Κάποια ερωτήματα για την πολιτική και τη βία

Ιδού μια μετάφραση από ένα μικρό κείμενο του Etienne Balibar που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση assemblage (Νο. 20) το 1993. Επειδή ζούμε σε έναν μυστήρια φετιχιστικό κόσμο, είναι δυνατόν για ένα διανοούμενο όπως τον Balibar να γράφει σε μια επιθεώρηση που κοστίζει 60 ντάλαρς το τεύχος, απευθυνόμενος ένας θεός ξέρει σε ποιόν, γράφοντας για την εναντιωτική βία που, όπως ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά, μπορεί να εφευρεθεί μόνο από τα κινήματα, ή μάλλον μέσα σε αυτά. Αν ίσως ο κόσμος αυτός μας επιφυλάσσει ακόμα κάποιες εκπλήξεις, είναι δυνατόν στο εγγύς μέλλον να βρεθούμε σε μια τέτοια θέση, πέρα από συμφραζόμενα που θα μας επιτρέπουν να συζητάμε τη βία με ηθικά απόλυτους όρους. Μόνο που εκείνες οι νέες καταστάσεις θα διατρέχονται σίγουρα από δυνάμεις απεδαφικοποιητικές και θα μας υποχρεώνουν να υπάρχουμε μονάχα σαν νομαδικές μηχανές. Επειδή ζούμε σε ένα μυστήρια φετιχιστικό κόσμο, μας επιτρεπόταν ως τώρα να φανταζόμαστε τις μικρές μας ορδές σαν τέτοιες μηχανές. Υποψιάζομαι όμως οτι η γενικευμένη κατάσταση εξαίρεσης που έχουμε προστά μας θα καταρρίψει τέτοιες φαντασιωτικές θεσμίσεις και θα μας φέρει πίσω στο βασίλειο της ανάγκης: μιας κατάστασης, δηλαδή, στην οποία η μόνη θεσμίζουσα συνιστώσα ενός κοινού που μας απομένει, είναι η εναντιωτική αυτή βία. Αλλά περισσότερα για τη στιγμή αυτή μετά την παρέλευσή της.

“Ο Ντεριντά κάποτε έγραψε πως “η μη-βία είναι κατά κάποιο τρόπο η χειρότερη μορφή βίας”. Δεν είπε πως είναι ισοδύναμες, είπε “κατά κάποιο τρόπο”, που σημαίνει επίσης: σε κάποιες καταστάσεις. Αλλά τότε, μπορεί να αποβεί χειρότερη και πιο βίαιη από την ανοιχτή ή τη βάναυση βία την ίδια. Συμφωνώ με την ιδέα αυτή, η οποία δε μου φαίνεται να μας επιστρέφει σε μια πεσιμιστική άποψη περί ανθρώπινης φύσης, αλλά μας προειδοποιεί ενάντια στην ψευδαίσθηση πως υπάρχουν απόλυτες διέξοδοι από τη συνθήκη της βίας, ή απόλυτοι τρόποι να την ελέγξουμε. Το ερώτημα γίνεται, λοιπόν: πως μπορεί κανείς να τα βγάλει πέρα με τη βία στις διάφορες μορφές της, πως να επιλέξει ανάμεσα σε αυτές και να τις αντιμετωπίσει.

Θέλω να αντιμετωπίσω το ερώτημα αυτό με τις εμπειρίες και τους λόγους της πολιτικής. Φαίνεται πως η βία, όποια μορφή και να έχει, “ιδιωτική” ή “δημόσια”, “οικογενειακή” ή “παγκόσμια”, έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό που να αποσταθεροποιεί αυτή καθαυτή την ιδέα της πολιτικής, εφόσον η ιδέα αυτή πάντοτε σχετιζόταν με ένα ξεπέρασμα (Aufhebung) της βίας. Έτσι είπε ο Χόμπς και ο Καντ: “πρέπει να βρούμε μια οδό διαφυγής από αυτή” (είτε αυτή η οδός λέγεται Εξουσία, Νόμος, ή Πολιτισμός). Φαίνεται πως το διφορούμενο της βίας (όχι μοναχά η δυσκολία να αναγνωρίζουμε θύματα και καταπιεστές, αλλά η δυσκολία να διαχωρίσουμε τις θετικές και τις αρνητικές πλευρές της βίας) έχει φτάσει ένα τέτοιο βαθμό που οι παραδοσιακές αρνήσεις της βίας (αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε στρατηγική της μη-βίας και στρατηγική της αντι-βίας) έχουν χάσει τις αναφορές που χρειάζονται για να είναι πολιτικές στρατηγικές με κάποιο νόημα (κάποιοι θα λέγαν: “ορθολογικό” νόημα).

Αλλά ήταν άραγε ποτέ ασφαλείς οι στρατηγικές αυτές; Η καθεμιά τους θα μπορούσε να παρουσιαστεί σαν απόλυτη μόνο αποδεικνύοντας πόσο αναποτελεσματική ή/και άδικη ήταν η άλλη. Αυτή η τυπική “αντινομία της πολιτικής” παρουσιαζόταν τόσο στις πολιτικές του κράτους όσο και στις πολιτικές της επανάστασης. Και στις δυο περιπτώσεις κορυφώθηκε ακριβώς στον ορισμό και τη χρήση μιας “αντινομικής” έννοιας της πολιτικής. Έτσι, ο Λεβιάθαν παρουσιαζόταν ως η συγκέντρωση βίας σε ένα σημείο, έξω από την “κοινωνία” και πάνω από αυτή, το οποίο επωμιζόταν όλο το κακό της κοινωνίας ώστε να απελευθερώσει την κοινωνική ζωή από αυτήν. Με τον ίδιο τρόπο ο επαναστατικός ξεσηκωμός εμφανιζόταν στη φαντασία ως η τελευταία βία, εκείνη που με τη ριζικότητά της καταστρέφει για πάντα τις προϋποθέσεις κάθε βίας.

Οι δομιστικές αναλύσεις των προϋποθέσεων της βίας δεν θα μπορούσαν ποτέ να απελευθερωθούν εντελώς και να μας απελευθερώσουν από αυτά τα ιερά μυστήρια, αν και προσέγγισαν ένα πεπερασμένο όραμα των διασυνδέσεων ανάμεσα στη βία και την πολιτική, το οποίο υποθέτει όχι μόνο την αναγνώριση πως υπάρχουν υλικές συνθήκες στις οποίες επαφίεται η παραγωγή της βίας, και κατά συνέπεια η ανάπτυξη των απελευθερωτικών κινημάτων τα οποία πάντοτε εκκινούσαν από την ίδια την εμπειρία της καταπίεσης, αλλά επίσης υποθέτει πως υπάρχει ένα απόθεμα, ή ένα επιπρόσθετο αποτέλεσμα της βίας πάνω σε αυτές τις συνθήκες. Ο Μαρξ έκανε αυτή την δομιστική ανάλυση για τις οικονομικές προϋποθέσεις της ταξικής βίας. Πιο νωρίς, ο Σπινόζα την εφάρμοσε στις ιδεολογικές προϋποθέσεις της συμβολικής βίας (η οποία, παρεμπιπτόντως, είναι το διακύβευμα σε εθνοτικο-θρησκευτικές διαμάχες). Αν και κανείς από τους δυο, μου φαίνεται, δεν κατάφερε πραγματικά να περιγράψει τα “υπερκαθορισμένα αποτελέσματα” της οικονομίας και της ιδεολογίας, τα οποία βρίσκονται στην καρδιά του απρόβλεπτου της της βίας και του φαινομενικού παραλογισμού της από μια πολιτική σκοπιά, και οι δυο μπορούν να συνεισφέρουν στην ανάδυση μιας υποτιθέμενης τρίτης στρατηγικής (ή τρίτης “άρνησης”), την οποία θα την αποκαλούσα εναντιωτική βία, δηλαδή το σύνολο των στρατηγικών που γίνονται απαραίτητες όταν φαίνεται πως το “πολιτικό κράτος” έχει γίνει πιο βίαιο από κάθε “φυσική κατάσταση”.

Αυτό φαίνεται να είναι επιπρόσθετα απαραίτητο να το σκεφτούμε σε μια εποχή που η βία των θεσμών, η προληπτική καταστολή, και ο κύκλος των ανθρωπιστικών και στρατιωτικών παρεμβάσεων έχει φτάσει σε ένα πρωτοφανές σημείο.”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: