Σκόρπιες σκέψεις για μια συζήτηση που άργησε πολύ

…all

our school text-books lie.

What they call History

is nothing to vaunt of,

being made, as it is,

by the criminal in us…

W.H. Auden

Ο θάνατος τριών ανθρώπων στα γεγονότα της Τετάρτης που πέρασε ήταν και για μένα, όπως και για πολλούς, ένα βαρύ πλήγμα. Δεν είμαι ο μοναδικός που αισθάνομαι πως οι θάνατοί τους με βαραίνουν όσο και όλους όσους συμμετέχουν με οποιοδήποτε τρόπο σε κινηματικές διαδικασίες. Η συζήτηση που έχει ξεκινήσει ήδη στο διαδίκτυο αλλά και αλλού, δείχνει από τη μια την αγκύλωση και την αδυναμία πολλών πολιτικών μορφωμάτων να αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο βάρος, προσπαθώντας να απεκδυθούν της ευθύνης. Από την άλλη όμως, παρουσιάζει και σημάδια υγείας, μιας ευγενούς διάθεσης για σοβαρή κουβέντα και αναμέτρηση με τα ιδεολογικά και άλλα φαντάσματα του παρελθόντος.

Κατ’ αρχάς να ξεκινήσω λέγοντας πως φρονώ ότι το ανταγωνιστικό κίνημα, σε όλες του τις εκφάνσεις, δεν είναι έτοιμο να διαχειριστεί μια τέτοια ευθύνη. Και δεν είναι έτοιμο όχι διότι είναι ανεύθυνο ή αστόχαστο, όπως διατείνονται οι επαγγελματίες διαχειριστές του κοινού πόνου, αλλά διότι σύσσωμη η Ελληνική κοινωνία δεν διαθέτει τα ηθικά ερείσματα να πράξει κάτι τέτοιο. Και εμείς δεν είμαστε παρά ένα μέρος της κοινωνίας αυτής. Η διάθεση κάποιων να τα φορτώσουν όλα στο “χώρο” αποτελεί και αυτό ένα σύμπτωμα της αδυναμίας τους να προσεγγίσουν το γεγονός με κάποια ανθρωπιά και ηθική που να απέχει έστω και ελάχιστα από τα μαλλιοτραβήγματα των μεσημεριανάδικων. Όπως βέβαια και η διάθεση κάποιας μερίδας του χώρου να τα φορτώσει αλλού αντικατοπτρίζει πόσο – παρά τις μεγαλοστομίες της – λίγο έχει καταφέρει να ξεφύγει από την επικράτεια της κυρίαρχης ηθικής. Εγώ προσωπικά δεν έχω τις δυνάμεις, ψυχικές ή νοητικές, να καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα για τους θανάτους αυτούς ή να αποδώσω ευθύνες. Αισθάνομαι ότι ο μόνος τρόπος να γίνει κάτι τέτοιο είναι συλλογικός. Και επί του παρόντος αυτό δεν είναι δυνατό. Επί του παρόντος όμως μόνο. Αλλά για αυτό περισσότερα προς το τέλος του κειμένου τούτου.

Επίσης, θα ξεκινήσω λέγοντας ότι η έως τώρα συζήτηση αποθέτει τους νεκρούς αυτούς στην “άλλη πλευρά”, δηλαδή, ασυναίσθητα ίσως, τραβάει μια γραμμή που λέει από τη μια μεριά ο Αλέξης, ο Καλτεζάς, οι νεκροί του Κάπα Μαρούση και ούτω καθεξής, και από την άλλοι οι νεκροί της Μαρφίν. Η λογική αυτή είναι μια λογική εμφυλίου πολέμου, ο οποίος άλλωστε μάλλον δεν έχει λήξει με κάποιο επαρκή τρόπο και συνεχίζει ακόμα να στοιχειώνει το συλλογικό μας φαντασιακό. Συνειδητοποιώ όμως όσο περνά ο καιρός ότι αυτοί δεν είναι νεκροί του συστήματος, αλλά είναι δικοί μου νεκροί, τους χρεώνομαι εγώ στην πλευρά μου, συναισθηματικά και πολιτικά. Αυτό όχι μόνο διότι έχει σημαντικό μερίδιο ευθύνης ο ιδιοκτήτης και οι διευθυντές της τράπεζας για τους θανάτους αυτούς. Αλλά και διότι είμαι σίγουρος ότι υπό άλλες συνθήκες θα συναντιόμουν με αυτούς τους ανθρώπους στην πορεία της διεκδίκησης ενός πιο δίκαιου μέλλοντος και ίσως να καταφέρναμε μαζί να πάμε ένα βήμα παραπέρα την υπόθεση που λέγεται ανταγωνιστικό κίνημα. Όχι πως οι άνθρωποι αυτοί ήταν πολιτικά υποκείμενα, αλλά γιατί αισθάνομαι ότι στις συνθήκες που ζούμε είχαμε πολύ πιο πολλά να μας ενώνουν παρά να μας χωρίζουν.

Ο εμπρησμός της Μαρφίν ήταν μια πράξη που έγινε όχι εν αιθρία αλλά εν μέσω μιας συγκρουσιακής πορείας. Πρέπει να δεχτούμε ότι η βία αυτή, όσο νομιμοποιημένη και αν είναι στα μάτια μας, πιθανόν να έχει και θύματα. Πρόκειται για τα θύματα, ίσως όχι άμεσα αλλά έμμεσα, πάντως οπωσδήποτε τα θύματα μιας συντεταγμένης, στοχευμένης, διεκδικητικής, πολιτικής πορείας. Πρόκειται για θύματα των επιπτώσεων μιας λαϊκής βούλησης. Γιατί δυστυχώς υπάρχουν και τέτοια.

Η συζήτηση που γίνεται πάνω σε αυτό ακριβώς το ζήτημα, ιδίως από τους διανοούμενους, έχει να κάνει με ένα αφηρημένο ορισμό της βίας, και συνήθως καταλήγει σε ηθικίστικες γενικολογίες του τύπου “η βία φέρνει βία” και τα συναφή. Το ερώτημα δεν είναι όμως τι είναι η βία γενικά, αλλά τι ρόλο ενέχει στην κοινωνία την οποία ζούμε. Είναι τελικά ένα ερώτημα που μας φέρνει στην καρδιά των κοινωνικών μας αξιών.

Δυό σημεία είναι κρίσιμα για τη συζήτηση αυτή: Πρώτον, η ελληνική κοινωνία, βασίζεται σε μια διάχυση και κοινωνικοποίηση της βίας η οποία στήριξε και στηρίζει το πολιτικό σκηνικό από σύστασης του Ελληνικού κράτους. Δεύτερον, αυτό που διακυβεύεται σήμερα, και προκαλεί τις συζητήσεις για τη φύση της μεταπολίτευσης, είναι ένα αξιακό σύστημα το οποίο παραπαίει, το οποίο δεν έχει κατορθώσει να συνάγει μια ηθική αρχή, μια έστω κοινή αποδοχή βάσει της οποίας να μπορεί να κριθεί μια τέτοια πράξη. Αντ’ αυτού, υπάρχει αφενός η υποκρισία του “Ελληνοχριστιανικού” πολιτισμού και αφετέρου μια έωλη και προσωπική κουτσομπολίστικη καθημερινή ηθική που διαπνέει τα πάντα: από τις σκουπιδοφυλλάδες και τα σκουπιδοκάναλα, μέχρι το δικαστικό σύστημα. Αυτός ο χαλαρός σχηματισμός οικογενειακών, ατομικών, τηλεοπτικών ηθικών καλείται να αναμετρηθεί με γεγονότα κοσμοϊστορικού μεγέθους και να παράξει μια αίσθηση δικαίου σε μέτρα ανθρώπινα αλλά και ανάλογα της ιστορικής συγκυρίας. Γίνεται; δε γίνεται.

Η κοινωνικοποίηση της βίας στα όρια του Ελληνικού κράτους προέκυψε για μένα από μια σωρεία παραγόντων, δυο μόνο από τους οποίους μπορώ να συζητήσω εδώ: αφενός, πρόκειται για την ενσωμάτωση από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος της βίας που αναπαρήγαγε ένα πρωτύτερο σύστημα κοινωνικής δομής. Το κράτος έπραξε έτσι διότι ήταν ο μόνος τρόπος που διέθετε για να ενσωματώσει τη θεσμίζουσα δύναμη που έκανε το Ελληνικό κράτος πραγματικότητα, δηλαδή τις ομάδες συγγένειας πάνω στις οποίες βασίστηκε η οργάνωση των άτακτων επαναστατικών ομάδων κατά το 1821. Αφετέρου, η θέληση του οργανωμένου κράτους να μονοπωλήσει την άσκηση της βίας στο κοινωνικό επίπεδο, στην Ελλάδα οδήγησε σε ένα ιδιαίτερο φαινόμενο, σε μια συνύπαρξη αυτής της προγενέστερης οργάνωσης και αναπαραγωγής της βίας και της κρατικής βίας. Το ιδιαίτερο στη συνύπαρξη αυτή είναι ότι η διάχυτη κοινωνική βία αντιμετωπίστηκε αμφίθυμα από το κράτος, άλλες φορές ως σύμμαχος στους στόχους του και άλλες φορές ως εσωτερικός εχθρός.

Μετά τον εμφύλιο, η διάχυση της γενικευμένης αυτής βίας ήταν ακόμα πιο έντονη. Το κράτος της δεξιάς βασίστηκε σε μια σκλήρυνση της βίας των θεσμών ενάντια σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού που θεωρούσε εχθρικές προς αυτό. Το κράτος της δεξιάς όμως στηρίχτηκε εξίσου σε μια διάχυσή του στην κοινωνία, οργανώνοντας δίκτυα εθνικόφρονων που έπιαναν πλατιά μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα, και εξασφαλίζοντας τον πολιτικό εκβιασμό δίνοντας δουλειά σε χιλιάδες υπαλλήλους. Κατά συνέπεια, η περίοδος μετά τον εμφύλιο δημιούργησε μια νέα σύμφυση της κρατικής και της διάχυτης κοινωνικής βίας, με σκοπό την αναπαραγωγή της νομιμότητας.

Τα ακραία φαινόμενα κινηματικής βίας που ενέσκηπταν κατά καιρούς, οι εξεγέρσεις που χαρακτηρίζουν την Ελλάδα αλλά και άλλες χώρες του “Νότου” προκύπτουν σε μεγάλο βαθμό από τα αδιέξοδα αυτής της συνθήκης. Με λίγα λόγια, όταν η διάχυτη βία είναι το κύριο μέσο της άσκησης πολιτικής, είναι λογικό τα αιτήματα για μια διαφορετική πραγματικότητα να οδηγούνται σχεδόν άμεσα στο δρόμο της σύγκρουσης. Δεν έχει να κάνει με την “ιδιοσυγκρασία” του Έλληνα ή με το ταμπεραμέντο των νοτίων λαών και άλλα τέτοια κουραφέξαλα. Είναι ένα ξεκάθαρο ιστορικό φαινόμενο που απορρέει άμεσα από τη δομή της ισχύος και της πολιτικής εξουσίας σε παγκόσμιο επίπεδο σε όλον τον εικοστό αιώνα. Μια πολιτική εξουσία που – είτε ονομάζεται “δεξιά” είτε “αριστερή” – εκμεταλλεύτηκε τις τραυματικές εμπειρίες μιας κοινωνίας για να δομήσει τα πλέγματα ισχύος της, που κράτησε τις πληγές συλλογικών εμπειριών όπως ο εμφύλιος ανοιχτές προκειμένου να εξυπηρετήσει τα δικά της εξουσιαστικά οράματα.

Η βίαιη αυτή θέσμιση ενός κοινωνικού μορφώματος, η οποία συμβαίνει εκούσα – ακούσα από “τα πάνω” έχει οδηγήσει σε μια απουσία λαϊκά θεσμισμένων και όχι συγκεντρωτικά επιβεβλημένων μορφών δικαίου. Οι δημοκρατικοί θεσμοί, όπως διαφαίνεται κατά τα τελευταία χρόνια, αν και ήταν λαϊκό αίτημα σε κάποια στιγμή της ιστορίας τους, ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν θεσμούς λαϊκούς, με την έννοια ότι εν τέλει δεν ελέγχονται από μια ευρεία έστω πλειοψηφία, αλλά από το οργανωμένο πολιτικό σύστημα. Το σύστημα αυτό δρα κατά το γράμμα της δημοκρατίας, αλλά όχι κατά το πνεύμα. Η κάθε κυβέρνηση για παράδειγμα βασίζεται στην τυπική αρχή ότι αποτελεί δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, αλλά στην ουσία δεν ελέγχεται ποτέ και σε καμιά περίπτωση από τη λαϊκή βούληση. Οι αποφάσεις που παίρνει είναι συχνά πραξικοπηματικές και συχνά αντιτιθέμενες στην ίδια την (θεωρητική) πλειοψηφία που την εκλέγει. Στην ουσία, παρά τα δημοκρατικά προσωπεία, η διακυβέρνηση της χώρας βασίζεται ξεκάθαρα στην κρατική βία. Πρόκειται για ένα κράτος που είναι εχθρικά διατεθειμένο προς τον πολίτη σε κάθε του επίπεδο. Η ασυδοσία της αστυνομίας και η ατιμωρησία των πολιτικών που βιώνουμε όλοι λίγο πολύ καθημερινά είναι απλώς ένα σύμπτωμα, ενδεικτικό βέβαια, της παραδοχής αυτής.

Πως είναι δυνατόν λοιπόν μέσα σε ένα τέτοιο σκηνικό, από το οποίο απουσιάζουν εντελώς θεσμοί που να αντλούν τη δυναμική τους και την επικύρωσή τους από τη λαϊκή βούληση να συναφθεί έστω και μια στοιχειώδης κοινωνική συμφωνία πάνω στις βασικές αρχές μιας ηθικής; Απλούστατα, δεν είναι δυνατό. Η ρήση κάποιου πάλαι ποτέ υπουργού “ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό” μπορεί να εξοργίζει, αλλά εκφράζει ταυτόχρονα με ακρίβεια την πολιτική αλήθεια της ελληνικής κατάστασης. Το σύνολο των πεπαλαιωμένων, τρύπιων, παράλογων νόμων του Ελληνικού κράτους, όπως αυτοί προήλθαν από τις ανάγκες της εκάστοτε κυβέρνησης και την μονολιθικότητα του δικαστικού συστήματος, εκφράζουν αυτή τη στιγμή τη μόνη κοινή ηθική αλήθεια που υπάρχει σε συλλογικό επίπεδο στη χώρα.

Δεν είναι τυχαίο στο σκηνικό αυτό ότι η κύρια πηγή αυτοθέσμισης, η κύρια βάση της σκέψης ενός κοινωνικού σχηματισμού για τον εαυτό του, βασίζεται σε ένα τόσο μακρινό και ασύλληπτο απωθημένο. Οι αρχές του εκτρωματικού “ελληνοχριστιανικού” πολιτισμού, πέρα από την ξεκάθαρη σύνδεσή τους με ο,τι πιο αγκυλωμένο και οπισθοδρομικό υπάρχει αυτή τη στιγμή στη χώρα, είναι και η κύρια βάση της κρατικής ηθικής. Πρόκειται για ιδανικά, αξίες και αρχές που βρίσκονται τόσο μακριά από την καθημερινότητα του νεοέλληνα και τίθενται με τόσο απόλυτο τρόπο, που λειτουργούν ακυρωτικά σε κάθε προσπάθεια συγκρότησης μιας προσωπικής, κοινοτικής, κοινωνικής ηθικής. Όταν βλέπεις ζάμπλουτους βιομηχάνους να πηγαίνουν στην εκκλησία και να δακρύζουν εκστασιασμένοι με το μεγαλείο της χριστιανικής διδασκαλίας, ακόμα και κείνο το “ο έχων δυο χιτώνες να δίνει τον ένα”, καταλαβαίνεις πως μια τέτοια ακύρωση θεμελιώνει την υποκρισία ως αρχή της κοινωνικής μας ζωής.

Τα αδιέξοδα αυτά είναι που δημιουργούν τη χύδην ηθική του νεοέλληνα. Η απουσία μιας ηθικής αναφοράς που να μην είναι ντυμένη με χλαμύδα, να μην απαιτεί από το υποκείμενο μια απόλυτη υπέρβαση σε κάθε στιγμή, που να αναφέρεται στην κοινή συνύπαρξη των ανθρώπων και στα κοινά τους συμφέροντα, που να έχει κάποια στοιχεία ανθρωπιάς, καλύπτεται από τον ηθικό και αισθητικό αποτροπιασμό των μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Βρισκόμαστε ωστόσο σε ένα ιστορικό σημείο, που κάποιοι δημοσιογραφίσκοι μέσα στην κομπορρημοσύνη τους αποκαλούν “το τέλος της μεταπολίτευσης”. Διαισθάνονται και αυτοί, όπως και οι περισσότεροι από εμάς, ότι οι κοινωνικές αναταράξεις που αναδύονται ολοένα και πιο πυκνά, δεν είναι πλέον οι τοπικές ή συντεχνιακές απαιτήσεις κάποιων μεμονωμένων ομάδων, αλλά θέτουν βαθύτερα ζητήματα αλλαγής του σκηνικού. Και η αλλαγή του σκηνικού προϋποθέτει και συνεπάγεται μια αλλαγή στο κυρίαρχο σύστημα αξιών.

Ιδού και η Ρόδος για τα νέα αυτά κινήματα. Είτε τα ανταγωνιστικά, κοινωνικά κινήματα θα πετύχουν να συνθέσουν μια τέτοια ηθική, θα πάρουν πάνω τους την ευθύνη για τις επιπτώσεις που έχουν οι πράξεις τους, είτε θα τις αφήσουν και πάλι βορά στην προστυχιά και την ανέξοδη αγανάκτηση ενός οπισθοδρομικού ηθικού και κοινωνικού συστήματος. Μου φαίνεται πως αίτημα όλων αυτών των ανθρώπων που όπως και εγώ κατέβηκαν και κατεβαίνουν στο δρόμο δεν είναι μόνο η άρση των όποιων μέτρων. Είναι ένα αίτημα ηθικό, είναι η αναζήτηση ενός κοινού μέτρου δικαίου με βάση το οποίο να κρίνουμε τις δικές μας πράξεις και να μετρήσουμε τις δικές μας ευθύνες με βάση την πραγματικότητα και όχι τα οποιαδήποτε ιδεολογήματα. Ο Δεκέμβρης, τα φοιτητικά, οι πρόσφατες πορείες, οι καθημερινές κόντρες στους χώρους εργασίας δεν είναι μόνο καταδικαστικές μιας σάπιας κοινωνικής συνθήκης που αναπαράγει ένα σάπιο πολιτικό σύστημα. Είναι επίσης η διάθεση δημιουργίας ενός δικαίου που θα κρίνει με πιο ανθρώπινα μέτρα, που θα εξυπηρετεί τον άνθρωπο και όχι το χρήμα, που θα υπηρετεί το κοινό και όχι την πολιτική και οικονομική ολιγαρχία.

Το σημείο αυτό, η στιγμή του τραγικού τέλους τριών ανθρώπων είναι κομβικό για τη δημιουργία μιας τέτοιας ηθικής, ενός τέτοιου δικαίου. Πρέπει αυτή τη φορά να ανοίξουμε τη συζήτηση, όχι τόσο για να δείξουμε με το δάχτυλο το φταίχτη, αλλά για αναλογιστούμε με μεγαλύτερη ειλικρίνεια το νόημα της συλλογικής ευθύνης, της αλληλεγγύης και της πολιτικής βούλησης. Για να μπορέσουμε επιτέλους να εφεύρουμε ένα τρόπο να επιλύουμε και να διαχειριζόμαστε συλλογικά τα κοινά μας τραύματα χωρίς να τα αφήνουμε να γίνονται ιδεολογίες πολιτικής ισχύος. Σίγουρα, όπως είπα και στην αρχή, εγώ δεν έχω τις απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, και σίγουρα δεν γνωρίζω αν το κίνημα είναι έτοιμο να τις δώσει σε αυτό το σημείο. Μπορεί όμως να ανοίξει μια ουσιαστικότερη συζήτηση από αυτή που στόχο έχει να μεταθέσει τις ευθύνες από τον ένα στον άλλον.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι θάνατοι αυτοί είναι “δικοί μας” θάνατοι. Τα πτώματα των ανθρώπων αυτών είναι το διακύβευμα που πρέπει να διεκδικήσουμε. Εμείς πρέπει να τους θάψουμε, εμείς να τους θρηνήσουμε. Είναι οι θάνατοι καθημερινών ανθρώπων σαν και μας, που βρίσκονται παγιδευμένοι από το ίδιο αξιακό σύστημα, που νομίζουν πως επιλέγουν ελεύθερα για τη ζωή τους όταν απλώς έχουν εσωτερικεύσει και αποδεχθεί την πληθώρα των εκβιασμών που δέχθηκαν από μικροί. Σαν νέες Αντιγόνες πρέπει να διεκδικήσουμε τη σωρό τους από τα χέρια του κράτους, του όποιου κράτους, για να τους κάνουμε – έστω συμβολικά – την κηδεία που τους αξίζει και που μας αναλογεί.

10 Responses to “Σκόρπιες σκέψεις για μια συζήτηση που άργησε πολύ”

  1. diavatis Says:

    Συμεών, ο κύκλος αυτής της τραγωδίας δεν πρόκειται να κλείσει δίχως κάθαρση. Δεν πιστεύω όμως ότι οι δράστες του εμπρησμού θα αναλάβουν από μόνοι τους την ευθύνη που τους αναλογεί. Και άμα τους συλλάβουν θα είναι πια αργά για κάτι τέτοιο. Η πληγή θα μείνει για πάντα ανοικτή και η τραγωδία δίχως λύτρωση. Όσο υπάρχει ακόμη περιθώριο, εάν και εφόσον υπάρχει αυτή η δυνατότητα, ας προσπαθήσουν τουλάχιστο να τους πείσουν οι όποιοι σύντροφοί τους.
    Όλα τ’ άλλα μου θυμίζουν τη σκηνή από τον Άμλετ, όπου ο Πλίνιος τον ρωτά: Τι διαβάζεις άρχοντά μου? και ο Άμλετ απαντά: Λόγια, λόγια, λόγια

  2. simeonvatalos Says:

    Φίλε διαβάτη, καμιά τραγωδία δεν λύνεται με την προσαγωγή των υπόπτων στο τμήμα της γειτονιάς και την παραδειγματική τους τιμωρία, παρά μόνο κάποιες του χόλυγουντ. Ειδικά στην περίπτωση αυτή, ας πούμε ότι οι όποιοι δράστες βαρύνονται τόσο από τη συνείδησή τους και παραδίδονται. Ο μόνος λόγος θα είναι σίγουρα η προσωπική τους εξιλέωση. Κατόπιν, θα τους αναλάβει το ίδιο δικαστικό σύστημα που αθώωσε τα φυντάνια που σάπισαν τον Κύπριο φοιτητή της υπόθεσης της ζαρντινιέρας και τους επέτρεψε να τον μηνύσουν, αυτόν και τους πανεπιστημιακούς καθηγητές μάρτυρες κατηγορίας για συκοφαντική δυσφήμιση, τη στιγμή που όλοι είδαμε την περιποίηση που δέχτηκε στα χεράκια τους. Το ίδιο αυτό σύστημα που επιτρέπει σε κάθε λογής λαμόγια, βιαστές, νταβατζήδες, πολιτικούς, μπράβους, φακελάκηδες, να κυκλοφορούν ελεύθεροι και να ζουν εις βάρος μας. Το σύστημα αυτό σίγουρα θα τους ρίξει τη βαρύτερη δυνατή ποινή, ένεκα οι πολιτικοί λόγοι, για να έρθουν μετά οι ιθύνοντες να ποζάρουν περήφανοι. Και οι καταδικασμένοι, κατά πάσα πιθανότητα λυσσασμένοι νεαροί, θα βγούν μετά από δεκαπέντε περίπου χρονάκια ξεσκολισμένα καθάρματα με μεταπτυχιακό στο έγκλημα, είτε διαλυμένοι άνθρωποι χωρίς ζωή, γιατί μόνο τέτοιους βγάζουν τα ευαγή μας ιδρύματα, μη γελιέσαι. Να τη βράσω τέτοια δικαιοσύνη. Και αν είναι να χρειάζεται η κοινωνία μια τέτοια λύση στο δράμα της, τότε ας σηκωθούν όλοι όσοι άφησαν κεράκια και λουλουδάκια στον τόπο της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου και να πάνε στην Άμφισσα όπου ο δολοφόνος του ετοιμάζεται να βγει λάδι. Ψάχνουμε εύκολες λύσεις για να κοιμόμαστε ήσυχοι, για να θάψουμε τα φαντάσματα που έρχονται να μας θυμήσουν άβολες αλήθειες. Αν είναι να χρειάζομαι μια τέτοια καταδίκη για να κοιμάμαι ήσυχος τα βράδια, προτιμώ να μην κοιμάμαι, προτιμώ τα έχω το αγκάθι στην καρδιά και το βάρος στη συνείδηση. Και στον Αμλέτο σου, εγώ θα απαντούσα: λόγια, λόγια κι άλλα λόγια πολλά, μήπως βρούμε μιαν άκρη στη σαπίλα του βασιλείου της Δανιμαρκίας.

  3. diavatis Says:

    Συμεών, εικονογραφείς την άποψή μου με τα αυτονόητα περί αστυνομικού και δικαστικού συστήματος, αλλά δεν τίθεται θέμα δικαιοσύνης. Αναφέρομαι στην ανάγκη ανάληψης ευθύνης, της όποιας ευθύνης τους αντιστοιχεί και με ότι αυτό συνεπάγεται. Το αν οι υπόλοιποι μπορούμε ή δεν μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι, έχει να κάνει με τις δικές μας ευθύνες, όχι με την στάση των δραστών.
    Για ηθική μιλάω και για την αρχέγονη τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης, του πόνου, της ενοχής και της εξιλέωσης.
    Ίσως το λάθος μου είναι ότι ακούγομαι σαν εισαγγελέας. Και πιθανά να μου βγαίνει ασυνείδητα αυτός ο ρόλος προσπαθώντας να κρυφτώ απ’ τα φαντάσματά μου όπως λες, καθώς πασχίζω ακόμη ανεπιτυχώς να ξεδιαλύνω ένα κουβάρι σκέψεων, τοποθετήσεων και μνήμης. Δεν αλλάζει όμως η ουσία.

  4. diavatis Says:

    A, και μην τον αποπαίρνεις τον συγχυσμένο Αμλέτο μας. Δεν είναι ότι τα λόγια τα υποτιμούσε. Όμως δεν έβρισκε λύτρωση, παρηγοριά σ’ αυτά. Την πράξη αποζητούσε.

  5. Και οι συζητήσεις που αργήσανε, γεννήσαν κάθε είδους απαντήσεις.
    Λόγια, λόγια, λόγια, δάκρυα και στάχτες που φέρνουν ασφυξία και ο “εχθρός” που ίσως ήδη βρίσκεται μέσα. Στους “κίτρινους” καιρούς που ζούμε, ας εστιάσουμε σε μια συγκρουσιακή κατεύθυνση ρήξης μαζί του. Όχι από θέση ήττας, αλλά από θέση άμυνας.
    Και μη ξεχνάμε πως τα πάντα υπονομεύονται, αλλά και αντιπαλεύονται εκ των έσω.

    Οι οιωνοί δεν είναι οι καλύτεροι- ας μην έχουμε αυταπάτες.
    Η πράξη θα δείξει. Έτσι λένε τα λόγια, για να μας παρηγορήσουν.
    Αρκεί να μην τα υποτιμήσουμε.

  6. dialogikoimonologoi Says:

    Πλέον οι καταστάσεις μας ξεπερνούν, αυτό φαίνεται καθαρά, και μέσα σε αυτήν την δυναμική όλοι μας νοιώθουμε την γη κάτω από τα πόδια μας να τρίζει. Η βολική θέση που χρόνια τώρα σκαλίζαμε με επιμονή και σοφία, αυτή η θέση που μας προσέφερε την πολυπόθητη ισορροπία, πνευματική, εσωτερική, και κοινωνική, αρχίζει να διαλύει. Ο τρόπος που αντιλαμβανόμασταν μέχρι χτες τα πράγματα δεν έχει ισχύ σήμερα, οι ερμηνείες τις πραγματικότητας του χτες δεν ταιριάζουν ούτε με το σήμερα και οπωσδήποτε ούτε με το αύριο. Σε τέτοιες στιγμές έχει κανείς την ευκαιρία να δει ποιος πραγματικά είναι σε αντίθεση με αυτό που πιστεύει ότι είναι. Διότι άλλο τι διαμηνύεις ότι πρεσβεύεις και άλλο τι πρεσβεύεις στην πραγματικότητα. Να η τεράστια ευκαιρία να το δούμε αυτό σε όλα τα επίπεδα του κοινωνικού ανταγωνισμού.

    Σημασία για μένα πλέον έχει τι θα γίνει τώρα, σημασία είχε οτι αφού μπορούσαμε και το βλέπαμε αυτό πώς λειτουργήσαμε κάτω από αυτές τις συνθήκες και επίσης πώς θα λειτουργήσει το κίνημα κάτω από αυτά τα νέα δεδομένα καθώς και πώς αυτό να ανελιχθεί από εδώ και στο εξής. Αλλά αυτή η ανέλιξη μην πιστεύετε ούτε στιγμή ότι μπορούμε να την καθοδογήσουμε, να την πλαισιώσουμε με τις πολιτικές μας ιδέες και να της δώσουμε την ποιότητα που φαντασιωνόμαστε τα βράδυα πριν κοιμηθούμε. Διότι και οι επιθυμίες και οι ιδέες μας είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους αυτόνομες και αυτές από πάντα πλαισίωναν και καθόριζαν το κίνημα. Συνειδητά, και οπότε και πολιτικά, κανείς δεν μπορούσε να αγγίξει την καρδιά του πεδίου εκείνου στο οποίο ξεδιπλώνεται αυτή η σχέση. Αλλά έτσι ακριβώς είναι τα πράγματα και έτσι θα μείνουν για πάντα, η συνείδηση δεν ελέγχει την ροή της πραγματικότητας απλά τρέχει από πίσω της, και τώρα αυτό φαίνεται ξεκάθαρα. Φυσικά δεν υπαινίσσομαι ότι ο προσωπικός αγώνας του κάθε υποκειμένου δεν έχει κάποιο νόημα, το αντίθετο μάλιστα. Αν και η ατομικότητά μας στέκει έτσι προβληματική μπροστά σε αυτό που “είναι”, παρόλα αυτά, τα ομορφότερα πράγματα στον κόσμο έχουν γεννηθεί από προβληματικά υποκείμενα μέσα από προβληματικές συλλογικές διαδικασίες και μέσα σε προβληματικά κοινωνικά πλαίσια.

    Συμεών πολύ καλό το κείμενό σου, κι ελπίζω να δούμε κι άλλα τέτοια! Καλά θα κάνουμε να μαθαίνουμε, όσο το δυνατόν, τους εαυτούς μας μέσα από την δράση μας και να αγωνιζόμαστε όσο μας αναλογεί για τις όποιες επιθυμίες μας, λαμβάνοντας υπόψιν πάντα το πεπερασμένο των δυνατοτήτων μας.

  7. Το κείμενό σου εκφράζει σκέψεις που τριγυρίζουν όλες αυτές τις μέρες στο νου μου -αλλά είμαι ακόμη προβληματισμένος.

    Αν και ο χρόνος μοιάζει πιο πυκνός από ποτέ, το γεγονός του θανάτου τριών ανθρώπων αισθάνομαι ότι αξίζει ουσιαστικότερης προσοχής απ’ το ανταγωνιστικό κίνημα. Νομίζω ότι δλδ πρέπει να συζητάμε/συλλογιζόμαστε περισσότερο για το γεγονός αυτό καθ’ αυτό παρά για το πώς θα το αντιμετωπίσουμε ως πολιτικά υποκείμενα.

  8. simeonvatalos Says:

    Το νόημα του κειμένου είναι κατά βάση το εξής: πως ακόμα και τις ατομικές ή κοινοτικές απαντήσεις και συμπεριφορές που θα διαμορφωθούν τον καιρό αυτό πρέπει να τις δούμε με ένα πιο κοινωνικό βλέμμα. Με άλλα λόγια, σίγουρα η ιδιοσυγκρασία του καθενός και η φύση της κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκει θα δώσουν τον τόνο, το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα της απάντησης στα βασανιστικά ερωτήματα που αναδύονται. Το ζητούμενο όμως δεν είναι τόσο η ισορροπία του ατόμου, ή ακόμα και του χώρου ή του όποιου πολιτικού εγχειρήματος. Το ζητούμενο είναι η άρθρωση τέτοιων συμπεριφορών, νοοτροπιών, ψυχισμών, με το ευρύτερο κοινωνικό γίγνεσθαι.

