κάποια ολίγ’ απού γνωρίζω δι’ αυτόν

Τις προάλλαις, καθώς επεριπάτουν παρά τη κεντρική αγορά, εβρέθηκα εμπρός σε ένα παράξενο θέαμα. ήταν απόγευμα, όψιμο συννεφιασμένο απόγευμα του θέρους και ανερχόμην έναν από τους παραδρόμους της αγοράς. Εις κάποιον ύψος κοντινό προς την κυρίως κίνηση της αγοράς, όπου οι φωναίς και οι κοπετοί των κλάξων αναπέπτοντο, δυό σοβαροί κύριοι εκουβέντιαζαν στην πόρτα ενός καταστήματος, όμοια νερουλάδες που ρύθμιζαν το πότισμα σε κείνον τον παραπόταμο του καπιταλισμού. Ελοξοδρόμησα για να μην τους δώκω την εντύπωσι πως εκρυφάκουγα. Η σοβαρότητα της κατασκοπείας, άλλωστε, ποτέ δεν εξαρτάται από το περιεχόμενο του μυστικού, μα από τη θέλησι του ωτακουστού.

Η τεθλασμένη πορεία που ακολούθησα με έφερε εμπρός σε ακούσιο βωμό τινά: ΚΑΦΑΟ ευγενώς τοποθετημένο εντός κόγχης του πεζοδρομίου, βαμμένο βαθύ πράσινο και γκρι. Επί του προχείρου αυτού βωμού, εστέκετο έν νεκρό σπουργίτι *είναι ενδιαφέρον πως εντός της πόλης άπαντα τα μικρότερα περιστεριού πτηνά μεταμορφώνονται σε σπουργίτια/και οι λέξεις σε αυταπόδεικτα* ένα σπουργίτι, λοιπόν, νεκρό. Πλαισιωνόταν δε εκατέρωθεν από ένα μακρόστενο, μικρό χαρτονένιο κουτί, χρώματος ανοικτού πρασίνου, το οποίο κάποτε ευχαρίστως εστέγαζε βουτήματα, και ένα μικρό πλαστικό μπουκάλι γεμάτο νερό, ατόφιο.

Εστάθηκα άναυδος μπροστά στη νεκρά τούτη φύσι, που κάποιο χέρι είχε ακουσίως τοποθετήσει εντός της κόγχης. Καθώς αναγκάστηκα να προσπεράσω, αισθανόμενος την κάψα από τα βλέμματα των δύο σοβαρών κυρίων, ωσάν η έλξις μου προς την τυχαία τούτη διαρρύθμιση του θανάτου να προσομοίαζε ηδονοβλεψία, εστοχάστηκα περί της μορφής. Της διάταξεως δηλ. στο χώρο άσχετων μεταξύ των στοιχείων ώστε να αποτελέσουν είδος τι αισθητικής συνθέσεως. Τέτοιες ευκαιρίες υπάρχουν ως αν ηθελημένες υπενθυμίσεις της παρακμής, ένα memento mori στην καρδιά της πόλης, ενός συστήματος δηλ. που προσπαθεί να εκμηδενίσει το αισθητικό εφφέ του θανάτου. Όποιος τριγυρνά στις ποταμιές, αντιλαμβάνεται σύντομα πως το ειδυλλιακό τοπίο των φαντασιώσεών μας δεν είναι παρά σαπρότης και παρακμή.

[…] Οι πέτρες του ποταμού δεν είναι ποτέ καθαρές και στρόγγυλες, παρά απαίσια γλυστερές, οι ευωδίες του απογεύματος δεν είναι παρά δυσωδία βλαστών που αποσυντίθονται, και φρούτων, και νεκρών ζώων κάθε μεγέθους, η ατμόσφαιρα δεν είναι παρά διέλευσις εκατομμυρίων όντων που μοναδικό σκοπό ύπαρξης έχουν την κατανάλωση άλλων παρόμοιων. Ομοίως και στους παραποτάμους της καθημερινής τύρβης, η παρακμή και η δυσωδία εκτρέπονται πίσω από νόστιμες κρούστες.

 

Επί του εδάφους τούτου αγωνίζεται ο αέναος παφλασμός της ζωής, η οποία φύεται με την κόπρο του θανάτου. Τα σήποντα στοιχεία της ζωής και οι μορφές που επινοούμε για να τα εξωραΐσουμε αποτελούν τη θριαμβευτική επάνοδο εν τη πόλει των στιγμών εκείνων που μας υπενθυμίζουν τη ματαιότητα των ανθρώπινων μόχθων περί τα μέλλοντα. Ως αν σκιά σάρκινη που φευγαλέα κρύπτεται πίσω από θυρόφυλλο, ως αν κατσαρίδα που αιφνίδια εκτοξεύεται εις το παρκέ, ως όνομα που παρακρούεται ανάμεσα ύπνου και ξυπνού, ο σελαγισμός της απροβλέπτου ζωής αναταράσσει τον αμφιβληστροειδή της οριωμένης μας ύπαρξης. Και θέτει ξανά το ερώτημα: che vuoi?

 

***

 

ήταν μια ανακάλυψη, ένα εφεύρημα. Θα’ λεγες πως δεν υπήρχε πρωτύτερα, μα, πως είναι δυνατόν να μην υπάρχει μια σκέψη; να αναδύεται μονάχη της; όλες οι σκέψεις είναι αναμνήσεις. Ήταν όμως μια σκέψη μονάχη, αλήτρα, εκείνη που μπήκε στο κεφάλι μου. Ανέβαινα όπως κάθε μέρα τα απότομα σκαλιά για να συναντήσω τον κυρ Τάσο, το φίλο μου. Ήμουν κάπου τεσσάρων και ήταν νεκρός. Το ανακάλυψα σταδιακά, δε μου έκανε εντύπωση το καπάκι του φέρετρου έξω από την πόρτα του, ήταν ένα απλό ξύλινο κατασκεύασμα. Θα γινόταν μια φυλακή. Ανέβηκα στον όροφο όπου άρχισα να αντιλαμβάνομαι πως κάτι συμβαίνει. Αντί την συνήθη ησυχία, μια συμφωνία από οιμωγές και αναφιλητά. Προχώρησα ακροποδητί, κοιτάζοντας λοξά, μετρώντας την κατάσταση. Στο μικρό χωλάκι κανείς. Τρύπωσα στο σαλόνι. Εκεί, πάνω στο καλό τραπέζι, σκεπασμένο όπως πάντα με ένα βαρύ βελούδινο άλικο τραπεζομάντηλο, ντυμένος με γυαλισμένο ξύλο, άσπρος και άψυχος, κείτονταν ο φίλος μου. Εκείνη τη στιγμή, με εντόπισαν οι γυναίκες. Η απορία μετατράπηκε σε ντροπή. Οι φωνές πολλαπλασιάστηκαν, με έπιασαν και με σήκωσαν για να δω καλύτερα. Με ρωτούσαν πως αισθάνομαι. Δεν ήξερα πως έπρεπε να ντύσω τις σκέψεις, για συναισθήματα ούτε λόγος. Δεν είχα ακόμα εκπαιδευτεί σε κάτι τέτοιο. Ξεγλύστρησα από τα νύχια τους και τα αναφιλητά τους και κατρακύλησα τη σκάλα σα δαιμονισμένος. Περισσότερο απ’ όλα μου έκανε εντύπωση το κουτί. Η κάσα. Μου φάνηκε πολύ πολύ στενή, σα να τον έσφιγγε, σα να του ήταν ένα νούμερο μικρότερη. Τι τρόπος να φέρεσαι σε ένα αγαπημένο άνθρωπο. Για καιρό δε μπορούσα να κοιμηθώ το βράδυ, με έσφιγγε στο λαιμό ένα κλειστοφοβικό αίσθημα. Σηκωνόμουν και έπινα ένα ποτήρι νερό. Έτσι μου πέρναγε. Τόσο απλά.

 

***

 

Τον ξανασυνάντησα σε ένα διπλανό σπίτι. Ήταν εκεί με τον τρόπο που υπάρχει μια τρύπα, ένα κενό. Σαν κόπασαν τα κύματα ανθρώπων που ήρθαν από υποχρέωση για το ξόδι, σαν έπαψαν τα κουτσομπολιά, σαν οι μοιρολογήτρες ξεκουρντίστηκαν σα παιδικά παιχνίδια, έμεινε μόνος στη μεγάλη σάλα. Και τότε τον είδαν. Καθισμένος δίπλα στην κάσα του πατέρα του, έτρωγε με στωικότητα μια πάστα σοκολατίνα από το “Κορονάδο”. Σχολιάστηκε τόσο που θα μείνει για πάντα στα χρονικά της γειτονιάς. Ήξερα όμως πως κάτι είχε δει. Είχα πάει και ‘γω στο Κορονάδο με τον παππού μου, μετά τις βόλτες στην πλατεία, ήταν θεσμός να με κερνά μια πάστα. Ήταν ένα ζαχαροπλαστείο σα νεκρικός προθάλαμος. Γυμνό και σκοτεινό, με καθίσματα από περασμένες δεκαετίες. Στο βάθος, η βιτρίνα με τις πάστες φωσφόριζε σαν υπόσχεση ευδαιμονίας. Τη φύλαγε παχύς κέρβερος ντυμένος στα λευκά, με μουστάκι, ελαφρά ιδρωμένος, οχυρωμένος πίσω από το μαρμάρινο πάγκο. Έβαζε τον οβολό σου στο στόμα να δει αν ήταν τσουρούτικος. Τα πράγματα ήταν σοβαρά. Τρώγαμε τη σοκολατίνα μας αμίλητοι και βγαίναμε ξανά στον ήλιο. Ήταν μια γλύκα περίεργη, μια αναστολή: όχι ακόμα, όχι, μα όπου να ‘ναι.

 

***

 

Ή εκείνη, η άλλη, η μόνη. Μονάχη στο σπίτι, παρέα με το ανοιχτό φέρετρο, παραδομένη στη μοναξιά, που ήταν επιστέγασμα ζωής. Βραβείο. Ο ψυχοπομπός είχε έλθει και παρέλθει, τώρα ήταν πλέον θέμα κάποιου επαγγελματία. Όλα θα πήγαιναν ρολόι. Δεν είχε τίποτα να ανησυχεί. Ήταν μητέρα της. Μάνα. Ξεκουράστηκε. Κλείδωσε την πόρτα και άνοιξε την τηλεόραση για παρέα. Η γριά προτού πεθάνει νόμιζε πως έβλεπε την παναγία να βγαίνει από το ραδιόφωνο. Πως ξεφεύγουν έτσι τα ανθρώπινα και γίνονται πνεύματα που κυκλοφορούν ελεύθερα στις συχνότητες; Το ίδιο βράδυ πέθανε και ένας άρχοντας της χώρας. Η οθόνη έδειχνε τα πλήθη κόσμου που μαζευόταν σιγά σιγά, είτε για να προσκυνήσουν τη σωρό, είτε για να βεβαιωθούν ότι πέθανε οριστικά και αμετάκλητα. Η μοναξιά της λιγόστεψε. Όλοι εκείνοι οι άγνωστοι, τι να ζητούσαν; όλα κείνα τα άδεια πρόσωπα, ήταν μια παρηγοριά. Μα γρήγορα η ησυχία γύρω της βάθυνε, οι ώρες πέρασαν και ερχόταν πρωί.

 

***

 

Και μη νομίσετε ότι ξέρω πολλά ακόμα να πω για αυτόν. Η απλότητα είναι το κλειδί. Ούτε στωικότητα, ούτε παράδοση στην ειμαρμένη. Μα είναι φτιαγμένος από τα πιο απλά υλικά. Είναι μια φωλιά από σφήγκες στη θέση της καρδιάς. Ένα περίστροφο στο συρτάρι. Μια ανάσα. Μια περιστροφή της γης. Είναι εδώ, τώρα και ποτέ. Και πάντα. Κάθε στιγμή που περνά, με κόβει στα δυο.

 

2 Responses to “κάποια ολίγ’ απού γνωρίζω δι’ αυτόν”

  1. Καλησπέρα, πραγματικά από τα ωραιότερα κείμενα που διάβασα τον τελευταίο καιρό. Μήπως γίνεται να μου πείτε το όνομα του συγγραφέα και αν έχει εκδώσει τίποτα; Ευχαριστώ (yannissideris@gmail.com)

    • simeonvatalos Says:

      Καλημέρα, συγγνώμη για την καθυστέρηση, ο συγγραφέας είναι ο Συμεών Βάταλος και έχει εκδώσει ένα (μικρό) βιβλίο που λέγεται Σπιναλόνγκα, στις εκδόσεις ΟΥΑΠΙΤΙ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: