Archive for the αφιονισμοί Category

Μεγάλα στόματα και μικρές χειρονομίες

Posted in αφιονισμοί, δικά on December 1, 2013 by simeonvatalos

Έχει περάσει ακριβώς ένας μήνας από τη δολοφονία των μελών της χα στο Ν. Ηράκλειο. Ήταν ένας μήνας στον οποίο είχα επιβάλλει στον εαυτό μου απεργία ειδήσεων. Δεν παρακολούθησα τα τεκταινόμενα, δεν είδα ειδήσεις, δεν χάζεψα βίντεο, δεν διάβασα εμβριθείς ή συνωμοσιολογικές αναλύσεις σε διάφορα μπλογκ, δεν ασχολήθηκα με τη βροχή ροχάλας που άνοιξαν κάποιες ανακοινώσεις μέσα στο χώρο. Σίγουρα η στάση μου αυτή δεν είναι μια ενδεδειγμένη στάση, ούτε φυσικά τη συνιστώ σαν φάρμακο στη βιομηχανία του θεάματος, αν και ίσως κατά καιρούς μοιάζει σαν το μόνο υπαρξιακό τσιρότο στο φαρμακείο μου. Στη δεδομένη μάλιστα συγκυρία, το να κλείσεις τα μάτια, να αποτραβηχτείς, να ησυχάσεις λίγο από τις σειρήνες και να σκεφτείς, φαντάζει μια πολυτέλεια πολύ μεγαλύτερη ακόμα και από τον σκαιό πλούτο των αφεντικών. Η ανάγκη όμως να πάρω μια απόσταση από όλα αυτά δεν είχε στην περίπτωσή μου μονάχα να κάνει με την αίσθηση δέους που μου προκαλούν οι εξελίξεις που μπορεί να προοιωνίζει ένα τέτοιο χτύπημα, αλλά κυρίως από την αδυναμία του δικού μου λόγου, και των συντρόφων και συντροφισσών να ανοίξει μια άλλη συζήτηση για όλο αυτό. Μια συζήτηση, όχι μια απάντηση. Θα μου πείτε, άλλο η κουβέντα, άλλο η πραγματικότητα. Θα σας πω, άλλο η πραγματικότητα, άλλο το πραγματικό.

Image

Ας ξεκινήσω λοιπόν λέγοντας αυτό: το χτύπημα αυτό ήταν χτύπημα ενάντια στο κίνημα, το οποιασδήποτε μορφής κίνημα στοχεύει στην κοινωνική αλλαγή, έχει σαν θεμέλιο του την κοινωνική αλληλεγγύη και επιδιώκει να ανοίγει χώρους διαφορετικότητας μέσα και ενάντια στο λόγο και τις πρακτικές της κυριαρχίας. Για να το πω πιο λιανά, παραφράζοντας κάποιους καλούς συντρόφους σε μια παρόμοια συγκυρία: το χτύπημα αυτό, αν δεν ήταν του κράτους, ήταν σίγουρα κρατικό.

Ίδιον της κυρίαρχης ιδεολογίας είναι να εντάσσει μέσα της ακόμα και το αντίθετό της: ας το πω αλλιώς: η ιδεολογία των «δυο άκρων» δεν έχει σκοπό να περιγράψει αντικειμενικά την πραγματικότητα. Σκοπό έχει να ξεκινήσει μια κουβέντα στην οποία, ακόμα και όταν λες όχι, βρίσκεσαι μέσα σε αυτή. Δεν έχει νόημα να αρνείσαι ότι υπάρχουν δυο άκρα. Από τη στιγμή που το αρνείσαι, η ιδεολογία περί δυο άκρων έχει κάνει τη δουλειά της, ακριβώς σαν να είπες ναι. Κάπως έτσι αναδύεται το πραγματικό.

Υπό αυτή την έννοια, η θεαματική όψη του σύγχρονου πολιτικού ένοπλου, στηρίζεται στην ίδια ιδεολογική λειτουργία. Το θέαμα στο οποίο ποντάρει το ένοπλο στηρίζεται σε μια διπολική κατάφαση/άρνηση. Σε κάνει θεατή. Θεατή με άποψη, αλλά θεατή. Την ίδια στιγμή που λες «γεια στα χέρια τους», ή, «καταδικάζω τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται», βρίσκεσαι ξανά στα δίχτυα μιας ιδεολογίας που έχει λειτουργία κρατική: που δεν δέχεται δηλαδή παρά ένα δυαδικό ζεύγος απαντήσεων: ναι, όχι, τέλος.

Από αυτή την άποψη, η ίδια η συζήτηση για το γεγονός, αποκτά τα χαρακτηριστικά, μεταχειρίζεται τη γλώσσα και τις κατηγοριοποιήσεις μιας κυρίαρχης ιδεολογίας, που ειδικά στην Ελλάδα είναι μια ιδεολογία αστυνομική. Κεντρικό, μάλλον μοναδικό ερώτημα της, και ταυτόχρονα όριο του επιστητού της είναι: ποιος φταίει. Είναι ένας λόγος δικαστικός, που εξαντλεί κάθε κουβέντα για τα κοινά, σε οποιοδήποτε επίπεδο και αν γίνεται: στο λεωφορείο, στη δουλειά, στην τηλεόραση, στις ερωτικές σχέσεις. Σε υποχρεώνει να ζεις σε ένα ατελείωτο whodunit, χωρίς ποτέ ο καλός ντέτεκτιβ να ανακαλύπτει το δολοφόνο, που συχνά πυκνά ψυλλιάζεσαι πως είσαι εσύ ο ίδιος.

Ο δημόσιος λόγος στην χώρα ετούτη είναι ένας λόγος ανύπαρκτος πέρα από την ιδεολογική αυτή συνθήκη. Σε αυτό ασφαλώς και συμβάλλει μια πληθώρα ανοικτών ιστορικών τραυμάτων, αποτελέσματα μιας μακράς περιόδου αντικομμουνιστικών διώξεων, η ατιμωρησία ενός μεγάλου αριθμού καθαρμάτων του πολέμου και της κατοχής, η στήριξη του μεταπολεμικού κράτους στον ιστό αυτό των εθνικοφρόνων ρουφιάνων. Ασφαλώς επίσης συμβάλλει η ύπαρξη ενός μονολιθικού και προς το παρόν ιδιαίτερα ανθεκτικού σημαίνοντος, εκείνο του έθνους, που αποτελεί και το τέλος – με τις δυο έννοιες – κάθε προσπάθειας οραματισμού μιας συλλογικής ταυτότητας μέσα στη νεωτερικότητα. Το τραύμα αυτό είναι που επιστρέφει εμμονικά μετά από κάθε προσπάθεια να διευθετηθούν οι ανοιχτοί λογαριασμοί με το παρελθόν. Ο Δεκέμβρης του 08 ήταν μια τέτοια απόπειρα, και το σύνθημα «Βάρκιζα τέλος» έδειχνε μεν προς μια παρελθούσα ιστορική συνθήκη, αλλά την έδειχνε ως τέτοια, ως παρελθοντική, ως κλειστή. Από κείνη την διάθεση να τελειώσουμε οριστικά με αυτό το βάρος, φτάσαμε στη νεκρανάσταση του εαμ-ελας-μελιγαλάς, στην ιστορία ως ζόμπι που μας κυνηγά για να τραφεί από τις ζωντανές μας σάρκες. Αλλά αυτό είναι θέμα ενός άλλου ποστ, και ελπίζω να επανέλθω.

Σημαντικό, στην λειτουργία αυτού του μηχανισμού, είναι τούτο: το ότι το ποσοστό αλήθειας που εμπεριέχει ο λόγος αυτός είναι άσχετο από την ισχύ του. Αυτό που έχει σημασία, είναι να απαντά στο ερώτημα ποιος φταίει: φταίνε οι μετανάστες, φταίνε οι πολιτικοί, φταίνε κάποιοι τέλος πάντων. Σημασία επίσης δεν έχει αν από τη μια μέρα στην άλλη φταίει κάποιος άλλος. Σημασία έχει να συμμετέχουν οι πάντες σε αυτό το πελώριο μυστήριο, το οποίο μας ταλανίζει αλλά και υποτίθεται μας συνιστά σαν «λαό». Εκείνοι οι ακαθόριστοι άλλοι που φταίνε πάντα για την κατάντια της ψωροκώσταινας ήταν και είναι το καλύτερο άλλοθι που μπορούσαν να φανταστούν τα ντόπια αφεντικά ακόμα και στα πιο τρελά όνειρά τους. Για την ακρίβεια, είναι ένα ιδεολόγημα που το πιστεύουν και αυτοί οι ίδιοι, πράγμα που τους επανεντάσσει με ασφάλεια στις αγκάλες του ταλαίπωρου ελληνικού λαού.

Τέλος, η συζήτηση αυτή έχει μια τόσο δυναμική ισχύ διότι στηρίζεται σε μηχανισμούς προσωπικής ενοχής. Ένοχος σημαίνει υπεύθυνος για την ύπαρξη κάποιου πράγματος που θα μπορούσα να αλλάξω. Ωστόσο, η ενοχή που κυκλοφορεί σαν άξονας της κυρίαρχης ιδεολογίας, είναι η ενοχή για μια κατάσταση την οποία δεν μπορεί να αλλάξει κανείς προσωπικά, ατομικά. Η ενοχή όχι μόνο για κάτι που δεν έχεις κάνει, αλλά που δεν θα μπορούσες να κάνεις. Σημείο αυτής της ενοχής είναι η συζήτηση για το φασισμό: «όλοι μας κρύβουμε ένα φασίστα μέσα μας». Ακόμα και αν δεχτούμε το φτηνό ψυχολογισμό του πράγματος, το σίγουρο είναι ότι αυτός ο φασίστας που κρύβω εγώ μέσα μου δεν βγαίνει στους δρόμους να μαχαιρώνει μετανάστες, ούτε μαζεύει κοντέινερ με όπλα στο σπίτι. Όμως, στόχος εδώ είναι να μετατραπεί μια δυνητικά θετική προσωπική στάση σε μια κατάσταση συλλογικής ενοχής. Φταις και συ που υπάρχουν φασίστες, ακόμα και αν ολόκληρη η ζωή σου είναι αφιερωμένη στη δημιουργία χώρων και σχέσεων που προσπαθούν να τον ξεριζώσουν. Και μάλιστα, φταις όσο φταίει και κείνος που δεν κάνει απολύτως τίποτε.

Είχα γράψει άλλοτε ότι η συλλογική συζήτηση είναι εκείνη που δημιουργεί τη συλλογική ευθύνη. Δεν αρνούμαι τη δυνατότητα μιας συλλογικής ενοχής, άλλωστε είναι και κείνη που μας εν-έχει μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο. Ωστόσο, αρνούμαι μια συλλογική ενοχή η οποία είναι θέσει και όχι εκ των πραγμάτων δική μου. Για τον ίδιο λόγο αρνούμαι πεισματικά να φωνάξω το σύνθημα-καραμέλα του τελευταίου καιρού, εαμ ελας μελιγαλάς.

Να ξεφύγεις από το φαύλο κύκλο της βίας σημαίνει πρώτα απ’ όλα να αρνηθείς να τη συζητήσεις με τους όρους που σου θέτει αυτή. Καταλαβαίνω πως, σε μια εποχή που η «ιστορική αναγκαιότητα» μοιάζει να είναι τόσο ξεκάθαρη, που τα γεγονότα πιέζουν και δίνουν την εντύπωση πως κοσμοϊστορικές αλλαγές μας περιμένουν στην επόμενη γωνία, να αρνηθείς να συζητήσεις την επικαιρότητα μοιάζει να είναι η χειρότερη μορφή απόδρασης από την πραγματικότητα. Ωστόσο, με το πιστόλι στον κρόταφο, τι νόημα έχει να συζητάς με αυτόν που το κρατάει; Η δύναμη ενός κινήματος κρίνεται από το βαθμό στον οποίο μπορεί να θέσει τους όρους για μια συζήτηση. Να δημιουργήσει τις συνθήκες και τις δομές που θα επιτρέψουν να συζητηθεί δημόσια η παρούσα κατάσταση. Οποιαδήποτε άλλη κουβέντα εμπίπτει απλώς στο πεδίο της δημοσιότητας, άρα είναι θήραμα του θεάματος.

Ειρωνικά λοιπόν, θα πρότεινα να εξετάσουμε τη δολοφονία δυο φρουρών των γραφείων της ΧΑ με ένα σαφώς πιο πολεμικό τρόπο: όπως στον πόλεμο οι ιδέες έρχονται απλώς να καλύψουν τους νεκρούς, και οι νεκροί είναι πεθαμένοι είτε έτσι είτε αλλιώς, ας πούμε ότι έχουμε πόλεμο. Και ας δεχθούμε ότι εμείς δεν είμαστε οπλισμένοι, αλλά ούτε θέλουμε και να οπλιστούμε. Με μαθηματική ακρίβεια, αυτό σημαίνει ότι εντασσόμαστε στον άμαχο πληθυσμό μιας σύρραξης η οποία δεν μας ενέχει, αλλά στην οποία εμπλεκόμαστε είτε το θέλουμε είτε όχι. Το ερώτημα που θα θέσουμε εμείς, ως άμαχος πληθυσμός μιας σύρραξης στην οποία είμαστε απούσες και απόντες δεν έχει να κάνει ασφαλώς με εκείνο που θέλει να μας πείσει η κυριαρχία ότι είναι το κεντρικό ερώτημα.

Και το ερώτημα είναι: πως θα επιβιώσουν οι δομές, οι κουλτούρες διαλόγου και ανταλλαγής, το αίσθημα της αλληλεγγύης σε ένα καθεστώς γενικευμένου κοινωνικού πολέμου; Απλούστερα, το ερώτημα γίνεται: πώς θα προστατευτώ εγώ και πώς θα προστατέψω τους και τις συντρόφισσές μου από τα τυφλά χτυπήματα ενός τέτοιου πολέμου; Αρνούμαι λοιπόν το ερώτημα αν αυτή η πράξη ήταν σωστή ή όχι, όπως αρνούμαι την ενοχή μου. Δεν λέω εγώ το όχι. Το όχι το λέει η ενεργή αθωότητά μου.

Τι σημαίνει όμως να διεκδικείς το δικαίωμα να υπάρχεις μέσα στα γεγονότα χωρίς να χρησιμοποιείς τους όρους, τη γλώσσα, την κουλτούρα της κυριαρχίας; Σημαίνει σίγουρα να παράξεις μια καινούρια γλώσσα, μια γλώσσα που μιλάει για άλλα πράγματα. Κύριο συστατικό της γλώσσας αυτής είναι να αρνείται, στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, να φετιχοποιήσει τις λέξεις τις οποίες χρησιμοποιεί. Ο μόνος τρόπος να γίνει αυτό είναι να αποδεχτεί, εξ αρχής, το πενιχρό μερίδιο πραγματικότητας που της αντιστοιχεί. Όταν μιλάμε για συλλογικές δομές, για κοινωνικά ιατρεία, για συλλογικές κουζίνες, για δίκτυα αλληλεγγύης, για λαϊκές συνελεύσεις, για κοινωνικούς αγώνες, καλό είναι να μιλάμε με παρρησία. Με ειλικρίνεια. Να επιδοθούμε στο ταπεινό έργο της περιγραφής και της ανάλυσης αυτών των μικρών πραγμάτων, με τα προβλήματα, τους περιορισμούς αλλά και τις προοπτικές που διανοίγουν. Σε αντίθεση με έναν υπερφίαλο, κατηγορηματικό, φαλλοκρατικό λόγο που προτάσσει τις μεγάλες αφηγήσεις, τα μεγάλα σχήματα, τις μεγάλες συγκινήσεις ως αρχή και τέλος της πολιτικής δράσης, ας μιλήσουμε τη γλώσσα της φροντίδας, της ανοιχτότητας, της α-λήθειας. Ας μιλήσουμε εξ αρχής ανοιχτά για τα μικρά μας πράγματα, τις μικρές μας δυνάμεις και ικανότητες, και ας ανακαλύψουμε μια γλώσσα που να τους αντιστοιχεί. Ας μιλήσουμε για τους κοινωνικούς αγώνες με βάση αυτό που πραγματικά συμβαίνει στους ανθρώπους που συμμετέχουν σε αυτούς και όχι ως την επόμενη μητέρα όλων των μαχών, νεκρό κουφάρι στο στόμα του επόμενου αριστερού πολιτικάντη.

Μας λείπουν οι λέξεις για να μιλήσουμε για όλα αυτά τα πράγματα, για πραγματικές ανθρώπινες σχέσεις που δημιουργούνται μέσα σε ένα καθεστώς αγώνα ενάντια στο πραγματικό όπως αυτό ορίζεται όχι μόνο από «αυτούς εκεί έξω», αλλά και από τις πολιτικές σχέσεις μέσα στο χώρο. Δε μας λείπουν ακριβώς, κυκλοφορούν μέσα μας και μέσα στις πιο μύχιες μας σχέσεις. Απλώς δεν φτάνουν ποτέ στην εκφορά, διότι ως τέτοιες μας χαρακτηρίζουν σαν κάτι άλλο από αυτό που φανταζόμαστε ότι ήρθαμε να κάνουμε εδώ. Να σώσουμε τον κόσμο; Να κάνουμε την επανάσταση; Ας μάθουμε πρώτα να συζητάμε για την βιωμένη μας πραγματικότητα. Μια δύσκολη συζήτηση, σχεδόν όπως τη συζήτηση ενός θλιμμένου χωρισμού, αλλά την προτιμώ από όλες αυτές που κυκλοφορούν στην πιάτσα τον τελευταίο μήνα. 

Μικρή γραμματική των συναισθημάτων

Posted in αφιονισμοί, δικά on February 18, 2013 by simeonvatalos

για χρήση όλων των Λενινισμών του εικοστού πρώτου αιώνα

εγώ χαίρομαι

εσύ χαίρομαι

αυτός χαίρομαι (ενίοτε: αυτή χαίρεται)

εμείς χαιρόμαστε

εσείς χαιρόμαστε

αυτοί χαιρόμαστε (εξαίρεση: αυτές χαίρονται)

Στο επόμενο θα κλίνουμε το ρήμα εκβιάζω, σε όλες τις φωνές.

ευχετήρια κάρτα

Posted in αφιονισμοί, δικά on December 29, 2012 by simeonvatalos

ταξη1

σε έψαχνα μεσα στη νύχτα και με έκαιγε η φωτιά

Posted in αφιονισμοί on February 13, 2012 by simeonvatalos

Χτες το βράδυ, μπροστά σε μια τράπεζα που καιγόταν με μια απόκοσμη μπλε φλόγα, στεκόταν ένας ηλικιωμένος με τη σημαία στον ώμο και τον έβγαζε φωτογραφίες ο στενότερός του συγγενής. Ίσως να την αναρτήσει πάνω από την τηλεόρασή του, σε φτηνή κορνίζα, με λεζάντα γραμμένη στο χέρι: καιρός να δούμε τις τράπεζες καμένες. Χωρίς να το ξέρει ο κύριος αυτός, υπέγραφε τη διαθήκη θανάτου μιας εικονικής χώρας. Ο κύριος αυτός, που δεν πρόλαβε να ζήσει εθνικά μεγαλεία για να λέει στα εγγόνια του, θα διατηρήσει αυτό το ενθύμιο για να το βλέπουν τα παιδιά του και να λένε: ε, ρε ο παππούς παληκάρι. Τέτοιους λεονταρισμούς μας δίδαξε το θέαμα να εκτιμούμε.

Συνηθίζουμε να σκεφτόμαστε τα γεγονότα με βάση τις αυστηρές μας πολιτικές και ηθικές αρχές. Να χωρίζουμε την ήρα από το στάρι: αυτός είναι καλός, αυτός είναι ρουφιάνος. Αυτό είναι σωστό, αυτό είναι άσχημο. Ο δρόμος μας μαθαίνει πως τα πράγματα δεν είναι απολύτως έτσι, πως τα γεγονότα και οι άνθρωποι είναι γεμάτοι αντιφάσεις, πως οι καταστάσεις μπορούν να κριθούν και έτσι και αλλιώς.

Συνηθίζουμε να οραματιζόμαστε το διάλογο, τη συλλογική λήψη αποφάσεων, το κίνημα και την αταξική κοινωνία σαν ένα κόσμο ηθικό, όμορφο, αγγελικά πλασμένο. Ακόμα και κείνοι που δεν είναι πολιτικοποιημένοι, έχουν στο νου τους μια ιδεάπολη, ένα ιδανικό τρόπο ύπαρξης όπου όλες οι εντάσεις εξομαλύνονται, όλες οι αντιφάσεις λύνονται, όλοι είναι ευτυχισμένοι.

Στην πραγματικότητα όμως η βία είναι βασικό συστατικό της πολιτικής, της καθημερινής ζωής. Η βία είναι βασικό συστατικό και της συλλογικής λήψης αποφάσεων. Ο κόσμος προτιμά την τηλεόραση και το θέαμα γιατί εκεί βρίσκει την ολοκλήρωση αυτής της επιθυμίας, να είναι όλα καλά, να βγάζουν όλα νόημα, να είναι όλα ζυγισμένα. Να κρατάμε τη βία μέσα στο σπίτι, που όλα έχουν τη θέση τους, όμορφα ταχτοποιημένα από την πατριαρχία, όλοι στις θέσεις τους για το δράμα. Να εξορκίζουμε τη βία κάπου αλλού, εκεί που δε φαίνεται, στα γκέτο των μεταναστών, στα σύνορα, στις παραγκουπόλεις του τρίτου κόσμου. Φωνάζουμε και οδυρόμαστε όποτε η βία αυτή εισβάλλει στη ζωή μας, απρόσμενα, με το έτσι θέλω. Δε φωνάζουμε γιατί δεχτήκαμε βία, φωνάζουμε γιατί δεν είναι τα πράγματα στη θέση τους, ο καλός δε νικά στο τέλος, δεν εμφανίζεται το ιππικό να σώσει την κατάσταση. Στο δρόμο τα πράματα μπερδεύουν, πρέπει να δράσεις για να αλλάξει κάτι, πρέπει να ενώσεις τη φωνή σου με άλλους, να βρεις τρόπο να αρχίσεις ή να σταματήσεις ένα γεγονός. Η δημοκρατία είναι βρώμικο πράμα, πρέπει να λερώσεις τα χέρια σου, δεν είναι κουστουμάκια και εσπρέσο και κλανιές στα έδρανα της βουλής.

Α, τι κρίμα που κάηκε ένα ιστορικό κτήριο της Αθήνας. Ρωτήστε, αυτούς που λυπούνται, ξέρουν που είναι το Αττικόν; ποιά ήταν η τελευταία φορά που πήγανε; είχανε πραγματικά οχτώ και εννιά ευρώ να σκάνε για να βλέπουν την τελευταία παραγωγή του κώλου στο “ομορφότερο σινεμά της Ευρώπης”; Δε λυπάμαι κανένα κτήριο, λυπάμαι τους ανθρώπους με τις χαραμισμένες τους ζωές και τα σφιγμένα δόντια. Αφού, ας το πάρουμε απόφαση, το Αττικόν δεν είχε τίποτα να μας διδάξει παρά το θάνατο, ας πεθάνει και αυτό μαζί με όλα τα μουσεία θανάτου.

Δείτε όμως και πόσα ιστορικά μνημεία αποκτήσαμε: το μαρμαροστρωμένο οδόστρωμα της σταδίου, στο ύψος της Κοραή, τα σχεδόν ισοπεδωμένα κράσπεδα της πανεπιστημίου, είναι τα νέα μνημεία. Ποιός θα περάσει από κει και δε θα νιώσει ανατριχίλα, μετά τις πολύωρες μάχες, στις οποίες χιλιάδες κόσμου κράτησε με το σώμα τις επιθέσεις μιας μίσθαρνης φασιστικής συμμορίας που βασικά ξεκαβλώνει πάνω σε όποιον λάχει, και η οποία έτρεχε πανικόβλητη όταν της τέλειωσαν τα χημικά; Ποιά ήταν η τελευταία φορά που νιώσατε ανατριχίλα στο Αττικόν; όταν είχε αφήσει κάποιος άξεστος ανοιχτή την πόρτα και έμπασε ρεύμα;

Είμαι βέβαιος πως ακόμα και κείνοι που ζορίστηκαν από τις καταστροφές και τα επεισόδια, ακόμα και κείνοι που στενεύτηκαν, αγκομάχησαν, ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με την αδυναμία τους, τις αντιφάσεις τους, τις αναστολές και τα συμπλέγματά τους, όλοι εκείνοι, θα ξαναβρεθούν στο δρόμο, λίγο αλλαγμένοι την επόμενη φορά. Αλλά θα ξαναβρεθούν. Γιατί πήραν για άλλη μια φορά αυτή τη γεύση της περιπέτειας, την ιδέα πως όλα παίζονται, αυτής την αίσθηση της βαθιάς συγκίνησης που σε ηλεκτρίζει όταν κάποιο χέρι σε τραβάει μέσα στο χαμό για να σε σώσει, το ρίγος που σε διαπερνά όταν ενώνεις τη φωνή σου με χιλιάδες άλλες ανθρώπινες φωνές.

Ανηφορίζοντας το έρημο πια κέντρο πέρασα από ένα σημείο που κοιμούνται αρκετοί άστεγοι (εκεί κοντά στο “στολίδι της Αθήνας”). Ένας από αυτούς είχε ξυπνήσει και περιεργαζόταν με απορία μια τρέντυ φόρμα που είχε ακόμα πάνω το ταμπελάκι από το κατάστημα: του την είχαν αφήσει πιτσιρικάδες που λεηλάτησαν τα καταστήματα στην Ερμού. Αναρωτιόταν αν θα μπορούσε να τη φορέσει και πως. Αξία χρήσης το λένε αυτό.

Κάθεστε και μετράτε τα μηδενικά από τις ζημιές των πολυεθνικών για να μετράτε τη φτώχεια σας. Μετρήστε όμως κάτι άλλο: Πόσα ζευγάρια έκαναν έρωτα χτες βράδυ μετά από πολύ καιρό, ζέχνοντας δακρυγόνο, πόσες φιλίες ξαναδέθηκαν, πόσοι άνθρωποι βρέθηκαν που είχαν να μιλήσουν χρόνια, πόσα βλέμματα πόθου ανταλλάχτηκαν μέσα από γυαλιά του σκι, πάνω από αντιασφυξιογόνες μάσκες; πόσοι άνθρωποι άφησαν να κυλήσει ένα δάκρυ που δεν ήταν από τα χημικά, αλλά από ένα κρυφό πόνο που μόνο χτες βράδυ κατάφερε να βρει μια διέξοδο; Αυτόν τον πλούτο που μαράζωνε πλάι μας τόσον καιρό, αυτόν τον άγριο πλούτο τον πήρατε άραγε μυρωδιά χτες βράδυ; Και το νιώσατε άραγε πως κάποια μέρα θα είναι δικός μας και πάλι;

θύμος αδένας

Posted in αφιονισμοί, δικά on November 28, 2011 by simeonvatalos

υπάρχουν άνθρωποι

που το στόμα τους γεμίζει βότσαλα

από τη βαριά θάλασσα

του στήθους τους

 

που τα δάχτυλά τους δε φτάνουν

να πλύνουν τα κατακάθια στο ποτήρι

και κόβουν την παλάμη τους προσπαθώντας

 

υπάρχουν και κείνοι

που επιμένουν να κοιμούνται ανάσκελα

αδιαφορώντας για τη λαβή του μαχαιριού που εξέχει δίπλα στη ραχοκοκαλιά τους

 

τέλος,

 

υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξεχωρίζουν

τι είναι έρωτας

και τι είναι φόβος

και τα στοιβάζουν όπως-όπως σε χαρτονένια κουτιά

 

που γράφουν απ’ έξω: “διάφορα”

 

 

κάποιες κουβέντες για τα προχτεσινά

Posted in αφιονισμοί, δικά on October 22, 2011 by simeonvatalos

– Το ΚΚΕ δεν περιφρουρούσε την συγκέντρωση, αλλά τη βουλή. Αν περιφρουρούσε τη συγκέντρωση, προφανώς θα είχε τα νώτα στραμμένα στη συγκέντρωση και όχι στα ΜΑΤ που χάζευαν από πίσω τους. Πράγμα που μας οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι το σημαντικό για το ΚΚΕ είναι η υπεράσπιση του κοινοβουλευτισμού και όχι η κομμουνιστική επανάσταση, όπως θα αντιλαμβανόταν κανείς από τον τίτλο του. Με λίγα λόγια το ΚΚΕ λοιπόν είναι δύναμη της αστικής αντεπανάστασης, για να το πούμε με τους δικούς του όρους. Είναι χαρακτηριστικό πως συντρόφισα που ρώτησε κνίτη τι περιφρουρεί, πήρε την απάντηση πως περιφρουρεί τη συγκέντρωση που βρίσκεται πίσω του (του ΠΑΜΕ) από τους παρακρατικούς που βρίσκονται μπροστά του (όλο τον υπόλοιπο κόσμο που βρισκόταν στην πλατεία Συντάγματος). Νομίζω πιό σαφής δε θα μπορούσα να γίνω.

– Όπως είπε κνίτης σε σύντροφο όταν τον ρώτησε, στην ΚΝΕ είχαν πει πως όταν περιφρουρήσουν την συγκέντρωση, μπορεί να τους δοθεί σήμα από την καθοδήγα να μπουκάρουν. Στη βουλή. Τα συμπεράσματα δικά σας.

– Οι δυνάμεις του ΚΚΕ είχαν παραταχθεί σε μικρή απόσταση από τα ΜΑΤ, εξοπλισμένες με παλούκια και κράνη μηχανής. Με τις πενιχρές μου γνώσεις από τον ποινικό κώδικα, αυτό συνιστά παράνομη οπλοφορία, η οποία στη συνέχεια έγινε οπλοχρησία, με σκοπό μάλιστα την σωματική βλάβη και ίσως και απόπειρα ανθρωποκτονίας. Υπάρχουν μάλιστα και φωτογραφίες ανώτερων στελεχών του κόμματος να χτυπάνε με στυλιάρι. Εάν λοιπόν το ΚΚΕ σέβεται τη νομιμότητα, εφόσον είναι κοινοβουλευτικό κόμμα, θα πρέπει να δώσει τα ονόματα των μελών του που οπλοφορούσαν στις αρμόδιες αρχές για να ξεκινήσει η νόμιμη διαδικασία. Η ΕΛΑΣ επίσης πρέπει να εξηγήσει δημόσια γιατί άφησε τόσο κόσμο να οπλοφορεί σε τόσο μικρή απόσταση από τις ισχυρότατες δυνάμεις της χωρίς να προχωρήσει σε συλλήψεις, όταν μάλιστα την ίδια στιγμή δικάζει αγωνιστές με τις ίδιες κατηγορίες, τις οποίες κατασκευάζει ελλείψει στοιχείων.

– Το ΚΚΕ είναι κείνο που σε κάθε ευκαιρία διαρρηγνύει τα ιμάτιά του για κουκουλοφόρους και τα σχετικά. Όμως κατέβασε μέρος των δυνάμεών του στο δρόμο με καλυμμένο το πρόσωπο (με κράνος), και οπλισμένο με στυλιάρια. Απορώ λοιπόν όταν γράφεται όταν κουκουλοφόροι επιτέθηκαν σε διαδηλωτές, πώς ακριβώς διακρίνονται οι μεν από τους δε. Πιθανόν τα κριτήρια να είναι αισθητικά. Π.χ. το σημαιάκι στο παλούκι του διαδηλωτή να είναι κόκκινο, ή το πολύ άσπρο με μπλέ και κόκκινο λογότυπο, ενώ το σημαιάκι στο παλούκι του κουκουλοφόρου είναι μαύρο ή μαυροκόκκινο. Πιθανόν να είναι θέμα φύσης των όπλων – π.χ. Η πέτρα μπορεί να έχει και “παράπλευρες απώλειες” ενώ το παλούκι συνήθως βρίσκει το στόχο του.

– Θυμάμαι στο πανεπιστήμιο οτι η ΚΝΕ κατηγορούσε την ΔΑΠ και την ΟΝΝΕΔ για τραμπουκισμό. Προφανώς το ρόπαλο του οννεδίτη έχει άλλη ιδεολογική υφή από εκείνο του κνίτη, αλλά αυτά μπορεί να μας τα εξηγήσει μόνο ο προπαγανδιστικός μηχανισμός του κόμματος. Όπως και το πως γίνεται ένα αστικό κόμμα να λέγεται κομμουνιστικό. Όπως και το γιατί το ΚΚΕ πουλάει συστηματικά αγώνες και κινήματα. Όπως και το γιατί προπηλακίστηκαν ανάμεσα σε άλλους από τις ομάδες κρούσης του και κόσμος από το “δεν πληρώνω”, μέλη του μέντικαλ τημ, άοπλος κόσμος και γενικά όποιος δεν είχε κάρτα μέλους του ΚΚΕ.

– Τέλος, η απορία μου συνίσταται στο εξής: ωραία, τους κουκουλοφόρους δεν τους ξέρουμε, δεν μπορούμε να τους κουμαντάρουμε, είναι διάχυτο πλήθος, μπορεί να είναι ασφαλίτες, μπορεί να είναι εξωγήινοι, νεφελίμ, μπορεί να είναι ο Πάγκαλος. Εδώ όμως έχουμε περιστατικά βίας από οργανωμένο κόμμα με γραφεία και διεύθυνση. Αν δεν πάει ο εισαγγελέας αύριο, έχουμε όλες τις αποδείξεις που μας επιτρέπουν να υποθέσουμε πως υπάρχει συμφωνία μεταξύ αστυνομίας και ΚΚΕ για την καταστολή ενός κινήματος που μάλλον έχει φοβίσει πάρα πολύ τα αστικά κόμματα για να κατεβάσουν στο δρόμο την πέμπτη τους φάλαγγα, δηλαδή το ΚΚΕ.

– Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις: στα μάτια της περιφρούρησης, πίσω από τα κράνη και τα παλούκια και την τσάμπα μαγκιά που χτυπούσε άοπλες γυναίκες και έσπρωχνε ανθρώπους να πέσουν από ύψος, υπάρχει ένα πράγμα: φόβος. Το ΚΚΕ έχασε προχτές στο δρόμο (ένας νεκρός και δεκάδες τραυματίες τα αποτελέσματα της πιο άχρηστης περιφρούρησης που έγινε ποτέ), αλλά έχασε και πολλά περισσότερα, και πρώτα απ’ όλα την ευκαιρία του να το θυμούνται στο μέλλον όχι σαν ένα δυσκοίλιο γραφικό κομματίδιο, μα σαν μια δύναμη του απελευθερωτικού κινήματος.

The Joys of Paradox

Posted in αφιονισμοί, δικά on July 27, 2011 by simeonvatalos

Η ελλάς, πέρα από το ότι είναι η μόνη χώρα που έχει το ίδιο όνομα (ομώνυμο) με την αστυνομία της (θενκς Α.Α. Νομινή…), είναι και η μόνη χώρα που έχει υπουργό παιδείας η οποία διαβάζει με πάθος τα έργα του Lewis Carroll. Από τις αγαπημένες μου ασχολίες εν μέσω καύσωνος είναι να εντοπίζω τις αμέτρητες αναφορές που η μελετηρή υπουργός εισάγει στις ανακοινώσεις της, επινοώντας ολοένα και νέα παράδοξα, αινίγματα, ρέμπους για να διασκεδάζει εμάς τους λάτρεις του γρίφου, του σταυρολέξου, της λογοτεχνικής αναφοράς. Το τελευταίο χτύπημα ήταν η σημερινή δήλωση: “τα πανεπιστήμια δεν ανήκουν σε κανένα μόνο στον ελληνικό λαό”  (έτσι, ακομμάτιστη η πρόταση). Πέρα από τις εμφανείς αναφορές στη λαϊκή παράδοση του λίμερικ και του παραδόξου (π.χ. την γνωστή επωδό “ένα γύρο απ’ όλα χωρίς κρεμμύδι”) και στην αρχαία ελληνική γραμματεία (π.χ. το παράδοξο του Ζήνωνα όπως το επαναδιατύπωσε ο Σωκράτης στον Πλατωνικό Παρμενίδη – 128 δ,ε), οι αναφορές στην ποπ κουλτούρα είναι μυριάδες. Θα αναφέρω εδώ μια ενδεικτική, το τραγούδι των Monty Python Eric the Half a Bee, γραμμένο το 1972:

Half a bee, philosophically,
Must, ipso facto, half not be.
But half the bee has got to be
Vis a vis, its entity. D’you see?

Μισή μέλισσα, φιλοσοφικά μιλώντας / πρέπει ipso facto να μην υπάρχει κατά το μισό / αλλά, μισή μέλισσα πρέπει να υπάρχει /  vis-a-vis της οντότητάς της, βλέπεις;

Η δήλωση της χαλκέντερου υπουργού έχει τόσες φιλοσοφικές και πολιτισμικές προεκτάσεις που κάνει το κεφάλι μου να γυρίζει: ή λοιπόν ο ελληνικός λαός είναι κανένας, άρα του ανήκουν τα πανεπιστήμια, ή δεν είναι οπότε δεν του ανήκουν (παράδοξο πρώτο). Ή υπάρχει ένας κανένας στον οποίο ανήκουν τα ελληνικά πανεπιστήμια, ή δεν υπάρχει, οπότε δεν ανήκουν σε αυτόν τον κανένα, ο οποίος δεν υπάρχει ούτως ή αλλως, αλλά εν πάσει περιπτώσει δεν αποτελεί μέρος του ελληνικού λαού (παράδοξο δεύτερο).  Στην τελευταία περίπτωση δε, προκύπτει το πρόβλημα του ποιός ανήκει στον ελληνικό λαό. Η λογική απάντηση είναι “όχι ο κανένας”. Αλλά αν κανένας δεν ανήκει στον ελληνικό λαό, τότε ποιός απομένει να τον απαρτίσει;  μάλλον εκείνοι στους οποίους ανήκουν τα ελληνικά πανεπιστήμια (τρίτο παράδοξο). Σε αυτήν την περίπτωση, και εδώ εισέρχεται μια άλλη, συγκαλυμμένη αναφορά στη γαλλική φιλοσοφία και ειδικά στη μετα-εγελιανή στροφή προς το Νίτσε στα χρόνια μετά το δεύτερο παγκόσμιο, μπορούμε με ασφάλεια να υποστηρίξουμε (αν και θα αποτελούσε μια σολιψιστική λύση του παραδόξου) ότι απλούστατα ο ελληνικός λαός δεν υπάρχει. Γνωρίζοντας την αγάπη του υπουργείου για τον Μποντριγιάρ μα και τον μεταδομισμό εν γένει, θα έκλινα προς την τελευταία αυτή λύση, αν και ποιός γνωρίζει τι σκαμπρόζικη φάρσα μας έστησαν πάλι οι γραφειοκράτες του υπουργείου – που είναι γνωστοί ανά τον κόσμο διότι λύνουν το σταυρόλεξο της Guardian την ίδια μέρα που βγαίνει;

Η αλυσίδα αυτή των παραδόξων συνεχίζεται επ’ άπειρον, σε ένα δαιμόνιο συλλογιστικό λαβύρινθο, για τον οποίο μόνο ο άγγλικανός πάστορας και συγγραφέας της Αλίκης θα ήταν ικανός. Τυχερή η χώρα που έχει τέτοια φωτεινά παραδείγματα στο τιμόνι. Κυρία Διαμαντοπούλου, από ένα μεγάλο θαυμαστή του Lewis Carroll προς έναν άλλον: σας ευχαριστώ.

Πάω να ξαναδιαβάσω την Αλίκη… εν αναμονή!