Ιωσήφ Ραφτόπουλος, η στριμωγμένη ζωή.

«Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,/και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,/ η Αθανασία τους είναι χαρισμένη./ Κανένας όμως δεν ανιστορεί/ Και το έρεβος εσκέπασε βαρύ/ Τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε./ Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή/ Μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι.»

Κ. Καρυωτάκης «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων» από τα Νηπενθή (1921)

 

Αδικώ μήπως τον Ιωσήφ Ραφτόπουλο που αρχίζω με τους στίχους του διάσημου φίλου του; Σαν ποιητή, όχι. Σαν ποιητής, ο Ιωσήφ Ραφτόπουλος, ανάξια στιχουργούσε. Με ένα άτεχνο δεκαπεντασύλλαβο, μακρόπνοο, σκουντούφλικο, περιπλεγμένο, που ποτέ δεν κατόρθωσε να τον απογειώσει. Με θεματική βουκολική συνήθως, με εικόνες του χωριού, που μοιάζουν δημοτικά τραγούδια. Ή με μια αδύναμη ποιητική της παρακμής. Ή ακόμα με λιγοστούς «στρατευμένους» στίχους. Ο ίδιος, στην μεταθανάτια αφιέρωση της συλλογής των «διαλεχτών» του κειμένων, αναφέρεται στην «ασήμαντη προς την ποίηση προσπάθειά μου». Ακόμα και ο φίλος του, Πέτρος Τριαντάφυλλος, στον οποίο απέμεινε το βάρος να μαζέψει και να παρουσιάσει τα πιο καλά του ποιήματα, το ομολογεί σε κάποια αποστροφή πως ο Ραφτόπουλος δεν ήταν δα και ο μεγαλύτερος μάστορας του στίχου.

Κι όμως, ο Καρυωτάκης περισυνέλλεγε ανάμεσα στους ποιητές που του άρεσαν και τον επηρέασαν και τον άσημο σήμερα, αλλά τότε τόσο σημαντικό, ποιητή φίλο του. Στάθηκε μαζί με την παρέα του σε ένα μεταίχμιο της ποίησης, προσπαθώντας ψαχουλευτά να μεταλλάξει την ηχητική της ρίμας και να ξεφύγει από τα αυστηρά πλαίσια της μετρικής, να ανοίξει το στίχο. Μα, πέρα από την αισθητική θεωρούμενη σαν επίτευγμα άνευ υποκειμένου, βρίσκεται η κοινωνικότητα ενός συνόλου γνωστών και φίλων, με κοινές καταβολές, κοινά στέκια, με ανταλλαγές ιδεών, φράσεων, σλόγκαν, κλισέ, με αμοιβαίο θαυμασμό, με κοινές συμπάθειες και αντιπάθειες. Το έδαφος μιας ελάσσονος λογοτεχνίας, μιας κοινής στάσης ζωής σε μια σκληρή εποχή, μια δυνάμει ανατρεπτική στάση που κωδικοποιήθηκε σχεδόν αυτόματα εκείνη την εποχή στο πρόσωπο του Καρυωτάκη. Μια στάση ζωής και μια λογοτεχνία που ονομάστηκε Καρυωτακισμός, και διέθετε μια πλειάδα χαρακτηριστικών που οπωσδήποτε δεν τα είχε εμπνευστεί ο Καρυωτάκης, ίσως όμως τα ενσωμάτωσε με μια πληρότητα και συνέπεια που δεν είχε προηγούμενο.

Μπορούμε να πούμε πως η σύλληψη του Καρυωτακισμού ως στάση έγινε όχι μόνο σε απόλυτη αντίθεση με μια καθεστωτική ποίηση, αλλά και σε μια προβληματική σχέση με τη διαμορφούμενη κομμουνιστική διανόηση. Στεκόταν μέσα στη διαμόρφωση αυτή, σα μια παράδοση ανταρσίας η οποία αποτελούσε αφενός ένα σημαντικό στοιχείο εξέγερσης, αλλά ταυτόχρονα ένα ξένο σώμα στη λογική της δόμησης του «νέου κόσμου» που επαγγέλλονταν ο κομμουνισμός. Όταν το 1935, με το συνέδριο των συγγραφέων, η στράτευση ολοκληρώνεται και η λογοτεχνική παραγωγή γίνεται προπαγάνδα ενός κόμματος, μορφώματα εξέγερσης όπως ο σουρεαλισμός πετιούνται έξω από τον κανόνα, ως μικροαστικά φαινόμενα παραίτησης και ιδιώτευσης. Άλλα φαινόμενα όμως, όπως ο Καρυωτακισμός, διάχυτα στη μορφή τους, θα συντεθούν σε ενιαίο σώμα για να στηλιτευτούν, να εκκαθαριστούν από το υγιές σώμα της σοσιαλιστικής ποιήσεως. Και ενσωματώνονται εν τέλει στο σύμβολο του νεκρού Καρυωτάκη.

Η στάση της επίσημης αριστερής διανόησης απέναντι  στο φαινόμενο Καρυωτάκη πήρε συχνά το χαρακτήρα λίβελου. Στόχος της ήταν να δείξει είτε πως ο Καρυωτάκης ήταν ένας ψυχασθενής, «άρρωστος», «βλαμμένος», άνθρωπος που «το νευρικό του σύστημα δεν ήταν γερό, ισορροπημένο […] από τα παιδικά του χρόνια», όπως τον παρουσίαζε ο Κορδάτος στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του (1962). Οπωσδήποτε όμως η προσκόλληση της στρατευμένης αυτής διανόησης στον Καρυωτάκη ως σύμβολο μιας εποχής, είχε το στόχο να χρωματίσει τη γενικευμένη στάση μιας γενιάς απέναντι στο εθνικιστικό σύστημα της μεσοπολεμικής δημοκρατίας. Μια τάση αποσχιστική, οπωσδήποτε ρηξικέλευθη, και ίσως σε ικανό βαθμό απεγνωσμένη. Σίγουρα όμως βαθύτατα πολιτική. Ο Τέλος Άγρας, ασκημένος αναγνώστης, το διείδε και το εξέφρασε με ειλικρίνεια σταχυολογώντας την πρώτη φουρνιά Καρυωτακιστών (τους αποκαλώ έτσι και όχι Καρυωτακικούς, για να δείξω την σαφή επιρροή σαν πολιτική άποψη, και όχι απλή επίδραση) σε ένα άρθρο με προμετωπίδα «Απαισιόδοξοι. Σατιρικοί. Επαναστάτες» στα Νεοελληνικά Γράμματα. Αντιτείνει ο Βαρίκας: «ο σατιρικός ποιητής είναι πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα ένας αγωνιστής. Ο Καρυωτάκης όμως δεν υπήρξε τέτοιος» (Βάρναλης-Καρυωτάκης, 172). Εδώ, ο μύθος Καρυωτάκη χρησιμοποιείται εκ των υστέρων για να χρωματίσει με εστετισμό, παραίτηση και παρακμή όχι μόνο μια ολόκληρη γενιά επιγόνων, αλλά και την ίδια την κοινωνική κατάσταση που έθρεψε την ποιητική του μεσοπολέμου. Το τι θα θέλανε οι κριτικοί αυτοί της αριστεράς για τον Καρυωτάκη το συνοψίζει ο Τεύκρος Ανθίας στην Εφημερίδα Υπαλληλική, το 1928: «ελπίζαμε σιγά σιγά να τον δούμε σε μιαν άλλη στράτα, τη στράτα της σημερινής Επαναστατικής Τέχνης, που προχωρεί με το γέλιο για τον αγώνα και την αναγέννηση». Το στρυχνινώδες γέλιο του κόμματος, με λίγα λόγια.

Και όλο αυτό στηρίζεται σε ένα και μοναδικό ψέμα, που κάποιος καλοπροαίρετος θα το έλεγε παρανόηση, αν τα στοιχεία του δεν βρισκόταν ήδη στη δημόσια σφαίρα. Το ψέμα αυτό ήταν η φιγούρα του απολίτικου Καρυωτάκη. Έπρεπε να έρθει το 1978 και ο χαλκέντερος Γ.Π. Σαββίδης, για να δημοσιευτούν, από της στήλες του Βήματος, κάποια αδιάσειστα στοιχεία για την έντονη συνδικαλιστική δράση του Καρυωτάκη. Ώστε ο Καρυωτάκης δεν ήταν μόνο ο ποιητής της ήττας, της αρρώστιας, της παραίτησης, αλλά και ένας ενεργότατος συνδικαλιστής. Κατά συνέπεια, η αισθητική στάση του Καρυωτακισμού δεν είναι η «ευρεία πύλη» προς την αστική παρακμή, αλλά μπορεί άνετα να συνάδει με την πιο ενεργή πολιτική δράση. Συνέπεια της οποίας, καθώς φαίνεται, ήταν ο εκτοπισμός, η απομόνωση, ο διασυρμός του ερειστικά μαχόμενου συνδικαλιστή, και γενικού γραμματέα της Ένωσης Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών, Καρυωτάκη.

Ο Καρυωτάκης που, εν πάσει περιπτώσει μάχεται και εναντίον του κατεστημένου που επικρατεί στο χώρο της δουλειάς του και του λειτουργήματός του. Που μιλάει, η προσπαθεί να μιλήσει, όπως προσπαθούν να μιλήσουν και άλλοι λογοτέχνες της γενιάς του ενάντια σε μια –ταξική– συνωμοσία σιωπής που καλύπτει τις ανανεωτικές προσπάθειες στη γλώσσα αλλά και στα ήθη:

Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,/ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει/ μικρόν εμέ κ εσάς μεγάλο, ίδια τον ένα και τον άλλο;

Τους τρόπους το παράστημά σας, το θελκτικό μειδίαμά σας, το monocle που σας βοηθάει/να βλέπετε μόνο στο πλάι/ και μόνο αυτούς να χαιρετάτε/ όσοι μοιάζουν αριστοκράται

Ο Καρυωτάκης, που κρύβεται μάλλον πίσω από την λεπτή ειρωνεία των φράσεων που δημοσιεύτηκαν στο υπόμνημα της ΕΕΣΔΥ προς την κυβέρνηση (25-1-1928):

               «καθ’ ημάς, το ζήτημα της απεργίας δεν τίθεται, εάν ο υπάλληλος έχη δικαίωμα ή μη απεργίας από απόψεως δημοσίου δικαίου ή της κειμένης σωματειακής νομοθεσίας. Η απεργία είναι εν γεγονός το οποίον δεν εξετάζεται από απόψεως νομιμότητος, όπως δεν εξετάζει κανείς εάν βρέχη ή δεν βρέχη κατά Σύνταγμα ή κατά Νόμον, πεινά κανείς νομίμως ή δεν πεινά, έχομεν κυκλώνα ή θαλασσοταραχήν ή εκκρήγνυται κεραυνός σύμφωνα με το Σύνταγμα ή με τους κειμένους νόμους και το υπαλληλο-σωματειακόν ισχύον δίκαιον.» (Σαββίδης, Καρυωτάκης, Ποιήματα και Πεζά, σ. 281)

Ο Καρυωτάκης, υπεύθυνος της διαρροής των εγγράφων που αποτέλεσαν αδιάσειστες αποδείξεις ότι ο τότε υπουργός Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως Κύρκος «ενεθυλάκωσε» ένα σεβαστό ποσό τάχα για οδοιπορικά του (Καθημερινή 23.1.1928), πράγμα που του κόστισε το κατρακύλισμα στην υπαλληλική κλίμακα, την απομόνωση και τέλος την αυτοκτονία. Θέλησε ο Καρυωτάκης να σπάσει την ομερτά, τη συμφωνία σιωπής που κάλυπτε την αναδυόμενη συμπαιγνία ανάμεσα στο κράτος-εργοδότη και την αντικομμουνιστική του ιδεολογία. Μια σιωπή όμοια με κείνη που «βαρύτερη από το χώμα» κάλυψε και τον ποιητή Ραφτόπουλο, καθώς έγραφε ο Καρυωτάκης στη νεκρολογία του φίλου του στα 1924.

Υπάρχει ωστόσο μια μυστική ιστορία της λογοτεχνίας και των λογοτεχνών, που δεν συνοψίζεται στον όρο Καρυωτακισμός, και δεν συμπίπτει με τα χαρακτηριστικά της παραίτησης και της εστέτ ιδιώτευσης που του αποδόθηκε εκ των υστέρων. Η ιστορία αυτή εκλείπει και ίσως να μην είναι δυνατόν να ανασυσταθεί παρά σε ψήγματα και σπαράγματα. Σε ενδείξεις και θρύλους. Η ιστορία αυτή είναι η ιστορία ενός πληθυσμού που έζησε στο όριο, στριμωγμένος ανάμεσα στις συμβάσεις της επίσημης κοινωνίας και του πολιτικού κράτους, και σε ένα υπόκοσμο του οποίου τα όρια ήταν διαπερατά και εκτατά. Έθεσε υπό συζήτηση ακριβώς αυτά τα όρια που χωρίζουν την «επίσημη» κοινωνία από την πλέμπα, αλλά και την καθορίζουν ως τέτοια.

Το ενδιαφέρον είναι πως η πλατιά βούρτσα του Καρυωατακισμού χρησιμοποιείται για να βάψει με αποχρώσεις παρακμής, φιλασθένειας και παραίτησης, το σύνολο σχεδόν των «αντιφρονούντων» ποιητών του μεσοπολέμου, ακόμα και αν αυτοί ποτέ δεν συνδέθηκαν, ή δεν επηρεάστηκαν, από το στυλ και την ατμόσφαιρα του Καρυωτάκη. Το παράδειγμα του Λαπαθιώτη, μποέμ αστού ποιητή, εθισμένου στα ναρκωτικά και ανοιχτά ομοφυλόφυλου, είναι μια τέτοια περίπτωση. «Παραιτημένος αστός» έτσι ο Λαπαθιώτης, που εκ των υστέρων αποδείχθηκε πως ήταν στρατευμένος στον σκοπό του κομμουνισμού ήδη από το 1921. Ή το παράδειγμα των ελλήνων υπερρεαλιστών, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για «απολίτικη» εστέτ στάση, για να έρθει η πρόσφατη έρευνα να ανασκευάσει την κατηγορία. Πράγμα που δείχνει ότι στη δύσκολη διάβαση ανάμεσα στη σκύλα των «αστών» και τη χάρυβδη του «κόμματος», αυτό που παρέμεινε ατεμάχιστο και αλώβητο ήταν ο καθωσπρεπισμός ενός έθνους «πατριωτών».

 Εύκολο ίσως το συμπέρασμα. Ίσως πρέπει να ξαναδούμε το φαινόμενο του Καρυωτακισμού παίρνοντας κατά γράμμα τους λιβέλους που εκτοξεύτηκαν εναντίον του. Να θεωρήσουμε δηλαδή πως όντως κάποιες φωνές στο ποιητικό στερέωμα του μεσοπολέμου προσπάθησαν να ντύσουν αισθητικά και να εκφράσουν την πολιτική τους δράση, η οποία ήταν επικίνδυνη γιατί αδυνατούσε να ενταχθεί, γιατί παρέμενε στις παρυφές, γιατί έδινε φωνή στο περιθώριο. Πρόκειται λοιπόν για μια ποίηση που δεν εκφράζει μια παραίτηση, μια αποπολιτικοποίηση. Εκφράζει, αντίθετα, την αδυνατότητα των πολιτικών ανησυχιών μιας γενιάς, οι οποίες περνούσαν μέσα από έναν τρόπο ζωής και δράσης, να ενταχθούν πλήρως στην στενότητα της σύγκρουσης ανάμεσα στο αντικομμουνιστικό κράτος και τον κομματικό μηχανισμό. Και για τούτο, η ποίηση αλλά και η ζωή τους είναι κάτι περισσότερο από ακατανόητη: είναι αδιανόητη.

Να επιστρέψουμε όμως στον λησμονημένο Ραφτόπουλο, και να δώσουμε μερικά σπαράγματα βιογραφίας, από τα λίγα που είναι διαθέσιμα στον ντιλετάντη ερευνητή. Γεννήθηκε το 1894, κατά πάσα πιθανότητα, στο τότε Σκεπαστό της Ανατολικής Θράκης, και φοίτησε στην Κωνσταντινούπολη, στη «Μεγάλη του Γένους Σχολή», απ’ όπου δεν απεφοίτησε ποτέ, λόγω μάλλον ακραιφνούς δημοτικισμού. Ολοκλήρωσε όμως τις εγκύκλιες σπουδές του στο Ελληνογαλλικό Λύκειο στο Πέρα, και δίδαξε ως δάσκαλος μετά την αποφοίτησή του στην Καππαδοκία και τη Μαύρη Θάλασσα, για δύο χρόνια, από το 1912. Το 1910, είκοσι χρονών, τον βρίσκουμε ήδη μέλος μιας ομάδας δασκάλων, η οποία συμμετέχει στο «Σοσιαλιστικό Κέντρο Τουρκίας», πρόδρομο της αναρχοσυνδικαλιστικής Διεθνούς Πανεργατικής Ένωσης του Ζαχαρία Βεζεστένη, κλάδο της IWW. Η νεοτουρκική κυβέρνηση κλείνει το όργανο του ΣΚΤ, τον «Εργάτη» το 1910, με αφορμή άρθρο του μετέπειτα γνωστού κομμουνιστή ηγέτη Ν. Γιαννιού, και ακολουθούν διώξεις και εξορίες για τα μέλη του. Άγνωστο αν κυνηγήθηκε και ο Ραφτόπουλος, ωστόσο το 1914 βρίσκεται στην Αθήνα, να κατοικεί στο Ελληνικό, να δουλεύει σε διάφορα επαρχιακά σχολεία ενώ φοιτά, με μεγάλες δυσκολίες, στη φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών. Η ζωή της πόλης τον τραβά, όπως και οι πνευματικές συντροφιές της, οπότε επιστρέφει στην Αθήνα και δουλεύει σαν διορθωτής σε διάφορες εφημερίδες. Κάποια στιγμή, καταφέρνει να διοριστεί γραφέας στο υπουργείο γεωργίας, «κάνοντας» όπως λέει ο πρώτος βιογράφος του και επιμελητής του Πέτρος Τριαντάφυλλος το 1924, «τη δουλειά αυτή με βαρειά μια σιχασιά».

Ο ίδιος επιμελητής, προσωπικός φίλος του ποιητή, περιγράφει πως έχασε τη δουλειά του στο υπουργείο για κομματικούς λόγους, μετά από μια αλλαγή κυβέρνησης. Ο φυματικός Ραφτόπουλος καταφέρνει, σε συνθήκες τρομακτικής ανέχειας, να τελειώσει τις σπουδές του στη Φιλοσοφική και να διοριστεί έφορος αρχαιοτήτων στους Δελφούς, μέχρις ότου η ασθένεια να τον ρίξει κάτω για τα καλά. Με εκδηλωμένη πλέον τη φυματίωση, βρίσκεται σίγουρα το 1921 στη Σωτηρία, όπου πρωτοστατεί σε μια μεγάλη και θρυλική εξέγερση των ασθενών. Πάμπτωχος και δυστυχής, περιφέρονταν στις εξοχές του φθισιατρείου, όπου τον πετυχαίνουν τα «όργανα του αντίπαλου κυβερνητικού κόσμου» κατά το βιογράφο του, αλλά μάλλον τα όργανα της διεύθυνσης του νοσοκομείου και τον κάνουν μαύρο στο ξύλο, με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί σε κλινική, απ’ όπου βγήκε με κλονισμένη πλέον ανεπανόρθωτα την υγεία του. Μπαινοβγαίνει στη Σωτηρία από το καλοκαίρι του 1921 μέχρι και το φθινόπωρο του 1922. Πεθαίνει, πάμφτωχος και ολομόναχος, το απόγευμα της Παρασκευής 30 Νοεμβρίου του 1923, στην κλινική του Χρηστομάνου στα Κάτω Πατήσια. Ο «ασθενής νούμερο 19» θάφτηκε γρήγορα το ίδιο βράδυ, χωρίς κηδεία. Μετά από επτά χρόνια, στην ίδια κλινική θα πεθάνει και η φίλη του, Μαρία Πολυδούρη.

Ο Ραφτόπουλος ήταν ένας ποιητής, μα ταυτόχρονα και ένας πεπεισμένος σοσιαλιστής αγωνιστής. Κατά τη σύντομη ζωή του στην Αθήνα, ήταν ένας από τους πιο γνωστούς αγκιτάτορες στο τότε εν τη γενέσει του σοσιαλιστικό κίνημα, που σύχναζε στο περίφημο «πατάρι» του ΣΚΑ, στην πλατεία Κλαυθμώνος. Αν και στον κύκλο επιρροής του Γιαννιού, ωστόσο συνδέθηκε από νωρίς με τον Πάνο Ταγκόπουλο, εκδότη του Νουμά, ένα πρωτοποριακό δημοτικιστικό περιοδικό της εποχής.

Ταγκόπουλε ξεκίνησες και πηαίνεις. Πού πηαίνεις;/ Εσύ και το λουλουδάκι πρόσεχες περνώντας;/ Τα φονικά στους ώμους σου όπλα πώς τα υπομένεις;/ Και σκλάβος σέρνεσαι και πας τους σκλάβους ακολουθώντας/ Ξέρεις αίτια των πολέμων κι’ εχτρός οι δουλευτάδες/ Δεν είναι π’ όμοια αφίνουνε τα σπίτια τους πονώντας/ Γλεντοκοπούνε των λαών στις πόλεις οι φονιάδες!/ Το χρέος σου… κι’ ας σκοτωθείς στα πλήθη έτσι μιλώντας. 

