Όνειρο

Στα μέσα του Γενάρη ο μικρός που τον πρόσεχε έκανε αιμόπτυση. Του έβραζε φασκομηλιά, φαΐ δεν είχαν παρά λιγοστό. Το Μάρτη πέθανε. Βγήκε με το φτυάρι και του άνοιξε μια γούβα στο χιόνι. Τον έσυρε από τα ρούχα και τον ξάπλωσε με τα πόδια λίγο ανοιχτά, σαν του σαρλό. Τον κοίταξε λίγο μα δεν του ήρθε τίποτε. Έριξε χιόνι με τα χέρια. Κίνησε να κατεβεί στο χωριό να βρει τον παπά. Πιο πολύ για να το πει σε κάποιον. Είχε καιρό να δει άλλον άνθρωπο εξόν του μικρού. Περπατώντας στο χιόνι με τα πόδια του δεμένα με κουρέλια, πρησμένα, μπήκε καμιά φορά στο χωριό. Χτύπησε στου παπά. Του άνοιξε κείνος. Τον κοίταξε μια φορά πάνου-κάτου με σιχασιά. Μετά τα καθέκαστα, πήρε να χαϊδεύει τη γενειάδα του. Φαινόταν να το σκέβεται. Την άνοιξη να δούμε, είπε. Και έκλεισε την πόρτα. Την τελευταία στιγμή του φάνηκε πως δίστασε, έτσι του φάνηκε. Μα ήταν για να βάλει το μάνταλο. Πήγε στην αστυνομία, ήταν κλειστά. Ο αστυνόμος ήταν στο ντουκιάνι με τον πάρεδρο και άλλους λίγους. Μπήκε από την αχνιστή πόρτα. Έγινε ησυχία. Έσταζε το παντελόνι του στο τσιμεντένιο δάπεδο. Χωρίς να το κουνήσει από την πόρτα, είπε τα καθέκαστα. Ο αστυνόμος ανασηκώθηκε λίγο από την καρέκλα και ξανακάθισε. Τον κοίταξε χωρίς μιλιά. Είχε μουστάκι, κίτρινο από τη μια μεριά μόνο. Οι υπόλοιποι τηράγαν πίσω, τις φωτογραφίες του βασιλιά πάνω από το τεγιάκι. Ήταν φωτογραφίες που τον έδειχναν νέο, με τη μεγάλη του στολή. Έμοιαζε λίγο με το μικρό. Κάτι στα χείλη, το χαμόγελο αυτό. Και ο τρόπος που το κεφάλι γύριζε ανεξάρτητο από τα μάτια. Έμεινε για λίγο ακίνητος και μετά βγήκε πισωπατώντας. Στάθηκε προσοχή μπροστά στην κλειστή πόρτα, μέχρι που τα τζάμια της ξαναθόλωσαν και δεν έβλεπε πια τίποτα. Ύστερα, έφυγε. Γύρισε στην καλύβα με δυσκολία. Ήταν πολύ ακόμα το χιόνι και είχε παγώσει τόπους – τόπους. Έμασε κάτι λιανόξυλα για τη φωτιά. Καθώς περνούσε, το μάτι του τον τράβαγε προς τα που ήτανε θαμμένος ο μικρός. Μα δε γύρισε να κοιτάξει.

Σαν πήραν να λιώνουν τα χιόνια, άνοιξε άλλο λάκκο στο ξέφωτο. Τον παράχωσε με πέτρες για να μην τον πάρουν τα σκυλιά. Ύστερα τον ξέχασε. Ήταν πολύ αργότερα, το καλοκαίρι, που ήρθε ο Γερμανός. Τον είδε μια μέρα να κάθεται στη νοτική πλευρά του λόγγου. Ήταν ντυμένος σαν παιδί, με παντελόνι τριών τετάρτων. Του έκαναν εντύπωση οι κάλτσες του, πλεχτές με χοντρό μαλλί μέσα στην αρβύλα. Καλή αρβύλα, στρατιωτική. Εκείνος ήταν πια σχεδόν ξυπόλυτος. Τον παρακολούθησε από τη βρυσούλα. Σηκωνόταν, περπατούσε λίγο σα να σκέβονταν. Μετά, ξανά κάτου, με ένα τετράδιο στο χέρι. Κάπου έσκυβε και σήκωνε κάτι, το ξανάφηνε. Τήραγε τις κορυφές ένα γύρο, σα να περίμενε κάποιον. Ήρθε και την άλλη μέρα, και την άλλη. Κάποιες φορές έβγανε και φόραε κάτι ματογυάλια. Του έδιναν μια όψη αλλιώτικη. Με το ψαρό του μούσι έμοιαζε λόγιος. Αποφάσισε να του μιλήσει.

Πλησίασε μια μέρα εκεί που καθόταν και τον καλημέρισε. Εκείνος δεν έμοιαζε να φοβήθηκε, ή να έπαθε καμιά έκπληξη ας πούμε. Τον ρώτησε από πού ήταν. Γερμανός. Και τι ζητούσε; Εκείνος άρχισε μια ιστορία για κάποιο ναό που ήταν άλλοτε στην περιοχή. Πολύ παλιά όμως. Χωρίς λόγο, θυμήθηκε το μούσι του παπά πίσω από την πόρτα. Είχε δει καμιά επιγραφή, καμιά μεγάλη πέτρα; Απάντησε όχι. Ήταν αρχαιολόγος ώστε; Εκείνος γέλασε σα να το καταδιασκέδαζε. Όχι, ήταν ταξιδιώτης. Διάβαζε όμως αρχαία ελληνικά από το πανεπιστήμιο, και οι συγγραφείς έλεγαν πως εδώ υπήρχε κάποτε μια ξακουστή πολιτεία. Τη γνώριζε; Όχι. Ώστε είχε πάει και στο πανεπιστήμιο. Πλούσιος φαινόταν τούτος εδώ. Πολιτεία στα μέρη αυτά. Ποιος το φανταζόταν. Κοίταξε γύρω του. Μόνο πέτρες και πουρνάρια.

Εκείνο βράδυ τον θυμήθηκε ξανά το όνειρο, μόνο πιο έντονο. Ήταν δυο σε ένα δωμάτιο. Τα πρόσωπά τους δεν τα ξεκαθάριζε. Μόνο ο ένας φαινόταν καλοντυμένος, σοβαρός. Ο άλλος κουρελής. Ο σοβαρός κάπνιζε ορθός. Ο κουρελής καθόταν με το κεφάλι στα χέρια. Το δωμάτιο είχε μοναχά μια πόρτα. Μια λάμπα γυμνή από το ταβάνι. Καθόλου παράθυρα. Μόνο τσιμέντο, άβαφτο. Ξάφνου, ο κουρελής άρχιζε να ματώνει. Να ματώνει και να ματώνει. Και δώστου το αίμα να τρέχει στο τσιμέντο, όπως λιώνει το χιόνι και γεμίζει τη ρεματιά. Τα πόδια τους μέχρι τον αστράγαλο στο αίμα. Και συνέχεια να ανεβαίνει η στάθμη μέσα στο δωμάτιο. Ο σοβαρός ακόμα να καπνίζει, ατάραχος. Και το αίμα να ανεβαίνει. Να ανεβαίνει και να ανεβαίνει, και ο σοβαρός όλο να καπνίζει. Μέχρι που έφτανε ως τα μάτια του, έμπαινε στη μύτη του, τον έκρουβε. Εκεί πάντα ξυπνούσε, πνιγμένος.

Σηκώθηκε βήχοντας να βάλει ξύλα στην παραστιά. Όπως έκανε να γυρίσει το κεφάλι, τον έκοψε ένας πόνος στην πλάτη. Έκατσε λίγο με την πλάτη στη φωτιά. Κάπως ηρέμησε. Άκουσε μια φωνή απ’ έξω. Βγήκε στην πόρτα, ήταν ο Γερμανός. Του έγνεψε χαμογελώντας χαρούμενα. Εκείνος έκανε λίγο πίσω να περάσει μέσα στην καλύβα. Τράβηξε ένα ξύλινο κάθισμα κάτω από το τραπέζι. Ο Γερμανός έκατσε λίγο μακριά από τη φωτιά. Δεν είχε τίποτα να τον φιλέψει. Να του έφτιαχνε μια φασκομηλιά; Είχε και ξεροκόμματο. Ο Γερμανός έβγαλε μια πλάκα σοκολάτα. Του την έδωσε. Εκείνος την έκανε μια χαψιά. Ήταν καλή σοκολάτα, μαύρη. Έβγαλε και ένα μισαδάκι, το άναψε. Πήρε τζούρα, ήπιε και φασκομηλιά. Συνήλθε. Ο Γερμανός τον κοίταζε χαμογελώντας. Κάποια στιγμή, του μίλησε.

-Ξέρεις που είναι το πηγάδι του αράπη; Τον αρώτησε
-Τι το θες, δεν έχει νερό, του απάντησε εκείνος
-Θα με πας μέχρις εκεί;
Το ήξερε το πηγάδι. Ήταν ξερό από καιρό, νερό ούτε στάλα. Ένα-δυό χρόνια πριν, γέμισε με τις βροχές. Έπιναν οι βοσκοί και οι λοτόμοι. Μια μέρα βρήκαν μια κατσίκα μέσα, τούμπανο. Χάλασε το νερό και δεν του ξαναγγίξανε.
-Καταραμένο μέρος, του είπε. Εκείνος γέλασε. Με τα μικρά του άσπρα δόντια γέλασε.
-Πάμε, του είπε και σηκώθηκε. Βγήκαν. Από δω είναι. Έδειξε προς τη βίγλια. Είναι κάμποσος δρόμος.
-Αντέχω, είπε ο Γερμανός και πήραν να ανεβαίνουν.
Στη μέση της διαδρομής σταθήκαν. Έβγαλε τσιγάρο. Είχε και μια βρύση, ήπιαν.
-Ήσουνα εδώ στον πόλεμο;
Ο Γερμανός έβαλε τα χέρια στη μέση. Είπε:
-Ναι.
-Εμένα με θυμάσαι;
-Όχι, δε μου θυμίζεις κάτι.
-Με ποιους ήσουν;
Εκείνος πάλι γέλασε με τα μικρά του άσπρα δόντια.
-Τι ερώτηση! Μα με εμάς φυσικά.
Σα να μετάνιωσε αμέσως. Σοβάρεψε. Κάτι σκέφτηκε, έτσι φάνηκε. Σηκώθηκε. Πήραν πάλι να ανεβαίνουν. Το σώμα του πονούσε. Του ξαναμίλησε.
-Αυτό που με ρώτησες, γιατί μου το ρώτησες;
-Θέλω να με βοηθήσεις
Δεν τον κοίταξε, συνέχιζαν να ανεβαίνουν.
-Να με βοηθήσεις να θυμηθώ. Δεν θυμάμαι ποιος είμαι. Δεν θυμάμαι τι κάνω εδώ. Γιατί είμαι εδώ.
-Ρώτα τους χωριανούς
-Δε μπορώ
Πάλι έγινε σιωπή και ακουγόταν μόνο οι ανάσες τους.
-Δε μου μιλάνε. Είπε, σχεδόν με παράπονο.
-Κάτι θα τους έχεις κάνει.
-Έτσι το λέω και ‘γω. Τον κοίταξε με σταθερό βλέμμα, ώρα πολλή. Το ψαρό του μούσι έπαιζε σαν του τράγου. Τα δόντια του γυαλίζανε μες το λαχανιασμένο του στόμα.
-Δε θυμάσαι τίποτα;
-Βλέπω ένα όνειρο. Του είπε. Όπως τα έλεγε του σηκωνόταν η τρίχα στην πλάτη. Ο Γερμανός έμεινε ατάραχος. Μετά που τέλειωσε έγινε πάλι σιωπή. Δεν τον κοίταζε. Πέρασε ένα κοτσύφι και άφησε τη λαλιά του.
-Ξέρω πως έγινε στον πόλεμο, μα, άρχισε εκείνος πάλι. Ποιος από τους δυο είμαι; Και γιατί βρίσκομαι εδώ; Γιατί δε μου μιλά κανείς;
Ο Γερμανός χαμογέλασε με τα μικρά του άσπρα δόντια.
-Δεν μπορώ να σε βοηθήσω, είπε. Δε σε έχω ξαναδεί. Αλήθεια. Έτριβε τα χέρια του.
-Μπορείς. Επέμεινε κείνος.
-Μα πως; Αγανάκτησε στα αστεία.
-Να πας να ρωτήσεις στο χωριό.
Φάνηκε πως δεν του άρεσε η ιδέα. Άλλαξε χαβά.
-Και να θυμηθείς, τι θα αλλάξει; Τι να το κάνεις;
-Δεν ξέρω, δίστασε εκείνος. Πράγματι, δεν το είχε σκεφτεί έτσι. Μήπως δεν ήταν και καλά εδώ; Κι αν μάθαινε, τι θα σήμαινε; Ίσως και σταμάταε το όνειρο. Και μετά; Μετά τι θα γινόταν χωρίς δαύτο; Δεν είχε τίποτε άλλο να σκέβεται. Τίποτε να κάνει. Μόνο σιωπή.
-Ίσως… ξεκίνησε.
-Μήπως σου χρωστάει κανείς λεφτά; Είπε ο Γερμανός και σηκώθηκε λίγο απότομα. Είχε ξαναβρεί το κέφι του. Σε συμβουλεύω να συνεχίσεις να μη θυμάσαι. Και εμείς ξεχάσαμε. Πάει πιά, έφυγε. Ζούμε πιο καλά έτσι. Οι αναμνήσεις μας, ήταν δύσκολες. Ούτε στα παιδιά μας λέμε τίποτα. Και όταν πεθάνουμε, θα μας ξεχάσουν και αυτά. Πούφ!
Έτσι το είπε: πούφ! Και έκανε και μια μικρή κίνηση, λίγο αστεία. Έπεσε η στάχτη από το τσιγάρο του και άφησε ένα μικρό σύννεφο καπνό.
Εκείνος το σκέφτηκε λίγο. Και μετά έκανε, λίγο απότομα:
-Και τότε, γιατί γύρισες; για δεν πας σπίτι σου να μας αφήσεις στην ησυχία μας;
Ο Γερμανός τα έχασε. Δεν είπε τίποτα. Κοκκίνισε μόνο. Γύρισε να φύγει χωρίς κουβέντα. Έκανε δέκα βήματα και στράφηκε. Ήταν ορθός και σφιγμένος. Είχε λίγο ιδρώτα στο μέτωπο.
-Μιλάς πολύ καλά τα γερμανικά, είπε και ξανάστρεψε να φύγει. Εκείνος του ρίχτηκε, αλαφιασμένος. Πως μίλαε τόσην ώρα γερμανικά, δεν το είχε νιώσει. Σα να’ταν μητρική του η γλώσσα, τόσο είχε ξεχάσει να μιλά που δεν ξεχώριζε πια. Τον έπιασε από το λαιμό και μπλέχτηκαν όλα, σάλια, τρίχες, νύχια, βόγγοι σε ένα κουβάρι. Τα μάτια του είχαν πεταχτεί από τις κόγχες, με τα χέρια προσπαθούσε να του ανοίξει τη λαβή. Τον άφησε να πέσει χάμω, βαριανασαίνοντας. Ύστερα, το έβαλε στα πόδια.

Είχε περάσει λίγος καιρός που δεν τον είχε ματαδεί στα μέρη εκείνα, λες και άνοιξε η γη να τον καταπιεί. Σαν φάνηκε πως έπιανε ξανά χειμώνας, αποφάσισε να πάει να δει τον μικρό. Κάποιος είχε σκορπίσει δω και κει τις πέτρες και τα αγρίμια τον είχαν ξεθάψει. Του γύρισε το στομάχι. Κάθησε πιο πέρα ώσπου να συνηθίσει. Μετά τον ξανάχωσε.

Το ίδιο βράδυ, ξανάδε το όνειρο. Μόνο που στη θέση του κουρελή καθόταν ο Γερμανός. Τον άλλον δεν τον γνώριζε. Έβλεπε το πρόσωπό του μα δεν του θύμιζε κανένα. Ήταν πάλι καλοντυμένος. Στην πένα. Το δωμάτιο είχε γεμίσει αίμα, αλλά κείνος δεν ξύπναγε. Τον έπνιγε, έμπαινε στο στόμα του. Τα μάτια του καίγανε. Δεν είχε δύναμη να τα τρίψει. Δεν του έμενε ανάσα. Άκουσε κάτι σαν πυροβολισμό. Χάθηκα, σκέφτηκε. Μετά, τίποτα. Ξανάκουσε τον κρότο, πιο σιγά τώρα. Τα μάτια του πρέπει να ήταν ανοιχτά, μα δεν έβλεπε τίποτα. Κάποιος ήταν στην πόρτα. Χτυπούσε. Άναψε το λύχνο. Πήγε μέχρι εκεί και ρώτησε: ποιος είναι; Μιλιά. Μόνο ξανά χτυπήσαν. Άνοιξε. Ήταν ένα τσοπανόπουλο, κουφόλαλο, το γνώριζε. Ήταν αλαφιασμένο. Του είπε: μπες. Δεν ήθελε. Του έγνεφε έλα. Στάσου να πάρω τη λάμπα. Ανάδευε μια φριχτή μυρωδιά τράγου. Έβαλε μια φανέλα και βγήκε. Το τσοπανόπουλο έτρεχε προς το βουνό, γυρνώντας που και που πίσω να δει αν έρχεται. Το ακολούθησε ώς το λόγγο και μετά το έχασε. Στάθηκε να δει που βρίσκεται. Δεν γνώριζε το μέρος, το φεγγάρι ήταν λειψό. Στα ζερβά του έπιασε μια κίνηση. Ήταν μια μορφή ντυμένη στα άσπρα. Ποιός είναι κει; φώναξε, μα η φωνή σα να μην έβγαινε σωστά. Πνιγόταν.

Η μορφή τον πλησίασε. Ήταν εκείνος, σαν στο όνειρο. Τι θες εσύ εδώ τέτοιαν ώρα; τον ρώτησε. Κάνω μια βόλτα στο φεγγαρόφως, απάντησε, και άρχισε να απαγγέλλει κάποιους στίχους. Ήταν τρελός. Τον κατέλαβε μια κούραση, τα λαγόνια του λύσαν. Εκείνος τον κοίταζε με οίκτο. Είναι αργά για να γυρίσεις σπίτι, του είπε, πέσε εδώ και κοιμήσου, νά, εδώ στο αλώνι. Κοίταξε χάμω και γύρω του απλωνόταν ένας κύκλος από λείες πέτρες. Υπάκουσε, δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς. Οι πέτρες ήταν ακόμα ζεστές από τον ήλιο. Ο ύπνος ήρθε και τον άρπαξε.

Το πρωϊνό τον βρήκε ξυλιασμένο, τα μαλλιά του όλο αγκάθια. Ανασηκώθηκε και κοίταξε ένα γύρο. Πουθενά αλώνι, μόνο πέτρες, σκόρπιες και άγριες. Το πόδι του ήταν πρησμένο από το γόνατο και κάτω. Κόκκινο, υγρό, τον πονούσε αφόρητα. Σηκώθηκε και κίνησε κουτσαίνοντας για το σπίτι.

Σ.Β., Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2010

One Response to “Όνειρο”

  1. η ανταλλαγή ανάμεσα στο όμοιο και το αποκλεισμένο ονομάζεται τρέλα. μυρίζομαι επαγγελματικό γράψιμο και φαντασία άνευ όρων..!!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: