Archive for the δικά Category

Μεγάλα στόματα και μικρές χειρονομίες

Posted in αφιονισμοί, δικά on December 1, 2013 by simeonvatalos

Έχει περάσει ακριβώς ένας μήνας από τη δολοφονία των μελών της χα στο Ν. Ηράκλειο. Ήταν ένας μήνας στον οποίο είχα επιβάλλει στον εαυτό μου απεργία ειδήσεων. Δεν παρακολούθησα τα τεκταινόμενα, δεν είδα ειδήσεις, δεν χάζεψα βίντεο, δεν διάβασα εμβριθείς ή συνωμοσιολογικές αναλύσεις σε διάφορα μπλογκ, δεν ασχολήθηκα με τη βροχή ροχάλας που άνοιξαν κάποιες ανακοινώσεις μέσα στο χώρο. Σίγουρα η στάση μου αυτή δεν είναι μια ενδεδειγμένη στάση, ούτε φυσικά τη συνιστώ σαν φάρμακο στη βιομηχανία του θεάματος, αν και ίσως κατά καιρούς μοιάζει σαν το μόνο υπαρξιακό τσιρότο στο φαρμακείο μου. Στη δεδομένη μάλιστα συγκυρία, το να κλείσεις τα μάτια, να αποτραβηχτείς, να ησυχάσεις λίγο από τις σειρήνες και να σκεφτείς, φαντάζει μια πολυτέλεια πολύ μεγαλύτερη ακόμα και από τον σκαιό πλούτο των αφεντικών. Η ανάγκη όμως να πάρω μια απόσταση από όλα αυτά δεν είχε στην περίπτωσή μου μονάχα να κάνει με την αίσθηση δέους που μου προκαλούν οι εξελίξεις που μπορεί να προοιωνίζει ένα τέτοιο χτύπημα, αλλά κυρίως από την αδυναμία του δικού μου λόγου, και των συντρόφων και συντροφισσών να ανοίξει μια άλλη συζήτηση για όλο αυτό. Μια συζήτηση, όχι μια απάντηση. Θα μου πείτε, άλλο η κουβέντα, άλλο η πραγματικότητα. Θα σας πω, άλλο η πραγματικότητα, άλλο το πραγματικό.

Image

Ας ξεκινήσω λοιπόν λέγοντας αυτό: το χτύπημα αυτό ήταν χτύπημα ενάντια στο κίνημα, το οποιασδήποτε μορφής κίνημα στοχεύει στην κοινωνική αλλαγή, έχει σαν θεμέλιο του την κοινωνική αλληλεγγύη και επιδιώκει να ανοίγει χώρους διαφορετικότητας μέσα και ενάντια στο λόγο και τις πρακτικές της κυριαρχίας. Για να το πω πιο λιανά, παραφράζοντας κάποιους καλούς συντρόφους σε μια παρόμοια συγκυρία: το χτύπημα αυτό, αν δεν ήταν του κράτους, ήταν σίγουρα κρατικό.

Ίδιον της κυρίαρχης ιδεολογίας είναι να εντάσσει μέσα της ακόμα και το αντίθετό της: ας το πω αλλιώς: η ιδεολογία των «δυο άκρων» δεν έχει σκοπό να περιγράψει αντικειμενικά την πραγματικότητα. Σκοπό έχει να ξεκινήσει μια κουβέντα στην οποία, ακόμα και όταν λες όχι, βρίσκεσαι μέσα σε αυτή. Δεν έχει νόημα να αρνείσαι ότι υπάρχουν δυο άκρα. Από τη στιγμή που το αρνείσαι, η ιδεολογία περί δυο άκρων έχει κάνει τη δουλειά της, ακριβώς σαν να είπες ναι. Κάπως έτσι αναδύεται το πραγματικό.

Υπό αυτή την έννοια, η θεαματική όψη του σύγχρονου πολιτικού ένοπλου, στηρίζεται στην ίδια ιδεολογική λειτουργία. Το θέαμα στο οποίο ποντάρει το ένοπλο στηρίζεται σε μια διπολική κατάφαση/άρνηση. Σε κάνει θεατή. Θεατή με άποψη, αλλά θεατή. Την ίδια στιγμή που λες «γεια στα χέρια τους», ή, «καταδικάζω τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται», βρίσκεσαι ξανά στα δίχτυα μιας ιδεολογίας που έχει λειτουργία κρατική: που δεν δέχεται δηλαδή παρά ένα δυαδικό ζεύγος απαντήσεων: ναι, όχι, τέλος.

Από αυτή την άποψη, η ίδια η συζήτηση για το γεγονός, αποκτά τα χαρακτηριστικά, μεταχειρίζεται τη γλώσσα και τις κατηγοριοποιήσεις μιας κυρίαρχης ιδεολογίας, που ειδικά στην Ελλάδα είναι μια ιδεολογία αστυνομική. Κεντρικό, μάλλον μοναδικό ερώτημα της, και ταυτόχρονα όριο του επιστητού της είναι: ποιος φταίει. Είναι ένας λόγος δικαστικός, που εξαντλεί κάθε κουβέντα για τα κοινά, σε οποιοδήποτε επίπεδο και αν γίνεται: στο λεωφορείο, στη δουλειά, στην τηλεόραση, στις ερωτικές σχέσεις. Σε υποχρεώνει να ζεις σε ένα ατελείωτο whodunit, χωρίς ποτέ ο καλός ντέτεκτιβ να ανακαλύπτει το δολοφόνο, που συχνά πυκνά ψυλλιάζεσαι πως είσαι εσύ ο ίδιος.

Ο δημόσιος λόγος στην χώρα ετούτη είναι ένας λόγος ανύπαρκτος πέρα από την ιδεολογική αυτή συνθήκη. Σε αυτό ασφαλώς και συμβάλλει μια πληθώρα ανοικτών ιστορικών τραυμάτων, αποτελέσματα μιας μακράς περιόδου αντικομμουνιστικών διώξεων, η ατιμωρησία ενός μεγάλου αριθμού καθαρμάτων του πολέμου και της κατοχής, η στήριξη του μεταπολεμικού κράτους στον ιστό αυτό των εθνικοφρόνων ρουφιάνων. Ασφαλώς επίσης συμβάλλει η ύπαρξη ενός μονολιθικού και προς το παρόν ιδιαίτερα ανθεκτικού σημαίνοντος, εκείνο του έθνους, που αποτελεί και το τέλος – με τις δυο έννοιες – κάθε προσπάθειας οραματισμού μιας συλλογικής ταυτότητας μέσα στη νεωτερικότητα. Το τραύμα αυτό είναι που επιστρέφει εμμονικά μετά από κάθε προσπάθεια να διευθετηθούν οι ανοιχτοί λογαριασμοί με το παρελθόν. Ο Δεκέμβρης του 08 ήταν μια τέτοια απόπειρα, και το σύνθημα «Βάρκιζα τέλος» έδειχνε μεν προς μια παρελθούσα ιστορική συνθήκη, αλλά την έδειχνε ως τέτοια, ως παρελθοντική, ως κλειστή. Από κείνη την διάθεση να τελειώσουμε οριστικά με αυτό το βάρος, φτάσαμε στη νεκρανάσταση του εαμ-ελας-μελιγαλάς, στην ιστορία ως ζόμπι που μας κυνηγά για να τραφεί από τις ζωντανές μας σάρκες. Αλλά αυτό είναι θέμα ενός άλλου ποστ, και ελπίζω να επανέλθω.

Σημαντικό, στην λειτουργία αυτού του μηχανισμού, είναι τούτο: το ότι το ποσοστό αλήθειας που εμπεριέχει ο λόγος αυτός είναι άσχετο από την ισχύ του. Αυτό που έχει σημασία, είναι να απαντά στο ερώτημα ποιος φταίει: φταίνε οι μετανάστες, φταίνε οι πολιτικοί, φταίνε κάποιοι τέλος πάντων. Σημασία επίσης δεν έχει αν από τη μια μέρα στην άλλη φταίει κάποιος άλλος. Σημασία έχει να συμμετέχουν οι πάντες σε αυτό το πελώριο μυστήριο, το οποίο μας ταλανίζει αλλά και υποτίθεται μας συνιστά σαν «λαό». Εκείνοι οι ακαθόριστοι άλλοι που φταίνε πάντα για την κατάντια της ψωροκώσταινας ήταν και είναι το καλύτερο άλλοθι που μπορούσαν να φανταστούν τα ντόπια αφεντικά ακόμα και στα πιο τρελά όνειρά τους. Για την ακρίβεια, είναι ένα ιδεολόγημα που το πιστεύουν και αυτοί οι ίδιοι, πράγμα που τους επανεντάσσει με ασφάλεια στις αγκάλες του ταλαίπωρου ελληνικού λαού.

Τέλος, η συζήτηση αυτή έχει μια τόσο δυναμική ισχύ διότι στηρίζεται σε μηχανισμούς προσωπικής ενοχής. Ένοχος σημαίνει υπεύθυνος για την ύπαρξη κάποιου πράγματος που θα μπορούσα να αλλάξω. Ωστόσο, η ενοχή που κυκλοφορεί σαν άξονας της κυρίαρχης ιδεολογίας, είναι η ενοχή για μια κατάσταση την οποία δεν μπορεί να αλλάξει κανείς προσωπικά, ατομικά. Η ενοχή όχι μόνο για κάτι που δεν έχεις κάνει, αλλά που δεν θα μπορούσες να κάνεις. Σημείο αυτής της ενοχής είναι η συζήτηση για το φασισμό: «όλοι μας κρύβουμε ένα φασίστα μέσα μας». Ακόμα και αν δεχτούμε το φτηνό ψυχολογισμό του πράγματος, το σίγουρο είναι ότι αυτός ο φασίστας που κρύβω εγώ μέσα μου δεν βγαίνει στους δρόμους να μαχαιρώνει μετανάστες, ούτε μαζεύει κοντέινερ με όπλα στο σπίτι. Όμως, στόχος εδώ είναι να μετατραπεί μια δυνητικά θετική προσωπική στάση σε μια κατάσταση συλλογικής ενοχής. Φταις και συ που υπάρχουν φασίστες, ακόμα και αν ολόκληρη η ζωή σου είναι αφιερωμένη στη δημιουργία χώρων και σχέσεων που προσπαθούν να τον ξεριζώσουν. Και μάλιστα, φταις όσο φταίει και κείνος που δεν κάνει απολύτως τίποτε.

Είχα γράψει άλλοτε ότι η συλλογική συζήτηση είναι εκείνη που δημιουργεί τη συλλογική ευθύνη. Δεν αρνούμαι τη δυνατότητα μιας συλλογικής ενοχής, άλλωστε είναι και κείνη που μας εν-έχει μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο. Ωστόσο, αρνούμαι μια συλλογική ενοχή η οποία είναι θέσει και όχι εκ των πραγμάτων δική μου. Για τον ίδιο λόγο αρνούμαι πεισματικά να φωνάξω το σύνθημα-καραμέλα του τελευταίου καιρού, εαμ ελας μελιγαλάς.

Να ξεφύγεις από το φαύλο κύκλο της βίας σημαίνει πρώτα απ’ όλα να αρνηθείς να τη συζητήσεις με τους όρους που σου θέτει αυτή. Καταλαβαίνω πως, σε μια εποχή που η «ιστορική αναγκαιότητα» μοιάζει να είναι τόσο ξεκάθαρη, που τα γεγονότα πιέζουν και δίνουν την εντύπωση πως κοσμοϊστορικές αλλαγές μας περιμένουν στην επόμενη γωνία, να αρνηθείς να συζητήσεις την επικαιρότητα μοιάζει να είναι η χειρότερη μορφή απόδρασης από την πραγματικότητα. Ωστόσο, με το πιστόλι στον κρόταφο, τι νόημα έχει να συζητάς με αυτόν που το κρατάει; Η δύναμη ενός κινήματος κρίνεται από το βαθμό στον οποίο μπορεί να θέσει τους όρους για μια συζήτηση. Να δημιουργήσει τις συνθήκες και τις δομές που θα επιτρέψουν να συζητηθεί δημόσια η παρούσα κατάσταση. Οποιαδήποτε άλλη κουβέντα εμπίπτει απλώς στο πεδίο της δημοσιότητας, άρα είναι θήραμα του θεάματος.

Ειρωνικά λοιπόν, θα πρότεινα να εξετάσουμε τη δολοφονία δυο φρουρών των γραφείων της ΧΑ με ένα σαφώς πιο πολεμικό τρόπο: όπως στον πόλεμο οι ιδέες έρχονται απλώς να καλύψουν τους νεκρούς, και οι νεκροί είναι πεθαμένοι είτε έτσι είτε αλλιώς, ας πούμε ότι έχουμε πόλεμο. Και ας δεχθούμε ότι εμείς δεν είμαστε οπλισμένοι, αλλά ούτε θέλουμε και να οπλιστούμε. Με μαθηματική ακρίβεια, αυτό σημαίνει ότι εντασσόμαστε στον άμαχο πληθυσμό μιας σύρραξης η οποία δεν μας ενέχει, αλλά στην οποία εμπλεκόμαστε είτε το θέλουμε είτε όχι. Το ερώτημα που θα θέσουμε εμείς, ως άμαχος πληθυσμός μιας σύρραξης στην οποία είμαστε απούσες και απόντες δεν έχει να κάνει ασφαλώς με εκείνο που θέλει να μας πείσει η κυριαρχία ότι είναι το κεντρικό ερώτημα.

Και το ερώτημα είναι: πως θα επιβιώσουν οι δομές, οι κουλτούρες διαλόγου και ανταλλαγής, το αίσθημα της αλληλεγγύης σε ένα καθεστώς γενικευμένου κοινωνικού πολέμου; Απλούστερα, το ερώτημα γίνεται: πώς θα προστατευτώ εγώ και πώς θα προστατέψω τους και τις συντρόφισσές μου από τα τυφλά χτυπήματα ενός τέτοιου πολέμου; Αρνούμαι λοιπόν το ερώτημα αν αυτή η πράξη ήταν σωστή ή όχι, όπως αρνούμαι την ενοχή μου. Δεν λέω εγώ το όχι. Το όχι το λέει η ενεργή αθωότητά μου.

Τι σημαίνει όμως να διεκδικείς το δικαίωμα να υπάρχεις μέσα στα γεγονότα χωρίς να χρησιμοποιείς τους όρους, τη γλώσσα, την κουλτούρα της κυριαρχίας; Σημαίνει σίγουρα να παράξεις μια καινούρια γλώσσα, μια γλώσσα που μιλάει για άλλα πράγματα. Κύριο συστατικό της γλώσσας αυτής είναι να αρνείται, στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, να φετιχοποιήσει τις λέξεις τις οποίες χρησιμοποιεί. Ο μόνος τρόπος να γίνει αυτό είναι να αποδεχτεί, εξ αρχής, το πενιχρό μερίδιο πραγματικότητας που της αντιστοιχεί. Όταν μιλάμε για συλλογικές δομές, για κοινωνικά ιατρεία, για συλλογικές κουζίνες, για δίκτυα αλληλεγγύης, για λαϊκές συνελεύσεις, για κοινωνικούς αγώνες, καλό είναι να μιλάμε με παρρησία. Με ειλικρίνεια. Να επιδοθούμε στο ταπεινό έργο της περιγραφής και της ανάλυσης αυτών των μικρών πραγμάτων, με τα προβλήματα, τους περιορισμούς αλλά και τις προοπτικές που διανοίγουν. Σε αντίθεση με έναν υπερφίαλο, κατηγορηματικό, φαλλοκρατικό λόγο που προτάσσει τις μεγάλες αφηγήσεις, τα μεγάλα σχήματα, τις μεγάλες συγκινήσεις ως αρχή και τέλος της πολιτικής δράσης, ας μιλήσουμε τη γλώσσα της φροντίδας, της ανοιχτότητας, της α-λήθειας. Ας μιλήσουμε εξ αρχής ανοιχτά για τα μικρά μας πράγματα, τις μικρές μας δυνάμεις και ικανότητες, και ας ανακαλύψουμε μια γλώσσα που να τους αντιστοιχεί. Ας μιλήσουμε για τους κοινωνικούς αγώνες με βάση αυτό που πραγματικά συμβαίνει στους ανθρώπους που συμμετέχουν σε αυτούς και όχι ως την επόμενη μητέρα όλων των μαχών, νεκρό κουφάρι στο στόμα του επόμενου αριστερού πολιτικάντη.

Μας λείπουν οι λέξεις για να μιλήσουμε για όλα αυτά τα πράγματα, για πραγματικές ανθρώπινες σχέσεις που δημιουργούνται μέσα σε ένα καθεστώς αγώνα ενάντια στο πραγματικό όπως αυτό ορίζεται όχι μόνο από «αυτούς εκεί έξω», αλλά και από τις πολιτικές σχέσεις μέσα στο χώρο. Δε μας λείπουν ακριβώς, κυκλοφορούν μέσα μας και μέσα στις πιο μύχιες μας σχέσεις. Απλώς δεν φτάνουν ποτέ στην εκφορά, διότι ως τέτοιες μας χαρακτηρίζουν σαν κάτι άλλο από αυτό που φανταζόμαστε ότι ήρθαμε να κάνουμε εδώ. Να σώσουμε τον κόσμο; Να κάνουμε την επανάσταση; Ας μάθουμε πρώτα να συζητάμε για την βιωμένη μας πραγματικότητα. Μια δύσκολη συζήτηση, σχεδόν όπως τη συζήτηση ενός θλιμμένου χωρισμού, αλλά την προτιμώ από όλες αυτές που κυκλοφορούν στην πιάτσα τον τελευταίο μήνα. 

Ιωσήφ Ραφτόπουλος, η στριμωγμένη ζωή.

Posted in άρθρα, δικά with tags , , , , , on June 17, 2013 by simeonvatalos

«Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,/και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,/ η Αθανασία τους είναι χαρισμένη./ Κανένας όμως δεν ανιστορεί/ Και το έρεβος εσκέπασε βαρύ/ Τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε./ Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή/ Μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι.»

Κ. Καρυωτάκης «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων» από τα Νηπενθή (1921)

 

Αδικώ μήπως τον Ιωσήφ Ραφτόπουλο που αρχίζω με τους στίχους του διάσημου φίλου του; Σαν ποιητή, όχι. Σαν ποιητής, ο Ιωσήφ Ραφτόπουλος, ανάξια στιχουργούσε. Με ένα άτεχνο δεκαπεντασύλλαβο, μακρόπνοο, σκουντούφλικο, περιπλεγμένο, που ποτέ δεν κατόρθωσε να τον απογειώσει. Με θεματική βουκολική συνήθως, με εικόνες του χωριού, που μοιάζουν δημοτικά τραγούδια. Ή με μια αδύναμη ποιητική της παρακμής. Ή ακόμα με λιγοστούς «στρατευμένους» στίχους. Ο ίδιος, στην μεταθανάτια αφιέρωση της συλλογής των «διαλεχτών» του κειμένων, αναφέρεται στην «ασήμαντη προς την ποίηση προσπάθειά μου». Ακόμα και ο φίλος του, Πέτρος Τριαντάφυλλος, στον οποίο απέμεινε το βάρος να μαζέψει και να παρουσιάσει τα πιο καλά του ποιήματα, το ομολογεί σε κάποια αποστροφή πως ο Ραφτόπουλος δεν ήταν δα και ο μεγαλύτερος μάστορας του στίχου.

Κι όμως, ο Καρυωτάκης περισυνέλλεγε ανάμεσα στους ποιητές που του άρεσαν και τον επηρέασαν και τον άσημο σήμερα, αλλά τότε τόσο σημαντικό, ποιητή φίλο του. Στάθηκε μαζί με την παρέα του σε ένα μεταίχμιο της ποίησης, προσπαθώντας ψαχουλευτά να μεταλλάξει την ηχητική της ρίμας και να ξεφύγει από τα αυστηρά πλαίσια της μετρικής, να ανοίξει το στίχο. Μα, πέρα από την αισθητική θεωρούμενη σαν επίτευγμα άνευ υποκειμένου, βρίσκεται η κοινωνικότητα ενός συνόλου γνωστών και φίλων, με κοινές καταβολές, κοινά στέκια, με ανταλλαγές ιδεών, φράσεων, σλόγκαν, κλισέ, με αμοιβαίο θαυμασμό, με κοινές συμπάθειες και αντιπάθειες. Το έδαφος μιας ελάσσονος λογοτεχνίας, μιας κοινής στάσης ζωής σε μια σκληρή εποχή, μια δυνάμει ανατρεπτική στάση που κωδικοποιήθηκε σχεδόν αυτόματα εκείνη την εποχή στο πρόσωπο του Καρυωτάκη. Μια στάση ζωής και μια λογοτεχνία που ονομάστηκε Καρυωτακισμός, και διέθετε μια πλειάδα χαρακτηριστικών που οπωσδήποτε δεν τα είχε εμπνευστεί ο Καρυωτάκης, ίσως όμως τα ενσωμάτωσε με μια πληρότητα και συνέπεια που δεν είχε προηγούμενο.

Μπορούμε να πούμε πως η σύλληψη του Καρυωτακισμού ως στάση έγινε όχι μόνο σε απόλυτη αντίθεση με μια καθεστωτική ποίηση, αλλά και σε μια προβληματική σχέση με τη διαμορφούμενη κομμουνιστική διανόηση. Στεκόταν μέσα στη διαμόρφωση αυτή, σα μια παράδοση ανταρσίας η οποία αποτελούσε αφενός ένα σημαντικό στοιχείο εξέγερσης, αλλά ταυτόχρονα ένα ξένο σώμα στη λογική της δόμησης του «νέου κόσμου» που επαγγέλλονταν ο κομμουνισμός. Όταν το 1935, με το συνέδριο των συγγραφέων, η στράτευση ολοκληρώνεται και η λογοτεχνική παραγωγή γίνεται προπαγάνδα ενός κόμματος, μορφώματα εξέγερσης όπως ο σουρεαλισμός πετιούνται έξω από τον κανόνα, ως μικροαστικά φαινόμενα παραίτησης και ιδιώτευσης. Άλλα φαινόμενα όμως, όπως ο Καρυωτακισμός, διάχυτα στη μορφή τους, θα συντεθούν σε ενιαίο σώμα για να στηλιτευτούν, να εκκαθαριστούν από το υγιές σώμα της σοσιαλιστικής ποιήσεως. Και ενσωματώνονται εν τέλει στο σύμβολο του νεκρού Καρυωτάκη.

Η στάση της επίσημης αριστερής διανόησης απέναντι  στο φαινόμενο Καρυωτάκη πήρε συχνά το χαρακτήρα λίβελου. Στόχος της ήταν να δείξει είτε πως ο Καρυωτάκης ήταν ένας ψυχασθενής, «άρρωστος», «βλαμμένος», άνθρωπος που «το νευρικό του σύστημα δεν ήταν γερό, ισορροπημένο […] από τα παιδικά του χρόνια», όπως τον παρουσίαζε ο Κορδάτος στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του (1962). Οπωσδήποτε όμως η προσκόλληση της στρατευμένης αυτής διανόησης στον Καρυωτάκη ως σύμβολο μιας εποχής, είχε το στόχο να χρωματίσει τη γενικευμένη στάση μιας γενιάς απέναντι στο εθνικιστικό σύστημα της μεσοπολεμικής δημοκρατίας. Μια τάση αποσχιστική, οπωσδήποτε ρηξικέλευθη, και ίσως σε ικανό βαθμό απεγνωσμένη. Σίγουρα όμως βαθύτατα πολιτική. Ο Τέλος Άγρας, ασκημένος αναγνώστης, το διείδε και το εξέφρασε με ειλικρίνεια σταχυολογώντας την πρώτη φουρνιά Καρυωτακιστών (τους αποκαλώ έτσι και όχι Καρυωτακικούς, για να δείξω την σαφή επιρροή σαν πολιτική άποψη, και όχι απλή επίδραση) σε ένα άρθρο με προμετωπίδα «Απαισιόδοξοι. Σατιρικοί. Επαναστάτες» στα Νεοελληνικά Γράμματα. Αντιτείνει ο Βαρίκας: «ο σατιρικός ποιητής είναι πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα ένας αγωνιστής. Ο Καρυωτάκης όμως δεν υπήρξε τέτοιος» (Βάρναλης-Καρυωτάκης, 172). Εδώ, ο μύθος Καρυωτάκη χρησιμοποιείται εκ των υστέρων για να χρωματίσει με εστετισμό, παραίτηση και παρακμή όχι μόνο μια ολόκληρη γενιά επιγόνων, αλλά και την ίδια την κοινωνική κατάσταση που έθρεψε την ποιητική του μεσοπολέμου. Το τι θα θέλανε οι κριτικοί αυτοί της αριστεράς για τον Καρυωτάκη το συνοψίζει ο Τεύκρος Ανθίας στην Εφημερίδα Υπαλληλική, το 1928: «ελπίζαμε σιγά σιγά να τον δούμε σε μιαν άλλη στράτα, τη στράτα της σημερινής Επαναστατικής Τέχνης, που προχωρεί με το γέλιο για τον αγώνα και την αναγέννηση». Το στρυχνινώδες γέλιο του κόμματος, με λίγα λόγια.

Και όλο αυτό στηρίζεται σε ένα και μοναδικό ψέμα, που κάποιος καλοπροαίρετος θα το έλεγε παρανόηση, αν τα στοιχεία του δεν βρισκόταν ήδη στη δημόσια σφαίρα. Το ψέμα αυτό ήταν η φιγούρα του απολίτικου Καρυωτάκη. Έπρεπε να έρθει το 1978 και ο χαλκέντερος Γ.Π. Σαββίδης, για να δημοσιευτούν, από της στήλες του Βήματος, κάποια αδιάσειστα στοιχεία για την έντονη συνδικαλιστική δράση του Καρυωτάκη. Ώστε ο Καρυωτάκης δεν ήταν μόνο ο ποιητής της ήττας, της αρρώστιας, της παραίτησης, αλλά και ένας ενεργότατος συνδικαλιστής. Κατά συνέπεια, η αισθητική στάση του Καρυωτακισμού δεν είναι η «ευρεία πύλη» προς την αστική παρακμή, αλλά μπορεί άνετα να συνάδει με την πιο ενεργή πολιτική δράση. Συνέπεια της οποίας, καθώς φαίνεται, ήταν ο εκτοπισμός, η απομόνωση, ο διασυρμός του ερειστικά μαχόμενου συνδικαλιστή, και γενικού γραμματέα της Ένωσης Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών, Καρυωτάκη.

Ο Καρυωτάκης που, εν πάσει περιπτώσει μάχεται και εναντίον του κατεστημένου που επικρατεί στο χώρο της δουλειάς του και του λειτουργήματός του. Που μιλάει, η προσπαθεί να μιλήσει, όπως προσπαθούν να μιλήσουν και άλλοι λογοτέχνες της γενιάς του ενάντια σε μια –ταξική– συνωμοσία σιωπής που καλύπτει τις ανανεωτικές προσπάθειες στη γλώσσα αλλά και στα ήθη:

Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,/ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει/ μικρόν εμέ κ εσάς μεγάλο, ίδια τον ένα και τον άλλο;

Τους τρόπους το παράστημά σας, το θελκτικό μειδίαμά σας, το monocle που σας βοηθάει/να βλέπετε μόνο στο πλάι/ και μόνο αυτούς να χαιρετάτε/ όσοι μοιάζουν αριστοκράται

Ο Καρυωτάκης, που κρύβεται μάλλον πίσω από την λεπτή ειρωνεία των φράσεων που δημοσιεύτηκαν στο υπόμνημα της ΕΕΣΔΥ προς την κυβέρνηση (25-1-1928):

               «καθ’ ημάς, το ζήτημα της απεργίας δεν τίθεται, εάν ο υπάλληλος έχη δικαίωμα ή μη απεργίας από απόψεως δημοσίου δικαίου ή της κειμένης σωματειακής νομοθεσίας. Η απεργία είναι εν γεγονός το οποίον δεν εξετάζεται από απόψεως νομιμότητος, όπως δεν εξετάζει κανείς εάν βρέχη ή δεν βρέχη κατά Σύνταγμα ή κατά Νόμον, πεινά κανείς νομίμως ή δεν πεινά, έχομεν κυκλώνα ή θαλασσοταραχήν ή εκκρήγνυται κεραυνός σύμφωνα με το Σύνταγμα ή με τους κειμένους νόμους και το υπαλληλο-σωματειακόν ισχύον δίκαιον.» (Σαββίδης, Καρυωτάκης, Ποιήματα και Πεζά, σ. 281)

Ο Καρυωτάκης, υπεύθυνος της διαρροής των εγγράφων που αποτέλεσαν αδιάσειστες αποδείξεις ότι ο τότε υπουργός Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως Κύρκος «ενεθυλάκωσε» ένα σεβαστό ποσό τάχα για οδοιπορικά του (Καθημερινή 23.1.1928), πράγμα που του κόστισε το κατρακύλισμα στην υπαλληλική κλίμακα, την απομόνωση και τέλος την αυτοκτονία. Θέλησε ο Καρυωτάκης να σπάσει την ομερτά, τη συμφωνία σιωπής που κάλυπτε την αναδυόμενη συμπαιγνία ανάμεσα στο κράτος-εργοδότη και την αντικομμουνιστική του ιδεολογία. Μια σιωπή όμοια με κείνη που «βαρύτερη από το χώμα» κάλυψε και τον ποιητή Ραφτόπουλο, καθώς έγραφε ο Καρυωτάκης στη νεκρολογία του φίλου του στα 1924.

Υπάρχει ωστόσο μια μυστική ιστορία της λογοτεχνίας και των λογοτεχνών, που δεν συνοψίζεται στον όρο Καρυωτακισμός, και δεν συμπίπτει με τα χαρακτηριστικά της παραίτησης και της εστέτ ιδιώτευσης που του αποδόθηκε εκ των υστέρων. Η ιστορία αυτή εκλείπει και ίσως να μην είναι δυνατόν να ανασυσταθεί παρά σε ψήγματα και σπαράγματα. Σε ενδείξεις και θρύλους. Η ιστορία αυτή είναι η ιστορία ενός πληθυσμού που έζησε στο όριο, στριμωγμένος ανάμεσα στις συμβάσεις της επίσημης κοινωνίας και του πολιτικού κράτους, και σε ένα υπόκοσμο του οποίου τα όρια ήταν διαπερατά και εκτατά. Έθεσε υπό συζήτηση ακριβώς αυτά τα όρια που χωρίζουν την «επίσημη» κοινωνία από την πλέμπα, αλλά και την καθορίζουν ως τέτοια.

Το ενδιαφέρον είναι πως η πλατιά βούρτσα του Καρυωατακισμού χρησιμοποιείται για να βάψει με αποχρώσεις παρακμής, φιλασθένειας και παραίτησης, το σύνολο σχεδόν των «αντιφρονούντων» ποιητών του μεσοπολέμου, ακόμα και αν αυτοί ποτέ δεν συνδέθηκαν, ή δεν επηρεάστηκαν, από το στυλ και την ατμόσφαιρα του Καρυωτάκη. Το παράδειγμα του Λαπαθιώτη, μποέμ αστού ποιητή, εθισμένου στα ναρκωτικά και ανοιχτά ομοφυλόφυλου, είναι μια τέτοια περίπτωση. «Παραιτημένος αστός» έτσι ο Λαπαθιώτης, που εκ των υστέρων αποδείχθηκε πως ήταν στρατευμένος στον σκοπό του κομμουνισμού ήδη από το 1921. Ή το παράδειγμα των ελλήνων υπερρεαλιστών, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για «απολίτικη» εστέτ στάση, για να έρθει η πρόσφατη έρευνα να ανασκευάσει την κατηγορία. Πράγμα που δείχνει ότι στη δύσκολη διάβαση ανάμεσα στη σκύλα των «αστών» και τη χάρυβδη του «κόμματος», αυτό που παρέμεινε ατεμάχιστο και αλώβητο ήταν ο καθωσπρεπισμός ενός έθνους «πατριωτών».

 Εύκολο ίσως το συμπέρασμα. Ίσως πρέπει να ξαναδούμε το φαινόμενο του Καρυωτακισμού παίρνοντας κατά γράμμα τους λιβέλους που εκτοξεύτηκαν εναντίον του. Να θεωρήσουμε δηλαδή πως όντως κάποιες φωνές στο ποιητικό στερέωμα του μεσοπολέμου προσπάθησαν να ντύσουν αισθητικά και να εκφράσουν την πολιτική τους δράση, η οποία ήταν επικίνδυνη γιατί αδυνατούσε να ενταχθεί, γιατί παρέμενε στις παρυφές, γιατί έδινε φωνή στο περιθώριο. Πρόκειται λοιπόν για μια ποίηση που δεν εκφράζει μια παραίτηση, μια αποπολιτικοποίηση. Εκφράζει, αντίθετα, την αδυνατότητα των πολιτικών ανησυχιών μιας γενιάς, οι οποίες περνούσαν μέσα από έναν τρόπο ζωής και δράσης, να ενταχθούν πλήρως στην στενότητα της σύγκρουσης ανάμεσα στο αντικομμουνιστικό κράτος και τον κομματικό μηχανισμό. Και για τούτο, η ποίηση αλλά και η ζωή τους είναι κάτι περισσότερο από ακατανόητη: είναι αδιανόητη.

Να επιστρέψουμε όμως στον λησμονημένο Ραφτόπουλο, και να δώσουμε μερικά σπαράγματα βιογραφίας, από τα λίγα που είναι διαθέσιμα στον ντιλετάντη ερευνητή. Γεννήθηκε το 1894, κατά πάσα πιθανότητα, στο τότε Σκεπαστό της Ανατολικής Θράκης, και φοίτησε στην Κωνσταντινούπολη, στη «Μεγάλη του Γένους Σχολή», απ’ όπου δεν απεφοίτησε ποτέ, λόγω μάλλον ακραιφνούς δημοτικισμού. Ολοκλήρωσε όμως τις εγκύκλιες σπουδές του στο Ελληνογαλλικό Λύκειο στο Πέρα, και δίδαξε ως δάσκαλος μετά την αποφοίτησή του στην Καππαδοκία και τη Μαύρη Θάλασσα, για δύο χρόνια, από το 1912. Το 1910, είκοσι χρονών, τον βρίσκουμε ήδη μέλος μιας ομάδας δασκάλων, η οποία συμμετέχει στο «Σοσιαλιστικό Κέντρο Τουρκίας», πρόδρομο της αναρχοσυνδικαλιστικής Διεθνούς Πανεργατικής Ένωσης του Ζαχαρία Βεζεστένη, κλάδο της IWW. Η νεοτουρκική κυβέρνηση κλείνει το όργανο του ΣΚΤ, τον «Εργάτη» το 1910, με αφορμή άρθρο του μετέπειτα γνωστού κομμουνιστή ηγέτη Ν. Γιαννιού, και ακολουθούν διώξεις και εξορίες για τα μέλη του. Άγνωστο αν κυνηγήθηκε και ο Ραφτόπουλος, ωστόσο το 1914 βρίσκεται στην Αθήνα, να κατοικεί στο Ελληνικό, να δουλεύει σε διάφορα επαρχιακά σχολεία ενώ φοιτά, με μεγάλες δυσκολίες, στη φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών. Η ζωή της πόλης τον τραβά, όπως και οι πνευματικές συντροφιές της, οπότε επιστρέφει στην Αθήνα και δουλεύει σαν διορθωτής σε διάφορες εφημερίδες. Κάποια στιγμή, καταφέρνει να διοριστεί γραφέας στο υπουργείο γεωργίας, «κάνοντας» όπως λέει ο πρώτος βιογράφος του και επιμελητής του Πέτρος Τριαντάφυλλος το 1924, «τη δουλειά αυτή με βαρειά μια σιχασιά».

Ο ίδιος επιμελητής, προσωπικός φίλος του ποιητή, περιγράφει πως έχασε τη δουλειά του στο υπουργείο για κομματικούς λόγους, μετά από μια αλλαγή κυβέρνησης. Ο φυματικός Ραφτόπουλος καταφέρνει, σε συνθήκες τρομακτικής ανέχειας, να τελειώσει τις σπουδές του στη Φιλοσοφική και να διοριστεί έφορος αρχαιοτήτων στους Δελφούς, μέχρις ότου η ασθένεια να τον ρίξει κάτω για τα καλά. Με εκδηλωμένη πλέον τη φυματίωση, βρίσκεται σίγουρα το 1921 στη Σωτηρία, όπου πρωτοστατεί σε μια μεγάλη και θρυλική εξέγερση των ασθενών. Πάμπτωχος και δυστυχής, περιφέρονταν στις εξοχές του φθισιατρείου, όπου τον πετυχαίνουν τα «όργανα του αντίπαλου κυβερνητικού κόσμου» κατά το βιογράφο του, αλλά μάλλον τα όργανα της διεύθυνσης του νοσοκομείου και τον κάνουν μαύρο στο ξύλο, με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί σε κλινική, απ’ όπου βγήκε με κλονισμένη πλέον ανεπανόρθωτα την υγεία του. Μπαινοβγαίνει στη Σωτηρία από το καλοκαίρι του 1921 μέχρι και το φθινόπωρο του 1922. Πεθαίνει, πάμφτωχος και ολομόναχος, το απόγευμα της Παρασκευής 30 Νοεμβρίου του 1923, στην κλινική του Χρηστομάνου στα Κάτω Πατήσια. Ο «ασθενής νούμερο 19» θάφτηκε γρήγορα το ίδιο βράδυ, χωρίς κηδεία. Μετά από επτά χρόνια, στην ίδια κλινική θα πεθάνει και η φίλη του, Μαρία Πολυδούρη.

Ο Ραφτόπουλος ήταν ένας ποιητής, μα ταυτόχρονα και ένας πεπεισμένος σοσιαλιστής αγωνιστής. Κατά τη σύντομη ζωή του στην Αθήνα, ήταν ένας από τους πιο γνωστούς αγκιτάτορες στο τότε εν τη γενέσει του σοσιαλιστικό κίνημα, που σύχναζε στο περίφημο «πατάρι» του ΣΚΑ, στην πλατεία Κλαυθμώνος. Αν και στον κύκλο επιρροής του Γιαννιού, ωστόσο συνδέθηκε από νωρίς με τον Πάνο Ταγκόπουλο, εκδότη του Νουμά, ένα πρωτοποριακό δημοτικιστικό περιοδικό της εποχής.

Ταγκόπουλε ξεκίνησες και πηαίνεις. Πού πηαίνεις;/ Εσύ και το λουλουδάκι πρόσεχες περνώντας;/ Τα φονικά στους ώμους σου όπλα πώς τα υπομένεις;/ Και σκλάβος σέρνεσαι και πας τους σκλάβους ακολουθώντας/ Ξέρεις αίτια των πολέμων κι’ εχτρός οι δουλευτάδες/ Δεν είναι π’ όμοια αφίνουνε τα σπίτια τους πονώντας/ Γλεντοκοπούνε των λαών στις πόλεις οι φονιάδες!/ Το χρέος σου… κι’ ας σκοτωθείς στα πλήθη έτσι μιλώντας. 

Αυτά γράφει ο Ραφτόπουλος σε ποίημα του αφιερωμένο στον Πάνο Ταγκόπουλο, στο Νουμά  της 30ης Σεπτεμβρίου 1921. Ο Νουμάς είχε από αρκετά νωρίς συνταχθεί πλήρως με τις θέσεις του τότε ΣΕΚ (αργότερα ΚΚΕ), και βρισκόταν σε διάσταση με τον Γιαννιό. Σίγουρα και ο Ραφτόπουλος βρέθηκε ολοένα και περισσότερο με την πλευρά του φίλου του Ταγκόπουλου, και μετά τον α’ π.π. απομακρύνθηκε οριστικά από τον μετατοπιζόμενο προς το κέντρο Γιαννιό.

Ο Ραφτόπουλος ποιητής επηρρεάζεται από τον Ραφτόπουλο αγωνιστή, και η ποίησή του αλλάζει και αυτή πρόσωπο. Αλλάζει, όπως την αντιμετώπισε η κριτική, και μετατρέπεται «από θεοκρατική» σε «αντιμιλιταριστική και κοινωνιολογική» (παρατίθεται από τον Τριαντάφυλλο στη σελ κ’ της εισαγωγής του)

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό να παρακολουθεί κανείς την εξέλιξη του ποιητή από τα πρωτόλειά του μέχρι την τελευταία του ποιητική συλλογή. Βρίσκει εκεί αποτυπωμένη την πάλη του ποιητικού λόγου να ξεφύγει από τα στενά πλαίσια της στιχουργίας και να φέρει κοντινότερα μορφή και νόημα. Στην γραφή του Ραφτόπουλου φαίνεται νομίζω πιο ξεκάθαρα η «παραδοσιακή» μετρική να διαρρηγνύεται, καθώς πιέζεται από νέα κοινωνικά δεδομένα τα οποία αδυνατεί να εκφράσει, από συνειδητές και ασυνείδητες επιρροές και τέλος από την ανάγκη των ίδιων των υποκειμένων που την εκφέρουν να είναι «της εποχής τους».

Ξεκινά ο ποιητής από βουκολικά σχεδόν θέματα, με το μέτρο και το ρυθμό του δημοτικού τραγουδιού:

Πήραν το δρόμο οι όμορφες και παν πέρα στις ράχες,/ Στα κλώνια κούνια στήνουνε το κούνισμ’ αρχινίζουν./ Κουνιέται μια, κουνιούνται δυό, κουνιούνται τρεις και πέντε,/ Κουνιέται κ’ η Βασιλική που πιο όμορφη είν’ απ’ όλες.

Γράφει σε ένα από τα ποιήματα της πρώτης του εποχής.

Στη συνέχεια, περνάει σε ένα πιο κλειστό, πιο ατομικό τρόπο και σε μια πιο «αστική» θεματική, καθώς ο στίχος του λεπταίνει και προσαρμόζεται περισσότερο στην συγκαιρινή του ποίηση:

Κ’ ένα βράδυ κ’ ένα βραδάκι/ Η κόρη του παραθυριού/ Εκαθόταν μ’ όψη θλιμμένη/ Σα μαραμένου λουλουδιού.

Ή, με ποιήματα όπως το ακόλουθο

Φθινόπωρο η ζωή, χλωμό, θλιμμένο/ βαρύ το πέρασμά μου κουρασμένο/ Κίτρινος ήλιος, άνθια μαραμένα,/ τα μάτια μου τα μαύρα θολωμένα./ Λάλημα πουθενά, πικρό, κλαμένο,/ θροούν τα ξερά φύλλα όθε διαβαίνω./ Πέφτουν τα φύλλα, πλήθια, πικραμένα/ οι ώρες μου αργοκυλάν βουβά, πνιγμένα.

σίγουρα εγγράφεται στην «παρακμή», ένα φαινόμενο της εποχής, μετά τη φρίκη του α’ π.π. και την δεκαετή εμπλοκή της Ελλάδας σε αιματηρούς επεκτατικούς πολέμους, που χρησίμευσε αργότερα στην κριτική για να στοιχειοθετήσει τον καρυωτακισμό ως κίνημα απαισιοδοξίας και παρακμής.

Με την ψυχήν ως διαβαίνω συντριμμένη/ Της φύσης η αγκαλιά μου είναι κλεισμένη./ Λαλούν τ’ αηδόνια, μα όχι στην καρδιά μου,/ εσκότωσα τον άγιον έρωτά μου./ Τα δέντρα με κοιτούν ωσάν να λένε:/ «άνθρωπε φύγε, μάυρε, κολασμένε»/ Έλεος φωνάζω, μα φωνή δεν κρένει,/ Με ψυχήν ως διαβαίνω συντριμμένη.»

Με ψήγματα πάντοτε κοινωνικής κριτικής, μιας πιο ρομαντικής παράδοσης, πχ στο παρακάτω ποίημα από το ζ’ βιβλίο, που παραπέμπει, ίσως άθελά του, στον Ουίλιαμ Μπλέηκ:

Αθήνα – ω της γής το μέλι και γάλα!/ Κόλαση μαύρη, θάνατος ο εαυτός σου./ Αδιάφορος προς τα έργα τα μεγάλα,/ Της ύλης δούλος ταπεινός ο λαός σου./ Όχεντρα δολερή, καρτέρι στήνεις,/ Όπου τη λάμψη του καλού υποθέσης./ Να με πνίξης, φαρμάκι όσο κι αν χύσης,/ Μάθε, Ιερουσαλήμ, δεν θα μπορέσεις.

 Ο ίδιος ποιητής, ένας δημιουργός που εμπνέεται ακόμα από την φύση και τα βιώματα της ιδιαίτερης πατρίδας του, που επικαλείται συχνά μια θεϊκή ύπαρξη, αν και μάλλον με την έννοια του «δαιμονίου» των ρομαντικών, που φαντάζεται βουκολικές διονυσιακές ανατάσεις, μας εκπλήσσει με την ταυτόχρονή του στράτευση στο σοσιαλιστικό ιδεώδες, όταν γράφει ποιήματα όπως το παρακάτω:

Στο Λίμπκνεχτ

Σύντροφε Λιμπκνεχτ, μάρτυρα, ιδέα,/ θεόν, η καρδιά μου πώς να σε ονομάση;/ Θνητός δεν είσαι, ζής στην κάθε ωραία/ όπου αγωνίζεται, ψυχή να σπάση/ του κτήνους τα δεσμά και να χαρίσει/ σ’ όλους τους σκλάβους την ευδαιμονία,/ Χαρούμενος ο κόσμος πια να ζήση/ Στον έρωτα, στη λεύτερη εργασία.

Που, παρά να εκφέρει μια γνώμη για τις ιδέες του ποιητή, μας δείχνει με σαφήνεια το μείγμα ιδεών και προσεγγίσεων που αποτέλεσε ο σοσιαλισμός και τα ριζοσπαστικά ιδεώδη εν γένει στις αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Προλετάριος

Σ’ ένα υπόγειο κάθουμαι υγρό και σκοτεινό/ που απάνωθέ του υψώνεται πελώριο ένα παλάτι,/ όλο το καλοκαίρι είναι κλεισμένο και αδειανό,/ και το χινόπωρο έρχονται οι νοικοκυραίοι ροδάτοι./ Τρείς κόρες με τη μάνα τους κι αρχίζουν να γλεντούν/ με παλληκάρια του συρμού τις νύχτες τραγουδώντας./ Αυτοί, σα φέξη, πέφτουνε τον ύπνο να χαρούν,/ κ’ εγώ άγρυπνος για τη δουλειά τραβάω βλαστημώντας.

(και τα δύο παραπάνω ποιήματα από τα «Σοσιαλιστικά» του (1919-1921))

Και μέσα σε όλα αυτά, και η φυματίωση. Είναι δύσκολο σε μας σήμερα να αντιληφθούμε την έκταση, τη σοβαρότητα αλλά και τις κοινωνικές προεκτάσεις μιας τέτοιας ασθένειας. Με βάση πρόχειρους υπολογισμούς, οι φυματικοί στην Ελλάδα λίγο πριν τη δικτατορία του Μεταξά υπολογίζονταν σε διακόσιες πενήντα χιλιάδες. Κάθε χρόνο πέθαιναν περί τους είκοσι πέντε χιλιάδες ανθρώπους από την ασθένεια αυτή. Μια ασθένεια που ήταν βέβαια θανατική καταδίκη για τους φτωχότερους ασθενείς. Ήδη από τον 19ο αιώνα μια ασθένεια «καλλιτεχνική», που εξυψώθηκε σε ιδανικό από μια γενιά ρομαντικών ποιητών και συγγραφέων, θεωρούνταν μια αξιοπρεπής ασθένεια, διότι έδινε στο θύμα άπλετο χρόνο να διευθετήσει τα του θανάτου του.

 Ωστόσο, καθόλου αξιοπρεπής δεν ήταν η φθίση για τους ασθενείς που νοσηλευόταν στην  περιοχή γύρω από το σανατόριο της «Σωτηρίας». Νοσηλευόταν βέβαια είναι τρόπος του λέγειν, καθώς γύρω στο 42% των εισερχομένων πέθαιναν μέσα σε ένα δεκαπενθήμερο το πολύ, μόλις το ένα τέταρτο έφτανε τους δυο μήνες και μόνο ένα τρία με τέσσερα τοις εκατό επιβίωναν πάνω από χρόνο. Όσους δεν σκότωνε η ανέχεια και η ασθένεια, τους αποτέλειωναν οι φρικτές πραγματικά συνθήκες στο σανατόριο αυτό, λίγα βήματα από το κέντρο της Αθήνας. Ήταν ένας τόπος στον οποίο ασθενείς από ολόκληρη την πόλη κατέληγαν για να πεθάνουν, συνήθως πάνω σε κρεβάτια δανεισμένα από άλλους ασθενείς. Οι άποροι αυτοί, αρκετά συχνά ανάπηροι των ατελείωτων πολέμων της δεκαετίας 1910-20, κατέληγαν στοιβαγμένοι και αζήτητοι στον περιβόητο «νεκροθάλαμο» του σανατορίου, πλάι στην εκκλησία της αγίας Σοφίας, που είχε αφιερωθεί προς τιμήν της ιδρύτριας του σανατορίου, Σοφίας Σλήμαν. Κάποιοι ήταν τόσο φτωχοί που δεν κατάφερναν καν να περάσουν την πύλη του σανατορίου. Η Σωτηρία δεν ήταν τότε μονάχα τα κτήρια του νοσοκομείου, αλλά μια σειρά από αυτοσχέδια παραπήγματα που συχνά κατασκεύαζαν οι ίδιοι οι ασθενείς, στην πευκόφυτη περιοχή γύρω από τα περίπτερα του σανατορίου κάθε καλοκαίρι.

Γράφει ο Κώστας Στούρνας ήδη στα 1936:

«Η «Σωτηρία» στη θλιβερή αυτή εξέλιξη της παίρνει από τα πρώτα χρόνια σχέση εξάρτησης μα τα σπίτια της αθηναϊκής φτωχολογιάς, με τα σπίτια της μαραμένης ελληνικής επαρχίας. Οι λαϊκές συνοικίες, τ’ ανήλια εργαστήρια κι’ οι φάμπρικες, οι προσφυγικές παράγκες αργότερα, συνδέθηκαν μαζί της για πάντα. Ή στρατώνα, το πανεπιστήμιο, και το εργοστάσιο προ παντός, τροφοδοτούν με νεανικά κορμιά το σανατόριο, που παίρνει στη φαντασία του λαού όψη τρομαχτικού ανθρωποφάγου θεριού. Και στους θαλάμους της «Σωτηρίας» αρχίζει να παίζεται ή τελευταία σκοτεινή πράξη των δραμάτων, που ή πρώτη πράξη τους παίζεται μέσα στο ανήλιο αθηναϊκό φτωχόσπιτο, το φοιτητικό δωμάτιο, τη στρατώνα, το καράβι ή το υγρό μπουντρούμι της φάμπρικας…» (Η Σωτηρία, τόπος μαρτυρίου των φθισικών, 1936)

Πράγματι, το φθισιατρείο επεκτείνεται προσπαθώντας να καλύψει την καλπάζουσα εξάπλωση της φυματίωσης, η οποία αντιστοιχεί με τη μεγαλύτερη βεβαιότητα στη ραγδαία εξαθλίωση των χαμηλότερων στρωμάτων της χώρας. Σημαντική και η εξαθλίωση των βετεράνων του δεκαετούς πολέμου, οι οποίοι επιστρέφουν από το μέτωπο οικονομικά κατεστραμμένοι, χωρίς κοινωνικά δίκτυα στήριξης και ασθενείς φυματικοί. Πέρα από τα κτιστά κτήρια, υπάρχουν και οι διαβόητες «παράγκες», ξύλινα κατασκευάσματα που άρχισαν να κτίζονται το 1914 με τον α’ π.π. σαν αποθήκες υλικού και στάβλοι του στρατού και καταλήφθηκαν από τους φθισικούς από το 1920 και μετά. Σε κάθε παράγκα, από τους προβλεπόμενους αρχικά 24 ασθενείς, έφτασαν να στεγάζονται μέχρι και εκατόν είκοσι, παρατημένοι μέσα σε συνθήκες απίστευτης βρώμας και φρίκης. Η ίδια κατάσταση επικρατούσε στην εξίσου διαβόητη «βεράντα», ένα υπόστεγο ανοιχτό από τις τέσσερις μεριές, στο οποίο διέμεναν μόνιμα φυματικοί, όπως επίσης και στα «Ντέκερ», μεταλλικά τολ του Βρετανικού στρατού από το μέτωπο της Μακεδονίας, τα οποία ήταν τοποθετημένα πλάι στους ανοιχτούς υπονόμους του νοσοκομείου.

Η Σωτηρία, ένας σωρός σκουπιδιών τότε, ήταν επίσης το κάτεργο ενός μικρού αριθμού εργαζομένων στην κουζίνα που πολέμαγαν, με πενιχρούς μισθούς, να ετοιμάσουν καθημερινά, από τις τέσσερις το πρωί ως τις εννιά το βράδυ, φαγητό για περί τους χίλιους πεντακόσιους ασθενείς. Το ίδιο ίσχυε στα πλυσταριά, όπου χηρεμένες γυναίκες έπλεναν τα στρωσίδια των φυματικών με απλό σαπούνι και νερό. Τα  σκεύη των φυματικών συχνά δεν πλενόταν παρά με κρύο νερό, και έτσι συχνά οι εργαζόμενοι κατέληγαν άρρωστοι.

Είναι λογικό, μέσα σε αυτή την αθλιότητα να ξεσπούν συχνά-πυκνά εξεγέρσεις των ασθενών, για τις οποίες γενικά λίγα είναι γνωστά. Το σίγουρο είναι ότι ανάμεσα σε άτομα που βρίσκονταν σε παρόμοια κατάσταση και ζούσαν μαζί καθημερινά, αναπτυσσόταν σχέσεις αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας, οι οποίες στη συνέχεια εξελίσσονταν σε πολιτικά οργανωτικά ζητήματα. Ένα από τα μόνιμα αιτήματα των ασθενών της Σωτηρίας στις εξεγέρσεις τους, για παράδειγμα, ήταν να υπάρχει επιτροπή ασθενών που να φροντίζει τη διατροφή τους, δηλαδή να αγοράζει τα κατάλληλα υλικά και να προετοιμάζει αρκετό φαγητό για όλους τους τροφίμους. Ποτέ το αίτημα αυτό δεν έγινε δεκτό από το υπουργείο, ακόμα και όταν επικυρώθηκε από τη διεύθυνση του νοσοκομείου.

Ίσως η γνωστότερη εξέγερση της Σωτηρίας, και αυτή που ξεκίνησε μια ολόκληρη ιστορία οργάνωσης των φυματικών του νοσοκομείου με βαθύτατα πολιτικούς όρους, ήταν η εξέγερση στην οποία πρωτοστάτησε ο Ραφτόπουλος, τις 13 Αυγούστου του 1921. Οι φυματικοί, αγανακτισμένοι από την εκμετάλλευση και την καταστολή μέσα στη Σωτηρία, καθώς και την αδιαλλαξία τόσο του υπουργείου όσο και του διευθυντή της Παπαδημητρίου, κατέλαβαν το διευθυντήριο πετώντας έξω τη σύζυγό του, ένα Σαββατιάτικο βράδυ όπου εκείνος έλειπε. Ο Παπαδημητρίου, επιστρέφοντας, έφερε την προσωπική του φρουρά της χωροφυλακής, και το νοσοκομείο έγινε πεδίο μάχης με πυροβολισμούς και συμπλοκές ολόκληρη τη νύχτα.  

Την επόμενη ημέρα, οι φυματικοί της Σωτηρίας κατέβηκαν σε πορεία στο κέντρο της Αθήνας, κρατώντας μαύρες σημαίες, με κύριο σύνθημα το «θέλουμε να ζήσουμε». Ο Ραφτόπουλος ήταν στην πρώτη γραμμή. Η πορεία κατέληξε στο υπουργείο εσωτερικών, σπάζοντας το μπλόκο της αστυνομίας. Ο Στάης, υπουργός εσωτερικών, δέχτηκε να μεσολαβήσει για να αλλάξει η διεύθυνση του φθισιατρείου. Οι ασθενείς επέστρεψαν στη Σωτηρία και ξεκίνησαν οργανωτική δουλειά, προσπαθώντας να φτιάξουν την πρώτη πανελλήνια οργάνωση ασθενών. Ο Ραφτόπουλος δεν είχε τύχη μετά από το γεγονός αυτό, αρκετά ήδη στοχοποιημένος στα μάτια της διεύθυνσης. Μια ημέρα, καθώς βάδιζε μόνος του στο φθισιατρείο, του επιτέθηκαν δυο μπράβοι της διεύθυνσης, οι Κονταργύρης και Καπράνος,  και τον άφησαν με σπασμένα πόδια, να κάνει αιμόπτυση. Ήταν η αρχή του τέλους για τον ποιητή μας, αλλά και η αρχή της πολιτικής οργάνωσης των ασθενών. Σύντομα, το 1924, η ένωση παλιών πολεμιστών, συνειδητοποιώντας ότι τα περισσότερα μέλη της είναι φυματικοί, ξεκινά την «ένωση φυματικών», μια οργάνωση που γνώρισε την καταστολή από την πρώτη μέρα της ίδρυσής της. Μέχρι τη δικτατορία του Μεταξά, στη Σωτηρία ξεσπούν μια σειρά από εξεγέρσεις, που συχνά καταλήγουν σε ένοπλες συγκρούσεις στην λεωφόρο Μεσογείων.

Όσο βάζω στο μυαλό μου την εικόνα ενός πλήθους από άρρωστα κορμιά, στο τελευταίο σκαλί της αθλιότητας, να φέρνουν την αρρώστια τους κάτω από μαύρες σημαίες στο κέντρο της πόλης, αναρωτιέμαι αν ο πρωτεργάτης της πορείας αυτής δεν ήταν ένας πραγματικός ποιητής. Όχι λόγω της ποιότητας των ποιημάτων που έγραψε, αλλά διότι με τη στάση της ζωής του δημιούργησε μια ζωτική ποίηση που έχει περισσότερα να πει για την εποχή του και τους αγώνες της παρά οποιαδήποτε «στρατευμένη» ποίηση. Ίσως ο καρυωτακισμός να ήταν εν τέλει ακριβώς αυτό, μια στάση ζωής, μια επιλογή στρατοπέδου για όσους δεν έβρισκαν καταφύγιο ούτε στην στεγνότητα του καθωσπρεπισμού, αλλά ούτε στη μονολιθικότητα του κομμουνισμού. Κυνηγημένοι από όλους, έζησαν την στριμωγμένη τους ύπαρξη κοντά στο περιθώριο, με το οποίο φλέρταραν μανιωδώς: ναρκωτικά, αλκοόλ, ξενύχτια, σεξουαλικές σχέσεις έξω από τα καθιερωμένα, και τέλος, η ασθένεια. Η ασθένεια σαν ένας τρόπος της ύπαρξης, σαν αυτό που δεν χωράει στην υπαρξιακά τελειωμένη φιλοσοφία ζωής των αστών. Μια αποδοχή της στυγνής ισότητας απέναντι στο θάνατο, μια οντολογία της χειρονομίας. Αυτή η χειρονομία του Ραφτόπουλου, πιστεύω, ξαναβάζει στο τραπέζι το ζήτημα της ύπαρξης με τρόπο που κανείς ποιητής της γενιάς του δεν το έχει κάνει σε αυτή τη χώρα. Αν οι μεταγενέστεροί του έψαξαν στην ποιητική ενάργεια μια μετουσίωση των κοινωνικών αδικιών, μια διαφυγή σε μια χώρα εξιδανικευμένη, ο Ραφτόπουλος ξανάφερνε με ορμή την ποίηση εκεί που πραγματικά της αρμόζει, μέσα στην υλικότητα της καθημερινής ύπαρξης. Ήταν και κείνος με την αντιπολίτευση που λέγεται ζωή, και για τούτο τον θυμούμαι σήμερα με μια αίσθηση δέους.

Μικρή γραμματική των συναισθημάτων

Posted in αφιονισμοί, δικά on February 18, 2013 by simeonvatalos

για χρήση όλων των Λενινισμών του εικοστού πρώτου αιώνα

εγώ χαίρομαι

εσύ χαίρομαι

αυτός χαίρομαι (ενίοτε: αυτή χαίρεται)

εμείς χαιρόμαστε

εσείς χαιρόμαστε

αυτοί χαιρόμαστε (εξαίρεση: αυτές χαίρονται)

Στο επόμενο θα κλίνουμε το ρήμα εκβιάζω, σε όλες τις φωνές.

ευχετήρια κάρτα

Posted in αφιονισμοί, δικά on December 29, 2012 by simeonvatalos

ταξη1

Η Ομάδα 43

Posted in άρθρα, δικά with tags , , on June 12, 2012 by simeonvatalos

Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος είχε τελειώσει, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης άνοιγαν τη φρίκη τους, οι περίπου 60 χιλιάδες εβραίοι στρατιώτες που είχαν πολεμήσει με τις βρετανικές δυνάμεις εναντίον του άξονα επέστρεψαν στα σπίτια τους, για να ανακαλύψουν πως ο φασισμός δεν είχε συντριβεί όπως τους είχαν πει, αλλά υπήρχε ακόμη δίπλα τους. Ο Oswald Mosley, ηγέτης των εγγλέζων μελανοχιτώνων ξανάστησε την οργάνωση εκείνη που ήταν υπεύθυνη για διωγμούς εβραίων και κομμουνιστών στις γειτονιές των πόλεων της Αγγλίας, και ειδικότερα στο Λονδίνο, πριν τον πόλεμο.

Οι κάτοικοι των γειτονιών αυτών του ανατολικού Λονδίνου, που τότε ακόμα ήταν φτωχογειτονιές με μεγάλη αναλογία εβραίων κατοίκων, είχαν ζωντανές τις αναμνήσεις από αναμετρήσεις όπως η “μάχη της Cable Street” στο East End. Στη μάχη αυτή, τον Οκτώβρη του ’36, περίπου τριακόσιες χιλιάδες αντιφασίστες, ανάμεσα τους μέλη από εβραϊκές, σοσιαλιστικές, αναρχικές και κομμουνιστικές οργανώσεις, καθώς και ομάδες Ιρλανδών, συγκρούστηκαν στα οδοφράγματα με τους 10.000 περίπου αστυνομικούς που προσπάθησαν να ανοίξουν το δρόμο για να περάσουν οι φασίστες του Mosley μέσα από το East End.

Ο Mosley επιχείρησε να αναβιώσει την “Ένωση Βρετανών Φασιστών” μετά τον πόλεμο, βοηθούμενος από άλλα φυντάνια όπως ο Jeffrey Hamm, ηγέτη της ομάδας “Σύνδεσμος Βρετανών Απόστρατων”. Ως το 1947 περίπου, το κοινό αίσθημα ήταν εναντίον των φασιστών, θεωρώντας τους υπεύθυνους για όλες τις θηριωδίες των Ναζί. Ωστόσο, με τα γεγονότα στην Παλαιστίνη το 1947, και το ξέσπασμα μεγάλων αντισημιτικών ταραχών στο Λίβερπουλ, οι φασιστικές οργανώσεις βρήκαν πρόσφορο έδαφος. Μόνο ο “Σύνδεσμος” έκανε 52 συγκεντρώσεις στο Λονδίνο εκείνη τη χρονιά. Η συμμετοχή αυξανόταν εκθετικά: από 600 με 700 άτομα σε μια συγκέντρωση στο Dalston του ανατολικού Λονδίνου τον Ιούλιο, σε 3.000 τον Οκτώβρη. Οι επίσημες εβραϊκές οργανώσεις, παρά το ότι έβλεπαν τον αντισημιτισμό να επιστρέφει, προτίμησαν να μην αντιπαρατεθούν, διότι ανησυχούσαν για την εικόνα της κοινότητας.

Έτσι, μια ομάδα νεαρών εβραίων, 43 τον αριθμό στην πρώτη τους συνάντηση, αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της και ξεκίνησε να χτυπά τους φασίστες μέσα στις γειτονιές του Λονδίνου. Έτσι γεννήθηκε η ομάδα 43, μια οργάνωση που είχε ως σκοπό “να ξεσκεπάσει το φασισμό και να τον καταστρέψει”. Καθώς η οργάνωση διευρύνθηκε, και στις γραμμές της μπήκαν και μη εβραίοι αντιφασίστες, απέκτησε παραρτήματα, ειδικότερα στις εργατικές γειτονιές του ανατολικού Λονδίνου, και επέκτεινε τη δράση της. Διέλυαν με τις παρεμβάσεις τους τις συγκεντρώσεις των φασιστών, επιτίθονταν στους εφημεριδοπώλες τους, επισκέπτονταν τα γραφεία τους με αγαθές προθέσεις και ενημέρωναν πολίτες που γράφονταν εν αγνοία τους σε οργανώσεις βιτρίνες του φασιστικού κόμματος. Μάλιστα, συχνά οι πολίτες τους οποίους προσέγγιζαν, συνεργαζόταν στη συνέχεια με την οργάνωση δίνοντάς της πληροφορίες από τα μέσα. Η μαχητική τους δράση στο δρόμο κατάφερε να συντρίψει τους φασίστες του Mosley και να σταματήσει τη φασιστική προπαγάνδα. Πράγματι, όταν πλέον οι συγκεντρώσεις της “ένωσης” σταμάτησαν και η εφημερίδα τους δεν κυκλοφορούσε στις γειτονιές, η ομάδα 43 θεώρησε ότι πέτυχε το σκοπό της και αυτοδιαλύθηκε το 1950.

Ακολουθεί ένα βίντεο από ένα σχετικό ντοκιμαντέρ του ΒΒC. Το ενδιαφέρον εδώ είναι τα δυο μεγάλα ζητήματα που βάζουν οι εβραίοι αντιφασίστες, τα οποία είναι πολύ καίρια και για την εποχή μας. Το πρώτο είναι το ζήτημα της σχέσης μεταξύ των πιο μαχητικών αντιφασιστών, οι οποίοι – γιατί συνήθως για άντρες πρόκειται – ειδικεύονται στη σώμα με σώμα μάχη στο δρόμο, και στα λιγότερο μαχητικά μέλη. Είναι ξεκάθαρο από τα λεγόμενα ότι εν πολλοίς υπήρχε μια σχέση ανάθεσης, απλούστατα διότι δεν μπορούσαν όλοι, ή δεν είχαν τη διάθεση, να συγκρουστούν στο δρόμο. Η παρουσία πολλών αγωνιστριών και αγωνιστών στους δρόμους έδινε άλλα πολιτικά χαρακτηριστικά στη δράση, που την έκαναν να φεύγει από την απλή αντιπαράθεση δυο γυμνασμένων συμμοριών.

Το δεύτερο ζήτημα έχει να κάνει με την αντιμετώπιση κάποιων πολιτών που έμπαιναν – εν αγνοία τους – σε οργανώσεις βιτρίνα του φασιστικού κόμματος. Οι κοινωνικές συνισταμένες φυσικά της δράσης των φασιστικών κομμάτων, καθώς και η ίδια η μορφή του κοινωνικού συνόλου διαφέρει από το τότε στο σήμερα. Ωστόσο, η στάση των αντιφασιστών απέναντι σε υποκείμενα που δεν ήταν μαχόμενοι φασίστες αλλά βρισκόταν στην επιρροή των φασιστικών οργανώσεων με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο βάζει σε σκέψεις. Το κλίμα στην μεταπολεμική Αγγλία ήταν ίσως πρόσφορο σε ένα διάχυτο αντιφασισμό, με το εργατικό κίνημα σε μια σχετική άνοδο, με το εργατικό κόμμα στην κυβέρνηση, με νωπές τις εμπειρίες από τις φρικαλεότητες του πολέμου. Το σκεπτικό της οργάνωσης δεν δείχνει να θέλει να περιχαρακωθεί σε ένα ιδεολογικά καθαρό αντιφασισμό, να θέλει να βάλει διαχωρισμούς του τύπου: εμείς οι συνειδητοποιημένοι και ο βόθρος της κοινωνίας απέναντί μας, που τι να κάνουμε, πρέπει να τον υποστούμε. Αντίθετα, φαίνεται να θέλει να πάρει τον κόσμο με το μέρος της, προσφέροντάς του διεξόδους για πρακτική δράση και συνεισφορά στον αντιφασιστικό αγώνα.

Ίσως το Άουσβιτς να έκανε τη συγγραφή νέας ποίησης αδύνατη, όπως είχε πει ο Αντόρνο, ωστόσο οι εβραίοι αντιφασίστες έδειξαν με το κέφι τους και τη διαύγειά τους πως υπάρχει, ακόμα και για τους φορείς της φρίκης μια διέξοδος που δεν περνά απαραίτητα μέσα από τον επαναστατικό πεσιμισμό.

Για περαιτέρω διάβασμα:

Hillman, N. (2001). “Tell me chum, in case I got it wrong. What was it we were fighting during the war? The Re-emergence of British Fascism, 1945-58”. Contemporary British History 15 (4): 1–34

Morris Beckman, 2000. The 43 Group. Centerprice Publications.

Το Νωθρό Κουφάρι

Posted in άρθρα, δικά on January 15, 2012 by simeonvatalos

Υπάρχει ένας πίνακας της Ιωάννας Σπανάκη στον οποίο ένας τεράστιος σκώρος κάθεται σε μια ανθρώπινη πλάτη. Τα χρώματα είναι σκοτεινά, ακόμα και το λευκό μοιάζει με ώχρα, οι σκιές νικούν το φως φέρνοντας πιο κοντά τη φρίκη αυτής της καθυπόταξης, μια και το έντομο απεικονίζεται σε μεγαλύτερες από τις πραγματικές του διαστάσεις, καθώς καλύπτει ολόκληρη σχεδόν την πλάτη και κυριαρχεί στην εικόνα. Το έντομο είναι άκακο, το γνωρίζουμε, ωστόσο η ανατροπή των φυσικών αναλογιών δημιουργεί μια αίσθηση επικείμενου κινδύνου. Ωσάν ο τεράστιος τούτος σκώρος να απειλεί να καταβροχθίσει τον ξενιστή του, διότι ακριβώς για τούτο πρόκειται, για μια συμβιωτική σχέση που τρέφει το έντομο πέρα από τα φυσικά του όρια, αφήνοντας τον ξενιστή του στυγνό και εξαϋλωμένο.

 

Την ίδια στιγμή, πρόκειται για το ίδιο το έντομο: ένα πλάσμα που αψηφά τα ανθρώπινα, που αποτελεί όνειδος για την ιδεοληψία μας περί αθανασίας, ζώντας μονάχα μερικές μέρες ή κάποιες ώρες, με μοναδικό σκοπό την διαιώνιση του είδους του. Καμιά υστεροβουλία, καμιά επιθυμία μνήμης. Μονάχα σκόνη. Μονάχα στιλπνά πόδια που ξεπροβάλλουν κάτω από τα ντουλάπια της κουζίνας και τρομοκρατούν με τη σιγαλή τους σπασμωδικότητα τους τις μικρές μας ώρες. Άλλες ιδέες, πιο ολοκληρωτικές: η ζωή του σμήνους, ενός συνόλου στο οποίο οποιαδήποτε ατομικότητα γίνεται έκφανση μιας τύχης: η μέλισσα που ξεστρατίζει δεν το κάνει από προσωπικό βίτσιο, αλλά εντασσόμενη σε μια τάση της φύσης να λαθεύει, να ξαστοχεί. Μόνο που, στην περίπτωση αυτή, μυριάδες λάθη συντάσσονται σε μια συλλογική κατάφαση. Το σμήνος ήταν το φαντασιακό πεδίο της μαζικής οργάνωσης στον υπαρκτό σοσιαλισμό. Η Αλεξάνδρα Κολοντάι, στρατευμένη φεμινίστρια, γυναίκα του Λένιν και κομισάριος εκπαίδευσης των μπολσεβίκων, έτσι ονόμασε το μοναδικό της μυθιστόρημα, ο έρωτας των εργατριών μελισσών, δείχνοντας προς την κατεύθυνση ενός συλλογικού είναι που υπερβαίνει τον ανθρωπισμό, διότι υπερβαίνει τον άνθρωπο: γίνεται δηλαδή απ-άνθρωπο. Το σμήνος, και όχι το πλήθος εξακολουθεί να είναι η μορφή οργάνωσης στον υστερ(ικ)ο καπιταλισμό, όπως σκέφτεται όποιος κοιτά εικονοποιημένες τις ροές των μηνυμάτων στο tweeter που από σμάρια μετατρέπονται σε μικρά ρυάκια και κατόπιν σε ποτάμια. Μοιάζουν με τις πτήσεις των μελισσών, που ξεκινούν διερευνητικές, ξώφαλτσες και καταλήγουν σε μαζικές μεταναστεύσεις, ή με τις πορείες των μυρμηγκιών που χάνονται ατομικά για να βρεθούν ομαδικά σε ένα ατελείωτο κανιβαλιστικό καραβάνι. “Η βιομηχανική εποχή, ορισμένη ως εποχή των εντόμων”, κατά το γνωστό ζεύγος φιλοσόφων. Ο Ρεμπώ, που έβλεπε στην κομμούνα του Παρισιού ως μυρμηγκοφωλιά. Οι Χάρντ και Νέκγρι, που παρά τις οντολογικές τους ονειρώξεις περί πλήθους, σκύβουν το κεφάλι με δέος μπροστά στο τρομερό φρικίασμα που προκαλεί η οργάνωση μιας μάζας α-νόητων όντων σε μια έλλογη υπεροντότητα. Ο άνθρωπος μπορεί να υποτιμά τα έντομα σαν υποδεέστερα πλάσματα, χωρίς λογική και φαντασία, μα εκείνα τον εκδικούνται μπάζοντας τη θεολογία από την πίσω πόρτα.

Δεν ξέχασα ποτέ τα έντομα, δε μου επετράπη. Τις προάλλες, σε ένα κάποιο μπαρ, στάθηκε μπροστά μου στιγμιαία μια κοπέλα που στον ώμο της είχε τατουάζ ένα τεράστιο σκώρο: acherontia lachesis, που παίρνει το όνομά του από τον Αχέροντα, ποταμό των ψυχών, και τη Λάχεση, τη δεύτερη από τις τρείς μοίρες, που μέτραγε το μήκος της κλωστής που έπλεκε η Κλωθώ, η πρώτη. Το χαρακτηριστικό του σκώρου αυτού είναι το σχήμα μιας νεκροκεφαλής που φέρει στην πλάτη του. Είναι ένα ύπουλο έντομο, που ζει κυρίως τη νύχτα και μιμείται τη μυρωδιά των μελισσών ώστε να καταφέρει να εισχωρήσει στην κυψέλη τους και να κλέψει μέλι, τρυπώντας με την αιχμηρή του γλώσσα τα κέρινα κελιά. Δεν γνωρίζω την κοπέλα και συνεπακόλουθα δε γνωρίζω αν αυτό το memento mori ήταν σκόπιμο, αλλά μου έφερε στο μυαλό τον πίνακα της Ιωάννας και μιαν άλλη ιστορία που θυμάμαι χαρακτηριστικά από τα παιδικά μου χρόνια.

Κάπου μέσα στη δεκαετία του 80 – σε εκείνα τα ουτοπικά χρόνια της επέλασης το σοσιαλισμού – ο Ψαραντώνης έπαιζε σε ένα γλέντι στο χωριό Μελέσσες του νομού Ηρακλείου, στην Κρήτη. Το γλέντι γινόταν στο γυμνάσιο του χωριού, ένα διώροφο πι από τσιμεντένια κουτιά, το οποίο ερχόταν σε αντίθεση με τα χαμηλά σπίτια και τα γύρω αμπέλια και τους ελαιώνες του χωριού. Μου είχαν πει τότε ότι το γυμνάσιο ήταν κατασκεύασμα των εν Αμερική Κρητών. Το είχε επισκεφτεί μάλιστα και κάποιος Κένεντυ, συμφωνα με την προφορική παράδοση του τόπου. Το γυμνάσιο διέθετε μπασκέτες πολύ πριν την τρέλα που κατέλαβε όλα τα μειράκια με το μπάσκετ μετά το ’87, πολύ πριν δηλαδή οι άκομψοι βραχίονές τους χρησιμεύσουν σαν στηρίγματα για τον ορρό που μετάγγισε το αμερικάνικο όνειρο στο ελληνικό.

Ο Ψαραντώνης, θυμάμαι, όταν είχε προχωρήσει αρκετά το γλέντι, είπε στο μικρόφωνο: και τώρα θα σας παίξω ένα ζεϊμπέκιο απού έμαθα. Και έπαιξε στη λύρα το νύχτωσε χωρίς φεγγάρι. Στην πίστα, άδεια ίσως, μα δε θυμάμαι και καλά, καθότι το βλέμμα μου είχε μαγνητιστεί από την παρουσία του, εχόρευε ένα μάγκας του χωριού: άσπρο πουκάμισο με ψιλή ρίγα, ζωσμένο μέσα στο παντελόνι με πιέτες, σκαρπίνι παπούτσι, μαλλί χτενισμένο πίσω, γκριζαρισμένο, μουστάκι βαρύ αρειμάνιο, μάτι που χανόταν μέσα στην άλικη θολούρα από τα φυτοφάρμακα. Κάτω από τα φώτα, στροβιλίζονταν σκεφτικός, ζόρικος, ανακαλύπτοντας ένα ένα τα βήματά του σαν επιφοίτηση. Οι προβολείς του γυμνασίου έκαναν το κιαροσκούρο της νύχτας ακόμη πιο έντονο, τις σκιές πηχτές, τα περιγράμματα νωθρά. Ο ιδρώτας του μύριζε δηλητήριο.

Το τραγούδι, από τα πρώτα του Απόστολου Καλδάρα, γραμμένο το 1947, αναφερόταν σε ένα παληκάρι που είχε κλειστεί στη φυλακή, πιθανών ως αντιφρονούντας. Ο Καλδάρας παράλλαξε τους στίχους ελαφρά για να μη φαίνεται πως το τραγούδι αναφέρεται στους διωγμούς των αριστερών. Και ίσως και ο χορευτής να μην εγνώριζε τον τρόπο με τον οποίο συνδέεται το τραγούδι αυτό με τις διώξεις της αριστεράς στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Είχαν όμως προηγηθεί τα ζειμπέκικα του Ανδρέα Παπανδρέου στο περιβόλι του ουρανού στην Πλάκα στις αρχές της δεκαετίας του 80. Ετούτος ο χορός του τότε πρωθυπουργού ήταν ένας θριαμβευτικός χορός ενός άνδρα που γιόρταζε την τελική επικράτηση της κεντρώας αριστεράς, τον ιστορικό συμβιβασμό, τον προσωπικό αρρενωπό τσαμπουκά στη βάση της μικροαστικής συνθήκης – θεμέλιο της πασοκικής κατάστασης. Ήταν όμως και ένα σχόλιο πάνω στο χορό εκείνο των δικτατόρων, στους καλαματιανούς και τα τσάμικα. Ο εκσυγχρονισμός, όπως είπε κάποιος, χόρευε πια ζεϊμπέκικο. Σηματοδοτούσε μιαν άλλη σχέση με την παράδοση, τη σχέση που αναπτύσσονταν στον ατομικό στροβιλισμό και όχι στους υποχρεωτικούς μαιάνδρους της συλλογικής μοίρας, όπου οι χορευτές είναι περιορισμένοι από τις χειραψίες τους να περιστρέφονται στα ίδια και τα ίδια βήματα.

Στον ώμο του χορευτή, καθώς ξετυλίγονταν μέσα στους στίχους και τα βήματα του ζεϊμπέκικου χορού οι αντιφάσεις της μεταπολίτευσης, εκείνη τη ζεστή καλοκαιρινή βραδιά, καθόταν ζαλισμένος ένας τζίτζικας. Ήταν σαν ο χορευτής αυτός να κουβαλούσε στην πλάτη του το έντομο αυτό, που γαντζωμένο ακίνητο ακριβώς κάτω από τη ραφή του πουκαμίσου, αρνούνταν να φύγει, παρά τις στροφές, τις πτήσεις και τα ακροβατικά του χορευτή. Ο ίδιος, σκύβοντας το βλέμμα στο έδαφος, ήταν σα να αποδεχόταν το βάρος αυτού του νωθρού κουφαριού, σα να δεχόταν στωικά την ύπαρξη αυτής της παράδοσης, τις οποίας τις προεκτάσεις δεν γνωρίζουμε, αλλά ωστόσο επικάθεται στον ώμο μας και μας τρομοκρατεί. Μετέφερε το άδειο κουφάρι ενός ιστορικού συμβιβασμού χωρίς λέξεις, μια και το νόημά του γράφτηκε στα σώματα, στις κινήσεις, τις εκφράσεις. Και ενώ αρχικά εμείς, τα παιδιά στο σχολείο, γελάσαμε με την ψυχή μας με το πάθημα αυτού του μάγκα, που εξευτελίστηκε στα μάτια μας από το άκακο εκείνο έντομο, καθώς περνούσε η ώρα πάψαμε να βλέπουμε τους δυο οργανισμούς σαν ξέχωρους. Και τώρα πια στην πίστα χόρευε ένας χορευτής-έντομο, μια νέα δυαδική οντότητα που περιέγραφε τη μοίρα μας με τρόπο στυγνό.

Η μοίρα μας ήταν μια συμβιωτική σχέση με την παράδοση, στην οποία εκείνη απονεκρώνεται και αποστεώνεται, τρεφόμενη από τους χυμούς του νεαρού μας σώματος, και γιγαντώνεται, νεκρή, πέρα από τις φυσικές της αναλογίες, βαραίνοντας τις πλάτες μας με την ακινησία της και την σκονισμένη της απάθεια. Σαν εκείνες τις ξερές από το χρόνο σημαίες που ξεδίπλωναν οι γιαγιάδες μας κάθε 28η, όπως κάτι κεντήματα που έβγαιναν από τη ναφθαλίνη άπαξ, για να στολίσουν το σπίτι στη σημαντική επίσκεψη, και μετά ξανάμπαιναν στον πάτο του συρταριού. Σαν την ηθική της υποχρέωσης που έκανε απαραίτητα τέτοια γεγονότα νεκρανάστασης. Σαν τη σκόνη από κιμωλία που γέμιζε παράνομα φροντιστήρια σε πλυσταριά και ταράτσες. Και μύριζε θάνατο.

 

Αν οι τελευταίες εξελίξεις, μια νέα γενιά, ένας νέος κώδικας, έδειξαν την παροδικότητα του αισθητικού κομματιού της συμβίωσης αυτής, ωστόσο δεν την ακύρωσαν ποτέ. Αν μια νέα γενιά απεμπόλησε και γελοιοποίησε τις πολιτισμικές καταβολές των προηγουμένων, αν χασκογέλασε με τα πενιχρά τους επιτεύγματα και την κομπορρημοσύνη τους, ωστόσο δεν κατάφερε ποτέ να ξεφορτωθεί το κουφάρι αυτό από τις πλάτες της. Εκείνο παραμένει εκεί, όπως πάντοτε παραμένει το νευρωτικό υπόλειμμα εκείνο ανάμεσα στην επιθυμία και την πραγματικότητα, την ατομική δράση και το συλλογικό πεπρωμένο. Αυτός είναι το περίσσευμα, το δόλιο εκείνο περίσσευμα, που επεκτείνεται πέραν του πραγματικού, πέραν του επιθυμητού, πέραν του αναγνωρίσιμου. Ο βίος ολόκληρος, η τέχνη στο σύνολό της, δεν είναι παρά μεθοδεύσεις για τη διαχείριση αυτού του περισσεύματος. Ενός περισσεύματος που αρχικά φαντάζει σαν εκτόξευση της επιθυμίας, όλα εκείνα τα ουτοπικά όνειρα μιας γενιάς, όπως αυτά εγγράφονται σε ένα φαντασιακό εμείς. Και όλοι εκείνοι και εκείνες που με τα χέρια σηκωμένα χαιρετάνε το φάντασμα αυτό σαν το λυτρωτή τους από τη βάσανο της περατότητας, δε γνωρίζουν πως η αθανασία κοστίζει ένα ακόμα πιο φριχτό τίμημα, την απ-άνθρωπη διάσταση του σμήνους. Θνησιγενές περίβλημα των ανθρώπινων ονείρων, το μεταφέρουμε στους ώμους σαν κουφάρι γιατί αρνούμαστε να δεχτούμε πως κάποτε το πιστέψαμε με πάθος, χωρίς ντροπή, χωρίς ειρωνεία, χωρίς υστεροβουλία. Και κείνο δεν οδηγούσε πουθενά, σε καμία λύτρωση, παρά υπήρχε μονάχα με τον τρόπο ενός εντόμου, υπάρχοντας για να υπάρχει.

Το έντομο, λοιπόν, κέντρο του πολιτισμού μας, που όπως κάθε πολιτισμός δεν είναι μονάχα ένα σύστημα διαχείρισης της ζωής, μα και μια παραμυθία ενάντια στο θάνατο. Μας υπενθυμίζει πως παρά τη φροντίδα του εαυτού που υπαγορεύει η σύγχρονη υποκειμενικότητα, τα ανθρώπινα έργα είναι εξίσου ασήμαντα με τα έργα μιας πέτρας. Μπροστά στον ολοκληρωτικό θάνατο του υποκειμένου, η επιβίωση του σμήνους, του είδους ολόκληρου, φαντάζει σαν μια γραμμή φυγής από ένα φρικτό ατομικό πεπρωμένο σε μια εξίσου φρικτή συλλογική μοίρα. Μας θυμίζει όμως και πως ο φόβος αυτός είναι η μονάδα ισχύος τόσο των απολυταρχικών όσο και των ουτοπικών καθεστώτων, η αρχή κάθε νεκροπολιτικής. Όπως η ύπαρξη που πετιέται έξαφνα στα πλακάκια του μπάνιου κάποιο καλοκαιρινό βράδυ και κάνει τη ραχοκοκαλιά μας να φρικιάζει, έτσι και το έντομο, πέρα από σύμβολο του απόλυτου ελέγχου που ασκεί η λογική του θύματος πάνω στην ζωή μας, αποτελεί και μια εισβολή του πραγματικού που δείχνει πως η οργάνωση των επιθυμιών μας δεν περνά μονάχα μέσα από το συλλογικό είναι, αλλά και μέσα από τυχαία βίαια γεγονότα, μικρές επιφάνειες, στενά περάσματα, γωνίες και κατώφλια. Δεν γνωρίζουμε τι μπορεί να κάνει ένα σώμα. Δεν γνωρίζουμε, στ’ αλήθεια, τι μπορεί να κάνει ένα έντομο.

Συμεών Βάταλος, χειμώνας του 2012.

με θερμές ευχαριστίες στην Ιωάννα Σπανάκη για την άδειά της να χρησιμοποιήσω τα έργα της

θύμος αδένας

Posted in αφιονισμοί, δικά on November 28, 2011 by simeonvatalos

υπάρχουν άνθρωποι

που το στόμα τους γεμίζει βότσαλα

από τη βαριά θάλασσα

του στήθους τους

 

που τα δάχτυλά τους δε φτάνουν

να πλύνουν τα κατακάθια στο ποτήρι

και κόβουν την παλάμη τους προσπαθώντας

 

υπάρχουν και κείνοι

που επιμένουν να κοιμούνται ανάσκελα

αδιαφορώντας για τη λαβή του μαχαιριού που εξέχει δίπλα στη ραχοκοκαλιά τους

 

τέλος,

 

υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξεχωρίζουν

τι είναι έρωτας

και τι είναι φόβος

και τα στοιβάζουν όπως-όπως σε χαρτονένια κουτιά

 

που γράφουν απ’ έξω: “διάφορα”