Αυτά γράφει ο Ραφτόπουλος σε ποίημα του αφιερωμένο στον Πάνο Ταγκόπουλο, στο Νουμά  της 30ης Σεπτεμβρίου 1921. Ο Νουμάς είχε από αρκετά νωρίς συνταχθεί πλήρως με τις θέσεις του τότε ΣΕΚ (αργότερα ΚΚΕ), και βρισκόταν σε διάσταση με τον Γιαννιό. Σίγουρα και ο Ραφτόπουλος βρέθηκε ολοένα και περισσότερο με την πλευρά του φίλου του Ταγκόπουλου, και μετά τον α’ π.π. απομακρύνθηκε οριστικά από τον μετατοπιζόμενο προς το κέντρο Γιαννιό.

Ο Ραφτόπουλος ποιητής επηρρεάζεται από τον Ραφτόπουλο αγωνιστή, και η ποίησή του αλλάζει και αυτή πρόσωπο. Αλλάζει, όπως την αντιμετώπισε η κριτική, και μετατρέπεται «από θεοκρατική» σε «αντιμιλιταριστική και κοινωνιολογική» (παρατίθεται από τον Τριαντάφυλλο στη σελ κ’ της εισαγωγής του)

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό να παρακολουθεί κανείς την εξέλιξη του ποιητή από τα πρωτόλειά του μέχρι την τελευταία του ποιητική συλλογή. Βρίσκει εκεί αποτυπωμένη την πάλη του ποιητικού λόγου να ξεφύγει από τα στενά πλαίσια της στιχουργίας και να φέρει κοντινότερα μορφή και νόημα. Στην γραφή του Ραφτόπουλου φαίνεται νομίζω πιο ξεκάθαρα η «παραδοσιακή» μετρική να διαρρηγνύεται, καθώς πιέζεται από νέα κοινωνικά δεδομένα τα οποία αδυνατεί να εκφράσει, από συνειδητές και ασυνείδητες επιρροές και τέλος από την ανάγκη των ίδιων των υποκειμένων που την εκφέρουν να είναι «της εποχής τους».

Ξεκινά ο ποιητής από βουκολικά σχεδόν θέματα, με το μέτρο και το ρυθμό του δημοτικού τραγουδιού:

Πήραν το δρόμο οι όμορφες και παν πέρα στις ράχες,/ Στα κλώνια κούνια στήνουνε το κούνισμ’ αρχινίζουν./ Κουνιέται μια, κουνιούνται δυό, κουνιούνται τρεις και πέντε,/ Κουνιέται κ’ η Βασιλική που πιο όμορφη είν’ απ’ όλες.

Γράφει σε ένα από τα ποιήματα της πρώτης του εποχής.

Στη συνέχεια, περνάει σε ένα πιο κλειστό, πιο ατομικό τρόπο και σε μια πιο «αστική» θεματική, καθώς ο στίχος του λεπταίνει και προσαρμόζεται περισσότερο στην συγκαιρινή του ποίηση:

Κ’ ένα βράδυ κ’ ένα βραδάκι/ Η κόρη του παραθυριού/ Εκαθόταν μ’ όψη θλιμμένη/ Σα μαραμένου λουλουδιού.

Ή, με ποιήματα όπως το ακόλουθο

Φθινόπωρο η ζωή, χλωμό, θλιμμένο/ βαρύ το πέρασμά μου κουρασμένο/ Κίτρινος ήλιος, άνθια μαραμένα,/ τα μάτια μου τα μαύρα θολωμένα./ Λάλημα πουθενά, πικρό, κλαμένο,/ θροούν τα ξερά φύλλα όθε διαβαίνω./ Πέφτουν τα φύλλα, πλήθια, πικραμένα/ οι ώρες μου αργοκυλάν βουβά, πνιγμένα.

σίγουρα εγγράφεται στην «παρακμή», ένα φαινόμενο της εποχής, μετά τη φρίκη του α’ π.π. και την δεκαετή εμπλοκή της Ελλάδας σε αιματηρούς επεκτατικούς πολέμους, που χρησίμευσε αργότερα στην κριτική για να στοιχειοθετήσει τον καρυωτακισμό ως κίνημα απαισιοδοξίας και παρακμής.

Με την ψυχήν ως διαβαίνω συντριμμένη/ Της φύσης η αγκαλιά μου είναι κλεισμένη./ Λαλούν τ’ αηδόνια, μα όχι στην καρδιά μου,/ εσκότωσα τον άγιον έρωτά μου./ Τα δέντρα με κοιτούν ωσάν να λένε:/ «άνθρωπε φύγε, μάυρε, κολασμένε»/ Έλεος φωνάζω, μα φωνή δεν κρένει,/ Με ψυχήν ως διαβαίνω συντριμμένη.»

Με ψήγματα πάντοτε κοινωνικής κριτικής, μιας πιο ρομαντικής παράδοσης, πχ στο παρακάτω ποίημα από το ζ’ βιβλίο, που παραπέμπει, ίσως άθελά του, στον Ουίλιαμ Μπλέηκ:

Αθήνα – ω της γής το μέλι και γάλα!/ Κόλαση μαύρη, θάνατος ο εαυτός σου./ Αδιάφορος προς τα έργα τα μεγάλα,/ Της ύλης δούλος ταπεινός ο λαός σου./ Όχεντρα δολερή, καρτέρι στήνεις,/ Όπου τη λάμψη του καλού υποθέσης./ Να με πνίξης, φαρμάκι όσο κι αν χύσης,/ Μάθε, Ιερουσαλήμ, δεν θα μπορέσεις.

 Ο ίδιος ποιητής, ένας δημιουργός που εμπνέεται ακόμα από την φύση και τα βιώματα της ιδιαίτερης πατρίδας του, που επικαλείται συχνά μια θεϊκή ύπαρξη, αν και μάλλον με την έννοια του «δαιμονίου» των ρομαντικών, που φαντάζεται βουκολικές διονυσιακές ανατάσεις, μας εκπλήσσει με την ταυτόχρονή του στράτευση στο σοσιαλιστικό ιδεώδες, όταν γράφει ποιήματα όπως το παρακάτω:

Στο Λίμπκνεχτ

Σύντροφε Λιμπκνεχτ, μάρτυρα, ιδέα,/ θεόν, η καρδιά μου πώς να σε ονομάση;/ Θνητός δεν είσαι, ζής στην κάθε ωραία/ όπου αγωνίζεται, ψυχή να σπάση/ του κτήνους τα δεσμά και να χαρίσει/ σ’ όλους τους σκλάβους την ευδαιμονία,/ Χαρούμενος ο κόσμος πια να ζήση/ Στον έρωτα, στη λεύτερη εργασία.

Που, παρά να εκφέρει μια γνώμη για τις ιδέες του ποιητή, μας δείχνει με σαφήνεια το μείγμα ιδεών και προσεγγίσεων που αποτέλεσε ο σοσιαλισμός και τα ριζοσπαστικά ιδεώδη εν γένει στις αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Προλετάριος

Σ’ ένα υπόγειο κάθουμαι υγρό και σκοτεινό/ που απάνωθέ του υψώνεται πελώριο ένα παλάτι,/ όλο το καλοκαίρι είναι κλεισμένο και αδειανό,/ και το χινόπωρο έρχονται οι νοικοκυραίοι ροδάτοι./ Τρείς κόρες με τη μάνα τους κι αρχίζουν να γλεντούν/ με παλληκάρια του συρμού τις νύχτες τραγουδώντας./ Αυτοί, σα φέξη, πέφτουνε τον ύπνο να χαρούν,/ κ’ εγώ άγρυπνος για τη δουλειά τραβάω βλαστημώντας.

(και τα δύο παραπάνω ποιήματα από τα «Σοσιαλιστικά» του (1919-1921))

Και μέσα σε όλα αυτά, και η φυματίωση. Είναι δύσκολο σε μας σήμερα να αντιληφθούμε την έκταση, τη σοβαρότητα αλλά και τις κοινωνικές προεκτάσεις μιας τέτοιας ασθένειας. Με βάση πρόχειρους υπολογισμούς, οι φυματικοί στην Ελλάδα λίγο πριν τη δικτατορία του Μεταξά υπολογίζονταν σε διακόσιες πενήντα χιλιάδες. Κάθε χρόνο πέθαιναν περί τους είκοσι πέντε χιλιάδες ανθρώπους από την ασθένεια αυτή. Μια ασθένεια που ήταν βέβαια θανατική καταδίκη για τους φτωχότερους ασθενείς. Ήδη από τον 19ο αιώνα μια ασθένεια «καλλιτεχνική», που εξυψώθηκε σε ιδανικό από μια γενιά ρομαντικών ποιητών και συγγραφέων, θεωρούνταν μια αξιοπρεπής ασθένεια, διότι έδινε στο θύμα άπλετο χρόνο να διευθετήσει τα του θανάτου του.

 Ωστόσο, καθόλου αξιοπρεπής δεν ήταν η φθίση για τους ασθενείς που νοσηλευόταν στην  περιοχή γύρω από το σανατόριο της «Σωτηρίας». Νοσηλευόταν βέβαια είναι τρόπος του λέγειν, καθώς γύρω στο 42% των εισερχομένων πέθαιναν μέσα σε ένα δεκαπενθήμερο το πολύ, μόλις το ένα τέταρτο έφτανε τους δυο μήνες και μόνο ένα τρία με τέσσερα τοις εκατό επιβίωναν πάνω από χρόνο. Όσους δεν σκότωνε η ανέχεια και η ασθένεια, τους αποτέλειωναν οι φρικτές πραγματικά συνθήκες στο σανατόριο αυτό, λίγα βήματα από το κέντρο της Αθήνας. Ήταν ένας τόπος στον οποίο ασθενείς από ολόκληρη την πόλη κατέληγαν για να πεθάνουν, συνήθως πάνω σε κρεβάτια δανεισμένα από άλλους ασθενείς. Οι άποροι αυτοί, αρκετά συχνά ανάπηροι των ατελείωτων πολέμων της δεκαετίας 1910-20, κατέληγαν στοιβαγμένοι και αζήτητοι στον περιβόητο «νεκροθάλαμο» του σανατορίου, πλάι στην εκκλησία της αγίας Σοφίας, που είχε αφιερωθεί προς τιμήν της ιδρύτριας του σανατορίου, Σοφίας Σλήμαν. Κάποιοι ήταν τόσο φτωχοί που δεν κατάφερναν καν να περάσουν την πύλη του σανατορίου. Η Σωτηρία δεν ήταν τότε μονάχα τα κτήρια του νοσοκομείου, αλλά μια σειρά από αυτοσχέδια παραπήγματα που συχνά κατασκεύαζαν οι ίδιοι οι ασθενείς, στην πευκόφυτη περιοχή γύρω από τα περίπτερα του σανατορίου κάθε καλοκαίρι.

Γράφει ο Κώστας Στούρνας ήδη στα 1936:

«Η «Σωτηρία» στη θλιβερή αυτή εξέλιξη της παίρνει από τα πρώτα χρόνια σχέση εξάρτησης μα τα σπίτια της αθηναϊκής φτωχολογιάς, με τα σπίτια της μαραμένης ελληνικής επαρχίας. Οι λαϊκές συνοικίες, τ’ ανήλια εργαστήρια κι’ οι φάμπρικες, οι προσφυγικές παράγκες αργότερα, συνδέθηκαν μαζί της για πάντα. Ή στρατώνα, το πανεπιστήμιο, και το εργοστάσιο προ παντός, τροφοδοτούν με νεανικά κορμιά το σανατόριο, που παίρνει στη φαντασία του λαού όψη τρομαχτικού ανθρωποφάγου θεριού. Και στους θαλάμους της «Σωτηρίας» αρχίζει να παίζεται ή τελευταία σκοτεινή πράξη των δραμάτων, που ή πρώτη πράξη τους παίζεται μέσα στο ανήλιο αθηναϊκό φτωχόσπιτο, το φοιτητικό δωμάτιο, τη στρατώνα, το καράβι ή το υγρό μπουντρούμι της φάμπρικας…» (Η Σωτηρία, τόπος μαρτυρίου των φθισικών, 1936)

Πράγματι, το φθισιατρείο επεκτείνεται προσπαθώντας να καλύψει την καλπάζουσα εξάπλωση της φυματίωσης, η οποία αντιστοιχεί με τη μεγαλύτερη βεβαιότητα στη ραγδαία εξαθλίωση των χαμηλότερων στρωμάτων της χώρας. Σημαντική και η εξαθλίωση των βετεράνων του δεκαετούς πολέμου, οι οποίοι επιστρέφουν από το μέτωπο οικονομικά κατεστραμμένοι, χωρίς κοινωνικά δίκτυα στήριξης και ασθενείς φυματικοί. Πέρα από τα κτιστά κτήρια, υπάρχουν και οι διαβόητες «παράγκες», ξύλινα κατασκευάσματα που άρχισαν να κτίζονται το 1914 με τον α’ π.π. σαν αποθήκες υλικού και στάβλοι του στρατού και καταλήφθηκαν από τους φθισικούς από το 1920 και μετά. Σε κάθε παράγκα, από τους προβλεπόμενους αρχικά 24 ασθενείς, έφτασαν να στεγάζονται μέχρι και εκατόν είκοσι, παρατημένοι μέσα σε συνθήκες απίστευτης βρώμας και φρίκης. Η ίδια κατάσταση επικρατούσε στην εξίσου διαβόητη «βεράντα», ένα υπόστεγο ανοιχτό από τις τέσσερις μεριές, στο οποίο διέμεναν μόνιμα φυματικοί, όπως επίσης και στα «Ντέκερ», μεταλλικά τολ του Βρετανικού στρατού από το μέτωπο της Μακεδονίας, τα οποία ήταν τοποθετημένα πλάι στους ανοιχτούς υπονόμους του νοσοκομείου.

Η Σωτηρία, ένας σωρός σκουπιδιών τότε, ήταν επίσης το κάτεργο ενός μικρού αριθμού εργαζομένων στην κουζίνα που πολέμαγαν, με πενιχρούς μισθούς, να ετοιμάσουν καθημερινά, από τις τέσσερις το πρωί ως τις εννιά το βράδυ, φαγητό για περί τους χίλιους πεντακόσιους ασθενείς. Το ίδιο ίσχυε στα πλυσταριά, όπου χηρεμένες γυναίκες έπλεναν τα στρωσίδια των φυματικών με απλό σαπούνι και νερό. Τα  σκεύη των φυματικών συχνά δεν πλενόταν παρά με κρύο νερό, και έτσι συχνά οι εργαζόμενοι κατέληγαν άρρωστοι.

Είναι λογικό, μέσα σε αυτή την αθλιότητα να ξεσπούν συχνά-πυκνά εξεγέρσεις των ασθενών, για τις οποίες γενικά λίγα είναι γνωστά. Το σίγουρο είναι ότι ανάμεσα σε άτομα που βρίσκονταν σε παρόμοια κατάσταση και ζούσαν μαζί καθημερινά, αναπτυσσόταν σχέσεις αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας, οι οποίες στη συνέχεια εξελίσσονταν σε πολιτικά οργανωτικά ζητήματα. Ένα από τα μόνιμα αιτήματα των ασθενών της Σωτηρίας στις εξεγέρσεις τους, για παράδειγμα, ήταν να υπάρχει επιτροπή ασθενών που να φροντίζει τη διατροφή τους, δηλαδή να αγοράζει τα κατάλληλα υλικά και να προετοιμάζει αρκετό φαγητό για όλους τους τροφίμους. Ποτέ το αίτημα αυτό δεν έγινε δεκτό από το υπουργείο, ακόμα και όταν επικυρώθηκε από τη διεύθυνση του νοσοκομείου.

Ίσως η γνωστότερη εξέγερση της Σωτηρίας, και αυτή που ξεκίνησε μια ολόκληρη ιστορία οργάνωσης των φυματικών του νοσοκομείου με βαθύτατα πολιτικούς όρους, ήταν η εξέγερση στην οποία πρωτοστάτησε ο Ραφτόπουλος, τις 13 Αυγούστου του 1921. Οι φυματικοί, αγανακτισμένοι από την εκμετάλλευση και την καταστολή μέσα στη Σωτηρία, καθώς και την αδιαλλαξία τόσο του υπουργείου όσο και του διευθυντή της Παπαδημητρίου, κατέλαβαν το διευθυντήριο πετώντας έξω τη σύζυγό του, ένα Σαββατιάτικο βράδυ όπου εκείνος έλειπε. Ο Παπαδημητρίου, επιστρέφοντας, έφερε την προσωπική του φρουρά της χωροφυλακής, και το νοσοκομείο έγινε πεδίο μάχης με πυροβολισμούς και συμπλοκές ολόκληρη τη νύχτα.  

Την επόμενη ημέρα, οι φυματικοί της Σωτηρίας κατέβηκαν σε πορεία στο κέντρο της Αθήνας, κρατώντας μαύρες σημαίες, με κύριο σύνθημα το «θέλουμε να ζήσουμε». Ο Ραφτόπουλος ήταν στην πρώτη γραμμή. Η πορεία κατέληξε στο υπουργείο εσωτερικών, σπάζοντας το μπλόκο της αστυνομίας. Ο Στάης, υπουργός εσωτερικών, δέχτηκε να μεσολαβήσει για να αλλάξει η διεύθυνση του φθισιατρείου. Οι ασθενείς επέστρεψαν στη Σωτηρία και ξεκίνησαν οργανωτική δουλειά, προσπαθώντας να φτιάξουν την πρώτη πανελλήνια οργάνωση ασθενών. Ο Ραφτόπουλος δεν είχε τύχη μετά από το γεγονός αυτό, αρκετά ήδη στοχοποιημένος στα μάτια της διεύθυνσης. Μια ημέρα, καθώς βάδιζε μόνος του στο φθισιατρείο, του επιτέθηκαν δυο μπράβοι της διεύθυνσης, οι Κονταργύρης και Καπράνος,  και τον άφησαν με σπασμένα πόδια, να κάνει αιμόπτυση. Ήταν η αρχή του τέλους για τον ποιητή μας, αλλά και η αρχή της πολιτικής οργάνωσης των ασθενών. Σύντομα, το 1924, η ένωση παλιών πολεμιστών, συνειδητοποιώντας ότι τα περισσότερα μέλη της είναι φυματικοί, ξεκινά την «ένωση φυματικών», μια οργάνωση που γνώρισε την καταστολή από την πρώτη μέρα της ίδρυσής της. Μέχρι τη δικτατορία του Μεταξά, στη Σωτηρία ξεσπούν μια σειρά από εξεγέρσεις, που συχνά καταλήγουν σε ένοπλες συγκρούσεις στην λεωφόρο Μεσογείων.

Όσο βάζω στο μυαλό μου την εικόνα ενός πλήθους από άρρωστα κορμιά, στο τελευταίο σκαλί της αθλιότητας, να φέρνουν την αρρώστια τους κάτω από μαύρες σημαίες στο κέντρο της πόλης, αναρωτιέμαι αν ο πρωτεργάτης της πορείας αυτής δεν ήταν ένας πραγματικός ποιητής. Όχι λόγω της ποιότητας των ποιημάτων που έγραψε, αλλά διότι με τη στάση της ζωής του δημιούργησε μια ζωτική ποίηση που έχει περισσότερα να πει για την εποχή του και τους αγώνες της παρά οποιαδήποτε «στρατευμένη» ποίηση. Ίσως ο καρυωτακισμός να ήταν εν τέλει ακριβώς αυτό, μια στάση ζωής, μια επιλογή στρατοπέδου για όσους δεν έβρισκαν καταφύγιο ούτε στην στεγνότητα του καθωσπρεπισμού, αλλά ούτε στη μονολιθικότητα του κομμουνισμού. Κυνηγημένοι από όλους, έζησαν την στριμωγμένη τους ύπαρξη κοντά στο περιθώριο, με το οποίο φλέρταραν μανιωδώς: ναρκωτικά, αλκοόλ, ξενύχτια, σεξουαλικές σχέσεις έξω από τα καθιερωμένα, και τέλος, η ασθένεια. Η ασθένεια σαν ένας τρόπος της ύπαρξης, σαν αυτό που δεν χωράει στην υπαρξιακά τελειωμένη φιλοσοφία ζωής των αστών. Μια αποδοχή της στυγνής ισότητας απέναντι στο θάνατο, μια οντολογία της χειρονομίας. Αυτή η χειρονομία του Ραφτόπουλου, πιστεύω, ξαναβάζει στο τραπέζι το ζήτημα της ύπαρξης με τρόπο που κανείς ποιητής της γενιάς του δεν το έχει κάνει σε αυτή τη χώρα. Αν οι μεταγενέστεροί του έψαξαν στην ποιητική ενάργεια μια μετουσίωση των κοινωνικών αδικιών, μια διαφυγή σε μια χώρα εξιδανικευμένη, ο Ραφτόπουλος ξανάφερνε με ορμή την ποίηση εκεί που πραγματικά της αρμόζει, μέσα στην υλικότητα της καθημερινής ύπαρξης. Ήταν και κείνος με την αντιπολίτευση που λέγεται ζωή, και για τούτο τον θυμούμαι σήμερα με μια αίσθηση δέους.

Advertisements

2 Responses to “Ιωσήφ Ραφτόπουλος, η στριμωγμένη ζωή.”

  1. “Και για τούτο, η ποίηση αλλά και η ζωή τους είναι κάτι περισσότερο από ακατανόητη: είναι αδιανόητη.”

    Ίσως λοιπόν και μια ποίηση της α-διανόησης, μακριά από τους διασταυρούμενους ορθολογισμούς κράτους και κόμματος ή η χειρονομία ενάντια στις συστηματοποιημένες κοσμοθεωρίες…

    Εξαιρετικό κείμενο, κείμενο που τρυπάει τις σελίδες για να φανεί ο δρόμος…

    • Ρε φίλε.

      Αυτό το κείμενο είναι η καλύτερη λογοτεχνική κριτική που έχω διαβάσει στα ελληνικά.
      Κυριολεκτώ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: