Το Νωθρό Κουφάρι

Υπάρχει ένας πίνακας της Ιωάννας Σπανάκη στον οποίο ένας τεράστιος σκώρος κάθεται σε μια ανθρώπινη πλάτη. Τα χρώματα είναι σκοτεινά, ακόμα και το λευκό μοιάζει με ώχρα, οι σκιές νικούν το φως φέρνοντας πιο κοντά τη φρίκη αυτής της καθυπόταξης, μια και το έντομο απεικονίζεται σε μεγαλύτερες από τις πραγματικές του διαστάσεις, καθώς καλύπτει ολόκληρη σχεδόν την πλάτη και κυριαρχεί στην εικόνα. Το έντομο είναι άκακο, το γνωρίζουμε, ωστόσο η ανατροπή των φυσικών αναλογιών δημιουργεί μια αίσθηση επικείμενου κινδύνου. Ωσάν ο τεράστιος τούτος σκώρος να απειλεί να καταβροχθίσει τον ξενιστή του, διότι ακριβώς για τούτο πρόκειται, για μια συμβιωτική σχέση που τρέφει το έντομο πέρα από τα φυσικά του όρια, αφήνοντας τον ξενιστή του στυγνό και εξαϋλωμένο.

 

Την ίδια στιγμή, πρόκειται για το ίδιο το έντομο: ένα πλάσμα που αψηφά τα ανθρώπινα, που αποτελεί όνειδος για την ιδεοληψία μας περί αθανασίας, ζώντας μονάχα μερικές μέρες ή κάποιες ώρες, με μοναδικό σκοπό την διαιώνιση του είδους του. Καμιά υστεροβουλία, καμιά επιθυμία μνήμης. Μονάχα σκόνη. Μονάχα στιλπνά πόδια που ξεπροβάλλουν κάτω από τα ντουλάπια της κουζίνας και τρομοκρατούν με τη σιγαλή τους σπασμωδικότητα τους τις μικρές μας ώρες. Άλλες ιδέες, πιο ολοκληρωτικές: η ζωή του σμήνους, ενός συνόλου στο οποίο οποιαδήποτε ατομικότητα γίνεται έκφανση μιας τύχης: η μέλισσα που ξεστρατίζει δεν το κάνει από προσωπικό βίτσιο, αλλά εντασσόμενη σε μια τάση της φύσης να λαθεύει, να ξαστοχεί. Μόνο που, στην περίπτωση αυτή, μυριάδες λάθη συντάσσονται σε μια συλλογική κατάφαση. Το σμήνος ήταν το φαντασιακό πεδίο της μαζικής οργάνωσης στον υπαρκτό σοσιαλισμό. Η Αλεξάνδρα Κολοντάι, στρατευμένη φεμινίστρια, γυναίκα του Λένιν και κομισάριος εκπαίδευσης των μπολσεβίκων, έτσι ονόμασε το μοναδικό της μυθιστόρημα, ο έρωτας των εργατριών μελισσών, δείχνοντας προς την κατεύθυνση ενός συλλογικού είναι που υπερβαίνει τον ανθρωπισμό, διότι υπερβαίνει τον άνθρωπο: γίνεται δηλαδή απ-άνθρωπο. Το σμήνος, και όχι το πλήθος εξακολουθεί να είναι η μορφή οργάνωσης στον υστερ(ικ)ο καπιταλισμό, όπως σκέφτεται όποιος κοιτά εικονοποιημένες τις ροές των μηνυμάτων στο tweeter που από σμάρια μετατρέπονται σε μικρά ρυάκια και κατόπιν σε ποτάμια. Μοιάζουν με τις πτήσεις των μελισσών, που ξεκινούν διερευνητικές, ξώφαλτσες και καταλήγουν σε μαζικές μεταναστεύσεις, ή με τις πορείες των μυρμηγκιών που χάνονται ατομικά για να βρεθούν ομαδικά σε ένα ατελείωτο κανιβαλιστικό καραβάνι. “Η βιομηχανική εποχή, ορισμένη ως εποχή των εντόμων”, κατά το γνωστό ζεύγος φιλοσόφων. Ο Ρεμπώ, που έβλεπε στην κομμούνα του Παρισιού ως μυρμηγκοφωλιά. Οι Χάρντ και Νέκγρι, που παρά τις οντολογικές τους ονειρώξεις περί πλήθους, σκύβουν το κεφάλι με δέος μπροστά στο τρομερό φρικίασμα που προκαλεί η οργάνωση μιας μάζας α-νόητων όντων σε μια έλλογη υπεροντότητα. Ο άνθρωπος μπορεί να υποτιμά τα έντομα σαν υποδεέστερα πλάσματα, χωρίς λογική και φαντασία, μα εκείνα τον εκδικούνται μπάζοντας τη θεολογία από την πίσω πόρτα.

Δεν ξέχασα ποτέ τα έντομα, δε μου επετράπη. Τις προάλλες, σε ένα κάποιο μπαρ, στάθηκε μπροστά μου στιγμιαία μια κοπέλα που στον ώμο της είχε τατουάζ ένα τεράστιο σκώρο: acherontia lachesis, που παίρνει το όνομά του από τον Αχέροντα, ποταμό των ψυχών, και τη Λάχεση, τη δεύτερη από τις τρείς μοίρες, που μέτραγε το μήκος της κλωστής που έπλεκε η Κλωθώ, η πρώτη. Το χαρακτηριστικό του σκώρου αυτού είναι το σχήμα μιας νεκροκεφαλής που φέρει στην πλάτη του. Είναι ένα ύπουλο έντομο, που ζει κυρίως τη νύχτα και μιμείται τη μυρωδιά των μελισσών ώστε να καταφέρει να εισχωρήσει στην κυψέλη τους και να κλέψει μέλι, τρυπώντας με την αιχμηρή του γλώσσα τα κέρινα κελιά. Δεν γνωρίζω την κοπέλα και συνεπακόλουθα δε γνωρίζω αν αυτό το memento mori ήταν σκόπιμο, αλλά μου έφερε στο μυαλό τον πίνακα της Ιωάννας και μιαν άλλη ιστορία που θυμάμαι χαρακτηριστικά από τα παιδικά μου χρόνια.

Κάπου μέσα στη δεκαετία του 80 – σε εκείνα τα ουτοπικά χρόνια της επέλασης το σοσιαλισμού – ο Ψαραντώνης έπαιζε σε ένα γλέντι στο χωριό Μελέσσες του νομού Ηρακλείου, στην Κρήτη. Το γλέντι γινόταν στο γυμνάσιο του χωριού, ένα διώροφο πι από τσιμεντένια κουτιά, το οποίο ερχόταν σε αντίθεση με τα χαμηλά σπίτια και τα γύρω αμπέλια και τους ελαιώνες του χωριού. Μου είχαν πει τότε ότι το γυμνάσιο ήταν κατασκεύασμα των εν Αμερική Κρητών. Το είχε επισκεφτεί μάλιστα και κάποιος Κένεντυ, συμφωνα με την προφορική παράδοση του τόπου. Το γυμνάσιο διέθετε μπασκέτες πολύ πριν την τρέλα που κατέλαβε όλα τα μειράκια με το μπάσκετ μετά το ’87, πολύ πριν δηλαδή οι άκομψοι βραχίονές τους χρησιμεύσουν σαν στηρίγματα για τον ορρό που μετάγγισε το αμερικάνικο όνειρο στο ελληνικό.

Ο Ψαραντώνης, θυμάμαι, όταν είχε προχωρήσει αρκετά το γλέντι, είπε στο μικρόφωνο: και τώρα θα σας παίξω ένα ζεϊμπέκιο απού έμαθα. Και έπαιξε στη λύρα το νύχτωσε χωρίς φεγγάρι. Στην πίστα, άδεια ίσως, μα δε θυμάμαι και καλά, καθότι το βλέμμα μου είχε μαγνητιστεί από την παρουσία του, εχόρευε ένα μάγκας του χωριού: άσπρο πουκάμισο με ψιλή ρίγα, ζωσμένο μέσα στο παντελόνι με πιέτες, σκαρπίνι παπούτσι, μαλλί χτενισμένο πίσω, γκριζαρισμένο, μουστάκι βαρύ αρειμάνιο, μάτι που χανόταν μέσα στην άλικη θολούρα από τα φυτοφάρμακα. Κάτω από τα φώτα, στροβιλίζονταν σκεφτικός, ζόρικος, ανακαλύπτοντας ένα ένα τα βήματά του σαν επιφοίτηση. Οι προβολείς του γυμνασίου έκαναν το κιαροσκούρο της νύχτας ακόμη πιο έντονο, τις σκιές πηχτές, τα περιγράμματα νωθρά. Ο ιδρώτας του μύριζε δηλητήριο.

Το τραγούδι, από τα πρώτα του Απόστολου Καλδάρα, γραμμένο το 1947, αναφερόταν σε ένα παληκάρι που είχε κλειστεί στη φυλακή, πιθανών ως αντιφρονούντας. Ο Καλδάρας παράλλαξε τους στίχους ελαφρά για να μη φαίνεται πως το τραγούδι αναφέρεται στους διωγμούς των αριστερών. Και ίσως και ο χορευτής να μην εγνώριζε τον τρόπο με τον οποίο συνδέεται το τραγούδι αυτό με τις διώξεις της αριστεράς στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Είχαν όμως προηγηθεί τα ζειμπέκικα του Ανδρέα Παπανδρέου στο περιβόλι του ουρανού στην Πλάκα στις αρχές της δεκαετίας του 80. Ετούτος ο χορός του τότε πρωθυπουργού ήταν ένας θριαμβευτικός χορός ενός άνδρα που γιόρταζε την τελική επικράτηση της κεντρώας αριστεράς, τον ιστορικό συμβιβασμό, τον προσωπικό αρρενωπό τσαμπουκά στη βάση της μικροαστικής συνθήκης – θεμέλιο της πασοκικής κατάστασης. Ήταν όμως και ένα σχόλιο πάνω στο χορό εκείνο των δικτατόρων, στους καλαματιανούς και τα τσάμικα. Ο εκσυγχρονισμός, όπως είπε κάποιος, χόρευε πια ζεϊμπέκικο. Σηματοδοτούσε μιαν άλλη σχέση με την παράδοση, τη σχέση που αναπτύσσονταν στον ατομικό στροβιλισμό και όχι στους υποχρεωτικούς μαιάνδρους της συλλογικής μοίρας, όπου οι χορευτές είναι περιορισμένοι από τις χειραψίες τους να περιστρέφονται στα ίδια και τα ίδια βήματα.

Στον ώμο του χορευτή, καθώς ξετυλίγονταν μέσα στους στίχους και τα βήματα του ζεϊμπέκικου χορού οι αντιφάσεις της μεταπολίτευσης, εκείνη τη ζεστή καλοκαιρινή βραδιά, καθόταν ζαλισμένος ένας τζίτζικας. Ήταν σαν ο χορευτής αυτός να κουβαλούσε στην πλάτη του το έντομο αυτό, που γαντζωμένο ακίνητο ακριβώς κάτω από τη ραφή του πουκαμίσου, αρνούνταν να φύγει, παρά τις στροφές, τις πτήσεις και τα ακροβατικά του χορευτή. Ο ίδιος, σκύβοντας το βλέμμα στο έδαφος, ήταν σα να αποδεχόταν το βάρος αυτού του νωθρού κουφαριού, σα να δεχόταν στωικά την ύπαρξη αυτής της παράδοσης, τις οποίας τις προεκτάσεις δεν γνωρίζουμε, αλλά ωστόσο επικάθεται στον ώμο μας και μας τρομοκρατεί. Μετέφερε το άδειο κουφάρι ενός ιστορικού συμβιβασμού χωρίς λέξεις, μια και το νόημά του γράφτηκε στα σώματα, στις κινήσεις, τις εκφράσεις. Και ενώ αρχικά εμείς, τα παιδιά στο σχολείο, γελάσαμε με την ψυχή μας με το πάθημα αυτού του μάγκα, που εξευτελίστηκε στα μάτια μας από το άκακο εκείνο έντομο, καθώς περνούσε η ώρα πάψαμε να βλέπουμε τους δυο οργανισμούς σαν ξέχωρους. Και τώρα πια στην πίστα χόρευε ένας χορευτής-έντομο, μια νέα δυαδική οντότητα που περιέγραφε τη μοίρα μας με τρόπο στυγνό.

Η μοίρα μας ήταν μια συμβιωτική σχέση με την παράδοση, στην οποία εκείνη απονεκρώνεται και αποστεώνεται, τρεφόμενη από τους χυμούς του νεαρού μας σώματος, και γιγαντώνεται, νεκρή, πέρα από τις φυσικές της αναλογίες, βαραίνοντας τις πλάτες μας με την ακινησία της και την σκονισμένη της απάθεια. Σαν εκείνες τις ξερές από το χρόνο σημαίες που ξεδίπλωναν οι γιαγιάδες μας κάθε 28η, όπως κάτι κεντήματα που έβγαιναν από τη ναφθαλίνη άπαξ, για να στολίσουν το σπίτι στη σημαντική επίσκεψη, και μετά ξανάμπαιναν στον πάτο του συρταριού. Σαν την ηθική της υποχρέωσης που έκανε απαραίτητα τέτοια γεγονότα νεκρανάστασης. Σαν τη σκόνη από κιμωλία που γέμιζε παράνομα φροντιστήρια σε πλυσταριά και ταράτσες. Και μύριζε θάνατο.

 

Αν οι τελευταίες εξελίξεις, μια νέα γενιά, ένας νέος κώδικας, έδειξαν την παροδικότητα του αισθητικού κομματιού της συμβίωσης αυτής, ωστόσο δεν την ακύρωσαν ποτέ. Αν μια νέα γενιά απεμπόλησε και γελοιοποίησε τις πολιτισμικές καταβολές των προηγουμένων, αν χασκογέλασε με τα πενιχρά τους επιτεύγματα και την κομπορρημοσύνη τους, ωστόσο δεν κατάφερε ποτέ να ξεφορτωθεί το κουφάρι αυτό από τις πλάτες της. Εκείνο παραμένει εκεί, όπως πάντοτε παραμένει το νευρωτικό υπόλειμμα εκείνο ανάμεσα στην επιθυμία και την πραγματικότητα, την ατομική δράση και το συλλογικό πεπρωμένο. Αυτός είναι το περίσσευμα, το δόλιο εκείνο περίσσευμα, που επεκτείνεται πέραν του πραγματικού, πέραν του επιθυμητού, πέραν του αναγνωρίσιμου. Ο βίος ολόκληρος, η τέχνη στο σύνολό της, δεν είναι παρά μεθοδεύσεις για τη διαχείριση αυτού του περισσεύματος. Ενός περισσεύματος που αρχικά φαντάζει σαν εκτόξευση της επιθυμίας, όλα εκείνα τα ουτοπικά όνειρα μιας γενιάς, όπως αυτά εγγράφονται σε ένα φαντασιακό εμείς. Και όλοι εκείνοι και εκείνες που με τα χέρια σηκωμένα χαιρετάνε το φάντασμα αυτό σαν το λυτρωτή τους από τη βάσανο της περατότητας, δε γνωρίζουν πως η αθανασία κοστίζει ένα ακόμα πιο φριχτό τίμημα, την απ-άνθρωπη διάσταση του σμήνους. Θνησιγενές περίβλημα των ανθρώπινων ονείρων, το μεταφέρουμε στους ώμους σαν κουφάρι γιατί αρνούμαστε να δεχτούμε πως κάποτε το πιστέψαμε με πάθος, χωρίς ντροπή, χωρίς ειρωνεία, χωρίς υστεροβουλία. Και κείνο δεν οδηγούσε πουθενά, σε καμία λύτρωση, παρά υπήρχε μονάχα με τον τρόπο ενός εντόμου, υπάρχοντας για να υπάρχει.

Το έντομο, λοιπόν, κέντρο του πολιτισμού μας, που όπως κάθε πολιτισμός δεν είναι μονάχα ένα σύστημα διαχείρισης της ζωής, μα και μια παραμυθία ενάντια στο θάνατο. Μας υπενθυμίζει πως παρά τη φροντίδα του εαυτού που υπαγορεύει η σύγχρονη υποκειμενικότητα, τα ανθρώπινα έργα είναι εξίσου ασήμαντα με τα έργα μιας πέτρας. Μπροστά στον ολοκληρωτικό θάνατο του υποκειμένου, η επιβίωση του σμήνους, του είδους ολόκληρου, φαντάζει σαν μια γραμμή φυγής από ένα φρικτό ατομικό πεπρωμένο σε μια εξίσου φρικτή συλλογική μοίρα. Μας θυμίζει όμως και πως ο φόβος αυτός είναι η μονάδα ισχύος τόσο των απολυταρχικών όσο και των ουτοπικών καθεστώτων, η αρχή κάθε νεκροπολιτικής. Όπως η ύπαρξη που πετιέται έξαφνα στα πλακάκια του μπάνιου κάποιο καλοκαιρινό βράδυ και κάνει τη ραχοκοκαλιά μας να φρικιάζει, έτσι και το έντομο, πέρα από σύμβολο του απόλυτου ελέγχου που ασκεί η λογική του θύματος πάνω στην ζωή μας, αποτελεί και μια εισβολή του πραγματικού που δείχνει πως η οργάνωση των επιθυμιών μας δεν περνά μονάχα μέσα από το συλλογικό είναι, αλλά και μέσα από τυχαία βίαια γεγονότα, μικρές επιφάνειες, στενά περάσματα, γωνίες και κατώφλια. Δεν γνωρίζουμε τι μπορεί να κάνει ένα σώμα. Δεν γνωρίζουμε, στ’ αλήθεια, τι μπορεί να κάνει ένα έντομο.

Συμεών Βάταλος, χειμώνας του 2012.

με θερμές ευχαριστίες στην Ιωάννα Σπανάκη για την άδειά της να χρησιμοποιήσω τα έργα της

2 Responses to “Το Νωθρό Κουφάρι”

  1. εξαιρετικό…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: