρουμε πως δουλεύει το φως,
ξέρουμε από που έρχεται ο ήχος.
Κουπλέ. Ρεφρέν. Κουπλέ.
Λυπάμαι. Ξέρουμε πως δουλεύει. Ο κόσμος δεν είναι πια μυστήριο.

Μικρό Κτήνος

1

Μπάρμπεκιου όλη νύχτα. Χορός στα γρασίδια του δικαστηρίου.
Το ράδιο πονά ένα τραγουδάκι που λέει την ιστορία αυτού που σκέφτεται η νύχτα.
Σκέφτεται τον έρωτα.
Σκέφτεται πως μας μαχαιρώνει μέχρι θανάτου
και αφήνει τα πτώματά μας σε μια χωματερή.
Όμορφη πινελιά αυτή, λεκέδες στη νύχτα, φιλιά με ουίσκι για όλους.

Απόψε, πλάι στον αυτοκινητόδρομο, ένας άντρας που τρώει τάρτα με φρούτα χαράζει
με ένα σουγιά την εικόνα του εραστή του στον τοίχο του μοτέλ. Μου αρέσει
θέλω να γίνω σαν κι αυτόν, τα χέρια μου να μην είναι πια δεύτερες σκέψεις.

2

Κάποιος μου είπε κάποτε πως το να εξηγείς είναι σα να παραδέχεσαι την ήττα σου.
Είμαι σίγουρος πως θυμάσαι, μιλούσαμε στο τηλέφωνο αγάπη μου.

3

Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Κάποιος το λέει αυτό.
Η ιστορία ρίχνει τη σκιά της πάνω στο ξεκίνημα, πάνω από το γραφείο,
πάνω από συρτάρι με τις κάλτσες, τα κρυμμένα του γράμματα.
Η ιστορία είναι ένας ανθρωπάκος με καφέ κουστούμι
που προσπαθεί να ορίσει ένα δωμάτιο στο οποίο δε βρίσκεται.
Την ξέρω την ιστορία. Υπάρχουν πολλά ονόματα στην ιστορία
μα κανένα δεν είναι το δικό μας.

4

Είχε πράσινα μάτια,
γιαυτό ήθελα να κοιμηθώ μαζί του
πράσινα μάτια με κίτρινα στίγματα, ξερά φύλλα στην επιφάνεια μιας πισίνας–
Θα μπορούσες να πνιγείς σε αυτά τα μάτια, είπα
ο σφυγμός του
ο τρόπος που τράβαγε το σώμα του μέσα, από συστολή ή ντροπή ή επιθυμία
να μην ενοχλήσει τον αέρα γύρω του.
Όλοι μπορούσαν να δουν τον τρόπο που δούλευαν οι μύες του,
τον τρόπο που φαντάζουμε σα ζωα,
το δέρμα του μετά βίας τον χωρούσε.
Ήθελα να τον πάρω σπίτι
και να τον πλακώσω στο ξύλο και να βάλω τα χέρια μου μέσα του, να καρφώσω το κορμί μου στο δικό του
σαν αυτοκίνητο δοκιμών.
Ήθελα να με θέλουν και εκείνος
ήταν πολύ όμορφος, φιλούσε με κλειστά τα μάτια και αισθανόταν καλά μόνο εν κινήσει.
Θα μπορούσες να πνιγείς σε αυτά τα μάτια, είπα,
έτσι είναι καλοκαίρι, έτσι είναι αυτοκτονία,
έτσι είμαστε αβοήθητοι στον ύπνο μας και παλεύουμε στον πάτο της πισίνας.

5

Μόνο σαν περάσαμε τη μέση
καταλάβαμε
τον παλιό μουντό πόνο, με ράμματα στους καρπούς και δάχτυλα να κολλάνε,
που όχι μόνο δεν ανατράπηκε
αλλά γλίστρησε από κάτω μας, φρεσκοπλυμένος.
Καθρέφτες και βιτρίνες μας επέστρεψαν το πρόσωπό μας,
γεμάτο με σφιχτά χείλια και μάτια που έμειναν μάτια
και όχι η πόρτα που ελπίσαμε.
Οι πληγές του έκλεισαν, το δέρμα λίγο πιο παχύ από πριν,
ουλές σαν γραμμές του τραίνου στα μπράτσα και το σώμα, κάτω από το μπλουζάκι.

6

Ακόμα ψηλαφούσαμε να βρούμε ο ένας τον άλλο σε σκάλες υπηρεσίας ή σε παρκαρισμένα αμάξια
καθώς ο δρόμος γύρω μας
γινόταν γυαλιστερός από τον πάγο και η ανάσα μας μαλάκωνε τη θέα μέσα από το τζάμι
ήδη όλο δαντέλες πάχνης,
αλλά πιο συχνά έπιανα τον εαυτό μου άυπνο, και του τελείωναν
τα νανουρίσματα.
Αλλά ανάθεμα αν μπορείς να βρεις κάτι πιο σέξυ
από ένα αδύνατο αγόρι με ένα όπλο στο χέρι,
ένα γρήγορο αμάξι, ένα μπουκάλι χάπια.

7

Τι θα ήθελες; θα ήθελα αυτό που πλήρωσα.
Προσπάθησε να εξηγήσεις μια ζωή γεμάτη από τέτοια επεισόδια–
να καταπίνεις λάσπη, να καταπίνεις τζάμια, τη μυρωδιά του αίματος
στις πρώτες τέσσερις αρθρώσεις των δαχτύλων.
Βάζουμε τις μπότες μας με τα δυο χέρια
αλλά δεν μπορούμε να ξυπνήσουμε τον εαυτό μας με μπουνιές και το μόνο που μπορώ να κάνω
είναι να στέκομαι στο πεζοδρόμιο και να λέω Συγγνώμη
για το αίμα στο στόμα σου. Εύχομαι να ήταν το δικό μου.

Δε μπόρεσα να πείσω το αγόρι αυτό να με σκοτώσει, αλλά φορούσα το μπουφάν του για κάμποσο καιρό.

Αυτοσχεδιασμός στην παραλία

Βγάζω τα χέρια μου και στα δίνω μα
δεν τα θες και τα παίρνω πίσω
και τα φορώ ανάποδα, ανάποδα στους καρπούς. Η αυλή είναι σκοτεινή,
οι τομάτες δίπλα στον ασπρισμένο τοίχο,
το βιβλίο στο τραπέζι μιλά για την Ισπανία,
τα παράθυρα βαμμένα κλειστά.
Απόψε σκέφτεσαι πόλεις όπου βασιλεύει
το χιόνι και σε κοιτώ σαν να βλέπω μέσα από παράθυρο,
μετρώντας πουλιά.
Ήθελες ευτυχία, δε σε κατηγορώ
και ίσως το στόμα να ακούγεται ηλίθιο όταν φλυαρεί ακατάσχετα για τη χαρά
μα πες μου
πως σου αρέσει έτσι, πες μου πως δεν είσαι δυστυχισμένος.
Κάνεις τη σούμα, περιμένεις τη φασαρία.
Την παραθαλάσσια πόλη. Τον ηλεκτρικό φράχτη.
Μια πέτρα στο μονοπάτι σημαίνει πως το τσάι δεν είναι ακόμα έτοιμο,
μια πέτρα στο χέρι σημαίνει πως κάποιος είναι θυμωμένος, η πέτρα μέσα σου ακόμα
δεν έχει βρει τον πυθμένα.

Ο σκισμένος δρόμος

1

Δεν υπάρχει τρόπος να γίνει ενδιαφέρουσα αυτή η ιστορία.

Μια παύση, ένας δρόμος, η γεύση τάφου στο στόμα. Οι βράχοι καρφώνονται στο δέρμα μου
σαν αιχμές από βέλη.
Και κατόπιν η αίσθηση να πνίγεσαι κάτω από ένα σακί φακές
ή πατάτες, ή εκείνη μιας βάρκας τη νύχτα που χτυπά ξανά στο ντόκο
χωρίς τιμόνι, χωρίς σκέψη,
χωρίς έγνοια για τη σανίδα στο ντόκο,
που φτιάχνει το απάγκιο της.

2

Θέλω να σου πω αυτή την ιστορία δίχως να ομολογήσω τίποτα,
χωρίς να πρέπει να πω πως έτρεξα έξω στο δρόμο για να αποδείξω κάτι,
πως δε με αγαπούσε,
πως ήθελα να με πετάξουν χάμω, να με κατακτήσουν.
Θέλω να σου πω αυτή την ιστορία χωρίς να χρειάζεται να είμαι μέσα σε αυτή
ο Μαξ με λάθος ρούχα. Ο Μαξ στο πάρτυ, πάλι μεθυσμένος.
Ο Μαξ στην κουζίνα, υπό το φως του ψυγείου, τα χέρια του γύρω από το λαιμό μιας μπύρας.
Πες μου πως ήμαστε νεκροί και θα σε αγαπήσω ακόμη περισσότερο.
Με εκπλήσσω που το λέω με τόσο αίσθημα.
Κάτι έχω στο στομάχι μου για όλο αυτό. Ένα πράγμα απλό. Την τελευταία γουλιά.

3

Μπορείς να τους δεις εκεί, στην άκρη του δρόμου,
να μην κουνιούνται, να μην παλεύουν,
να κάνουν ένα κύκλο στο χώρο ανάμεσα στους κύκλους; Μπορείς να τους δεις
πατημένους στο χαλίκι, στη σκόνη, πατημένους ο ένας πάνω στον άλλο
προσπαθώντας να κάνουν τα λεπτά να σταματήσουν –
προβολείς σε κάθε κατεύθυνση, η νύχτα χύνεται πάνω τους σαν
βενζίνη σε κάθε κατεύθυνση, και το βαθύ μπλέ πάνω στα πάντα, και μετά
κρατώντας την ανάσα τους –

4

Θέλω να σου πω αυτή την ιστορία χωρίς να πρέπει να πω πως έτρεξα έξω στο δρόμο
για να αποδείξω κάτι, πως με κυνήγησε
και με έριξε στο χαλίκι.
Και ήξερε πως τίποτα δε θα πήγαινε καλά και μου είπε
πως τίποτα δε θα πήγαινε καλά.
Και δεν ήθελε να με φιλήσει, αλλά κάλυψε το σώμα μου με το σώμα του
και με κράτησε χάμω μέχρι να υποσχεθώ πως δε θα ξανάτρεχα στη μέση του δρόμου.

Μα τα λεπτά δε σταματάνε. Η προσευχή δεν πάει πουθενά
πάει πουθενά.

5

Ο ώμος του σβήνει τ’ αστέρια μα τα λεπτά δε σταματάνε. Καλύπτει το σώμα μου
με το σώμα του μα τα λεπτά
δε σταματάνε. Η μυρωδιά του, μαζί με κρεόσωτο, εξάτμιση –
Εκεί, στο χώμα, να γλυστρά ανάμεσα στα λεπτά,
προσπαθώντας να τα χαράξει. Σα να παίρνει την ίδια φωτογραφία ξανά και ξανά, τα κενά
ανάμεσα σφραγισμένα –
χτύπησε τόσο δυνατά που ο δίσκος πήδηξε
και άλλαξε τη μουσική του, έβαλε τη μελωδία
στην πορεία της ξανά, γύρω από την τρύπα στο κέντρο του πλατιού μαύρου δίσκου.
Και λέξεις, μικρές λέξεις,
λέξεις πολύ μικρές για κάθε ελπίδα ή υπόσχεση, που δεν είναι καταπραϋντικες
μα παρόλα αυτά καταπραΰνουν.

Κάθε πρωί

Posted in ξένα on November 24, 2011 by simeonvatalos

Κάποια ερωτήματα για την πολιτική και τη βία

Posted in άρθρα, ξένα on October 18, 2011 by simeonvatalos

Ιδού μια μετάφραση από ένα μικρό κείμενο του Etienne Balibar που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση assemblage (Νο. 20) το 1993. Επειδή ζούμε σε έναν μυστήρια φετιχιστικό κόσμο, είναι δυνατόν για ένα διανοούμενο όπως τον Balibar να γράφει σε μια επιθεώρηση που κοστίζει 60 ντάλαρς το τεύχος, απευθυνόμενος ένας θεός ξέρει σε ποιόν, γράφοντας για την εναντιωτική βία που, όπως ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά, μπορεί να εφευρεθεί μόνο από τα κινήματα, ή μάλλον μέσα σε αυτά. Αν ίσως ο κόσμος αυτός μας επιφυλάσσει ακόμα κάποιες εκπλήξεις, είναι δυνατόν στο εγγύς μέλλον να βρεθούμε σε μια τέτοια θέση, πέρα από συμφραζόμενα που θα μας επιτρέπουν να συζητάμε τη βία με ηθικά απόλυτους όρους. Μόνο που εκείνες οι νέες καταστάσεις θα διατρέχονται σίγουρα από δυνάμεις απεδαφικοποιητικές και θα μας υποχρεώνουν να υπάρχουμε μονάχα σαν νομαδικές μηχανές. Επειδή ζούμε σε ένα μυστήρια φετιχιστικό κόσμο, μας επιτρεπόταν ως τώρα να φανταζόμαστε τις μικρές μας ορδές σαν τέτοιες μηχανές. Υποψιάζομαι όμως οτι η γενικευμένη κατάσταση εξαίρεσης που έχουμε προστά μας θα καταρρίψει τέτοιες φαντασιωτικές θεσμίσεις και θα μας φέρει πίσω στο βασίλειο της ανάγκης: μιας κατάστασης, δηλαδή, στην οποία η μόνη θεσμίζουσα συνιστώσα ενός κοινού που μας απομένει, είναι η εναντιωτική αυτή βία. Αλλά περισσότερα για τη στιγμή αυτή μετά την παρέλευσή της.

“Ο Ντεριντά κάποτε έγραψε πως “η μη-βία είναι κατά κάποιο τρόπο η χειρότερη μορφή βίας”. Δεν είπε πως είναι ισοδύναμες, είπε “κατά κάποιο τρόπο”, που σημαίνει επίσης: σε κάποιες καταστάσεις. Αλλά τότε, μπορεί να αποβεί χειρότερη και πιο βίαιη από την ανοιχτή ή τη βάναυση βία την ίδια. Συμφωνώ με την ιδέα αυτή, η οποία δε μου φαίνεται να μας επιστρέφει σε μια πεσιμιστική άποψη περί ανθρώπινης φύσης, αλλά μας προειδοποιεί ενάντια στην ψευδαίσθηση πως υπάρχουν απόλυτες διέξοδοι από τη συνθήκη της βίας, ή απόλυτοι τρόποι να την ελέγξουμε. Το ερώτημα γίνεται, λοιπόν: πως μπορεί κανείς να τα βγάλει πέρα με τη βία στις διάφορες μορφές της, πως να επιλέξει ανάμεσα σε αυτές και να τις αντιμετωπίσει.

Θέλω να αντιμετωπίσω το ερώτημα αυτό με τις εμπειρίες και τους λόγους της πολιτικής. Φαίνεται πως η βία, όποια μορφή και να έχει, “ιδιωτική” ή “δημόσια”, “οικογενειακή” ή “παγκόσμια”, έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό που να αποσταθεροποιεί αυτή καθαυτή την ιδέα της πολιτικής, εφόσον η ιδέα αυτή πάντοτε σχετιζόταν με ένα ξεπέρασμα (Aufhebung) της βίας. Έτσι είπε ο Χόμπς και ο Καντ: “πρέπει να βρούμε μια οδό διαφυγής από αυτή” (είτε αυτή η οδός λέγεται Εξουσία, Νόμος, ή Πολιτισμός). Φαίνεται πως το διφορούμενο της βίας (όχι μοναχά η δυσκολία να αναγνωρίζουμε θύματα και καταπιεστές, αλλά η δυσκολία να διαχωρίσουμε τις θετικές και τις αρνητικές πλευρές της βίας) έχει φτάσει ένα τέτοιο βαθμό που οι παραδοσιακές αρνήσεις της βίας (αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε στρατηγική της μη-βίας και στρατηγική της αντι-βίας) έχουν χάσει τις αναφορές που χρειάζονται για να είναι πολιτικές στρατηγικές με κάποιο νόημα (κάποιοι θα λέγαν: “ορθολογικό” νόημα).

Αλλά ήταν άραγε ποτέ ασφαλείς οι στρατηγικές αυτές; Η καθεμιά τους θα μπορούσε να παρουσιαστεί σαν απόλυτη μόνο αποδεικνύοντας πόσο αναποτελεσματική ή/και άδικη ήταν η άλλη. Αυτή η τυπική “αντινομία της πολιτικής” παρουσιαζόταν τόσο στις πολιτικές του κράτους όσο και στις πολιτικές της επανάστασης. Και στις δυο περιπτώσεις κορυφώθηκε ακριβώς στον ορισμό και τη χρήση μιας “αντινομικής” έννοιας της πολιτικής. Έτσι, ο Λεβιάθαν παρουσιαζόταν ως η συγκέντρωση βίας σε ένα σημείο, έξω από την “κοινωνία” και πάνω από αυτή, το οποίο επωμιζόταν όλο το κακό της κοινωνίας ώστε να απελευθερώσει την κοινωνική ζωή από αυτήν. Με τον ίδιο τρόπο ο επαναστατικός ξεσηκωμός εμφανιζόταν στη φαντασία ως η τελευταία βία, εκείνη που με τη ριζικότητά της καταστρέφει για πάντα τις προϋποθέσεις κάθε βίας.

Οι δομιστικές αναλύσεις των προϋποθέσεων της βίας δεν θα μπορούσαν ποτέ να απελευθερωθούν εντελώς και να μας απελευθερώσουν από αυτά τα ιερά μυστήρια, αν και προσέγγισαν ένα πεπερασμένο όραμα των διασυνδέσεων ανάμεσα στη βία και την πολιτική, το οποίο υποθέτει όχι μόνο την αναγνώριση πως υπάρχουν υλικές συνθήκες στις οποίες επαφίεται η παραγωγή της βίας, και κατά συνέπεια η ανάπτυξη των απελευθερωτικών κινημάτων τα οποία πάντοτε εκκινούσαν από την ίδια την εμπειρία της καταπίεσης, αλλά επίσης υποθέτει πως υπάρχει ένα απόθεμα, ή ένα επιπρόσθετο αποτέλεσμα της βίας πάνω σε αυτές τις συνθήκες. Ο Μαρξ έκανε αυτή την δομιστική ανάλυση για τις οικονομικές προϋποθέσεις της ταξικής βίας. Πιο νωρίς, ο Σπινόζα την εφάρμοσε στις ιδεολογικές προϋποθέσεις της συμβολικής βίας (η οποία, παρεμπιπτόντως, είναι το διακύβευμα σε εθνοτικο-θρησκευτικές διαμάχες). Αν και κανείς από τους δυο, μου φαίνεται, δεν κατάφερε πραγματικά να περιγράψει τα “υπερκαθορισμένα αποτελέσματα” της οικονομίας και της ιδεολογίας, τα οποία βρίσκονται στην καρδιά του απρόβλεπτου της της βίας και του φαινομενικού παραλογισμού της από μια πολιτική σκοπιά, και οι δυο μπορούν να συνεισφέρουν στην ανάδυση μιας υποτιθέμενης τρίτης στρατηγικής (ή τρίτης “άρνησης”), την οποία θα την αποκαλούσα εναντιωτική βία, δηλαδή το σύνολο των στρατηγικών που γίνονται απαραίτητες όταν φαίνεται πως το “πολιτικό κράτος” έχει γίνει πιο βίαιο από κάθε “φυσική κατάσταση”.

Αυτό φαίνεται να είναι επιπρόσθετα απαραίτητο να το σκεφτούμε σε μια εποχή που η βία των θεσμών, η προληπτική καταστολή, και ο κύκλος των ανθρωπιστικών και στρατιωτικών παρεμβάσεων έχει φτάσει σε ένα πρωτοφανές σημείο.”

όλα συνεχίζονται

Posted in αφιονισμοί, δικά, ξένα on July 1, 2011 by simeonvatalos

Πίσω στη δουλειά, να γράφω στον υπολογιστή με την ένταση των τελευταίων ημερών να με κρατάει άγρυπνο και σκεπτικό. Και ετούτο το ποίημα να με τριβελίζει:

“Αισχύλον Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κευθει

μνήμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλα

αλκήν δ’ ευδόκιμον Μαραθώνιον άλσος αν είποι

και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος.”

[Αυτό το μνήμα σκεπάζει τον Αισχύλο, το γιο του Ευφορίωνα, Αθηναίο που πέθανε στη σιτοφόρα Γέλα, για την ευδόκιμη ρώμη του μπορεί να μιλήσει το άλσος του Μαραθώνα και ο Πέρσης με την πυκνή χαίτη, που τη γνώρισε καλά]

Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει

απήγγειλε και μερικά επιγράμματα εκλεκτά.

Η αίθουσα άνοιγε στον κήπο επάνω

κι είχε μιαν ελαφρά ευωδία ανθέων

που ενώνονταν με τα μυρωδικά

των πέντε αρωματισμένων Σιδωνίων νέων.

Διαβάσθηκαν Μελέαργος, και Κριναγόρας, και Ριανός.

Μα σαν απήγγειλεν ο ηθοποιός,

“Αισχύλον Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει”

(τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον

το “άλκην δ’ ευδόκιμον”, το “Μαραθώνιον άλσος”)

πετάχθηκε ευθύς ένα παιδί ζωηρό,

φανατικό για γράμματα, και φώναξε`

“Α δεν μ’ αρέσει το τετράστιχον αυτό.

Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν κάπως σαν λιποψυχίες

Δώσε – κηρύττω – στο έργον σου όλην την δύναμή σου

όλην την μέριμνα, και πάλι το έργο σου θυμήσου

μες στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.

Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ.

Κι όχι από το νου σου ολότελα να βγάλεις

της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό-

τι Αγαμέμνονα, τι Προμηθέα θαυμαστό,

τι Ορέστου, τι Κασσάνδρας παρουσίες,

τι Επτά επί Θήβας – και για μνήμη σου να βάλεις

μ ό ν ο που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό

πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Αρταφέρνη.”

Κ. Π. Καβάφης, Νέοι της Σιδώνος 400 μ. Χ.

Ο Αισχύλος λοιπόν δεν ήθελε να τον θυμούνται για τις τραγωδίες του, αλλά για εκείνο το απόγευμα στο άλσος του Μαραθώνα που έπιασε από τα μαλλιά τον Πέρση αντίπαλό του. Και σκέφτομαι πως όταν θα έρθει εκείνη η ώρα, θα μπορούμε και μεις να πούμε πως εκείνο που μας κάνει περήφανους δεν είναι πως γράψαμε κάποια φυλλάδα για να τη διαβάζουν οι αντίστοιχοι νέοι της Σιδώνος, αλλά πως πολεμήσαμε και μεις μέσα σε αυτόν τον τόσο κατασυκοφαντημένο “σωρό”,  σε τούτη τη μεγάλη μάχη.

“Το δίλημμα είναι εδώ ολοζώντανο και καθόλου ιδεολογικό, άρα αρκούντως επαναστατικό: Ή αυτοί ή εμείς, ή θα νικήσει ο τρόμος ή θα νικήσει ο δρόμος.”

για ένα πουκάμισο αδειανό

Posted in αφιονισμοί, δικά, ξένα on February 19, 2011 by simeonvatalos

Δυο σκέψεις για τα γεγονότα της Τετάρτης στο Ηράκλειο:

“…Για τον Τούρκικο στρατό, τα υλικά ήταν σπάνια και πολύτιμα, οι άντρες ήταν περισσότεροι από τον εξοπλισμό. Στόχος λοιπόν θα έπρεπε να είναι να καταστραφούν τα υλικά και όχι ο στρατός. Ο θάνατος μιας γέφυρας, μιας σιδηροτροχιάς, μιας μηχανής ή ενός όπλου ή ενός εκρηκτικού ήταν πιο πρόσφορος από το θάνατο ενός στρατιώτη. Ο Αραβικός στρατός, τότε, ήταν εξίσου φτωχός σε άντρες όσο και σε υλικά. Οι άντρες δεν ήταν διμοιρίες, αλλά άτομα, και μια ατομική απώλεια είναι σαν ένα βότσαλο που πέφτει στη λίμνη: κάθε ένας που χάνεται αφήνει ένα σύντομο κενό, αλλά από αυτό εξαπλώνονται ομόκεντρα δαχτυλίδια οδύνης.

[…] Η σύγκρουση δεν ήταν φυσική, αλλά ηθική, και για το λόγο αυτό το να διεξάγει κανείς ανοιχτές μάχες ήταν λάθος. Το μόνο που θα εισέπραττε από μια μάχη ήταν οι σφαίρες με τις οποίες θα τον έλουζε ο εχθρός. Ο Ναπολέων έλεγε πως ήταν σπάνιο να βρει κανείς στρατηγούς με τη θέληση να διεξάγουν μάχες. Η κατάρα του πολέμου αυτού ήταν οτι πολύ λίγοι μπορούσαν να τις αποφύγουν. Οι μάχες επιβάλλονται από τον εχθρό στην πλευρά που πιστεύει πως είναι πιο ασθενής, και γίνονται αναπόφευκτες είτε από την έλλειψη χώρου, είτε από την ανάγκη να υπερασπιστεί μια υλική κτήση που είναι πιο πολύτιμη από τη ζωή των στρατιωτών. Οι Άραβες δεν είχαν κάτι υλικό να χάσουν, οπότε δε χρειαζόταν να υπερασπίσουν τίποτα ή να πυροβολήσουν εναντίον κάποιου. Το ατού τους ήταν η ταχύτητα και ο χρόνος, όχι η δύναμη πυρός. Αυτά τους έδιναν στρατηγική ισχύ, παρά τακτική δύναμη.

[…]έπρεπε πάντα να παραμένουν ψύχραιμοι, γιατί η δίψα για εκδίκηση θα εξασθενούσε την επιστήμη τους, και άλλωστε η νίκη τους εξαρτιόταν από ένα συνδυασμό ταχύτητας, απόκρυψης και ακρίβειας των χτυπημάτων. Ο ανταρτοπόλεμος είναι πολύ πνευματικότερη, θεωρητικότερη διαδικασία από μια έφοδο με τις ξιφολόγχες.”

 

Λώρενς της Αραβίας, Η Επιστήμη του Ανταρτοπολέμου (1929)

 

και

 

“Όμως οι καταλήψεις και οι ελεύθεροι κοινωνικοί χώροι αποκτούν νόημα και ύπαρξη από τους ανθρώπους που κινούνται μέσα σ’ αυτά. Η υλική καταστροφή τους δεν συνεπάγεται τίποτα.”

από κείμενο αλληλεγγύης της κατάληψης ΔέΛΤΑ

 

για ένα πουκάμισο αδειανό λοιπόν, και ο νοών νοείτο

 

βάστα γερά μαέστρο!

περί αλληλεγγύης προ τετελεσμένων γεγονότων

Posted in αφιονισμοί, ξένα on January 30, 2011 by simeonvatalos

Ἡ Καλωσύνη ἐδῶ ποὺ βρέθηκε μές στὶς λυκοποριές
Πρέπει νἄχει μπαροῦτι στὸ σελλάχι της
Καὶ νὰ δαγκάνει κάμες.

 

Ελύτης, αν αναρωτιέσαι pakiboy.