    Ζούμε σε μια εποχή που αρχίζει να διαφαίνεται ξεκάθαρα πως το νέο μοντέλο διαχείρισης του καπιταλισμού είναι ένα αρμαγεδωνικό μοντέλο κρίσης και καταστροφής. Το περιβαλλοντικό πρόβλημα έχει πάρει τερματικές διαστάσεις, οι πόροι εξαντλούνται, τα μοντέλα αναπαραγωγής της κερδοφορίας φαίνονται να κλονίζονται. Η απάντηση του καπιταλισμού είναι να βασιστεί σε μεγάλης κλίμακας τραγωδίες για να διαχειριστεί και να ενσωματώσει τα αιτήματα για ένα νέο κοινό, για μια πιο λογική διαχείριση των κοινών αγαθών, στις βλέψεις του για κερδοφορία. Σίγουρα δεν είναι το μέρος εδώ να τα αναπτύξω όλα αυτά, αλλά αυτό που θέλω να πω είναι πως ο τρόπος που διαχειριζόμαστε εμείς ένα τέτοιο γεγονός μπορεί να φαντάζει προσωπικός και ιδιωτικός, αλλά είναι βαθιά πολιτικός, με την έννοια ότι συνδέεται άμεσα με πράξεις ατόμων με ισχύ που μας ξεπερνούν αλλά επιδρούν πάνω μας, στην καθημερινότητά μας. Ως τέτοιος, θέτει ένα βαθύ ηθικό αίτημα, αυτό της αυτοθέσμισης, της συμφωνίας δηλαδή “από τα κάτω” για ένα πιο ανθρώπινο, πιο βιώσιμο, πιο ελέγξιμο μοντέλο, του οποίου την ηθική ευθύνη θα φέρουμε εμείς οι ίδιοι με αδιαμεσολάβητο τρόπο.

    Το ότι ο χώρος ενσωμάτωσε και κεφαλαιοποίησε το μοντέλο αυτό του “τέλους του κόσμου” δεν είναι τυχαίο. Είναι άλλωστε φαιδρό να απαιτούμε συνέπεια και νηφαλιότητα από ένα πολιτικό κίνημα μέσα σε μια κοινωνία που δεν τις διαθέτει παρά σε ψήγματα. Ακόμα και αν ο χώρος συντάσσει τον εαυτό του σε αντίθεση με την κοινωνία, αυτό δε σημαίνει πως δεν είναι μέρος της. Νομίζω πως το δια ταύτα τώρα είναι να σκεφτούν τα πολιτικά υποκείμενα τον εαυτό τους ως κοινωνικά υποκείμενα, ως μέρος δηλαδή ενός ευρύτερου μορφώματος, και όχι ως φωτισμένες ελίτ που κατέχουν την απόλυτη αλήθεια, όπως και αν λέγεται αυτή. Οι καιροί δείχνουν πως τα αδιέξοδα των ατομικών απαντήσεων διαρρηγνύονται μόνο μέσα από συλλογικές απαιτήσεις. Και εγώ προσωπικά δεν μπορώ να σηκώσω το βάρος μιας τέτοιας πράξης χωρίς να σκεφτώ τον ορίζοντα της κοινής μας μοίρας. Ίσως να υπεκφεύγω, ίσως. Αλλά προς τα μπρός.

  9. Aγώνας για ζωή Says:

    Ως αιδώ

    Στις 5 του Μάη ζήσαμε το χρονικό τριών προαναγγελθέντων θανάτων. Δυστυχώς επιβεβαιώθηκε η εκτίμηση που έχει γίνει εδώ και πολλά χρόνια ότι ήταν ζήτημα χρόνου να θρηνήσουμε τα πρώτα θύματα της τυφλής βίας. Δυστυχώς έπρεπε να χαθούν ανθρώπινες ζωές για να ακουστούν και να γραφούν από κάποιες συλλογικότητες του χώρου, έστω και δειλά, έστω και αόριστα, οι πρώτες νύξεις για κριτική στην μηδενιστική κουλτούρα της βίας. Δυστυχώς κάποιοι συνεχίζουν να κρύβονται πίσω από το δάχτυλό τους, εστιάζοντας στους ηθικούς αυτουργούς και όχι και στους φυσικούς , στο αποτέλεσμα της δολοφονικής ενέργειας και όχι στα αίτια της. Ας δείξουμε το θάρρος και την ειλικρίνεια που ( πρέπει να ) χαρακτηρίζει ένα επαναστατικό/απελευθερωτικό κίνημα και ας μιλήσουμε επί της ουσίας. Αν ο θάνατος των τριών ανθρώπων οφειλόταν αποδεδειγμένα σε στοχευμένη ενέργεια ακροδεξιών , θα εστιάζανε μόνο στην- έτσι κι αλλιώς εγκληματική και απάνθρωπη -στάση της εργοδοσίας της τράπεζας;Αλλά ακόμα κι έτσι να είναι, τα παρακάτω ισχύουν στο ακέραιο.
    Η ανοχή που έχει δείξει εδώ και πολύ καιρό ένα μέρος του αναρχικού χώρου στους εργολάβους χτυπημάτων τυφλής βίας είναι η αφετηρία για την όποια (αυτο)κριτική. Αυτοί που τόσα χρόνια δρούσαν σχεδόν ανενόχλητοι , με τον ίδιο μονότονο, επικίνδυνο, ζημιογόνο και προβοκατόρικο τρόπο , δίπλα και μέσα στις πορείες μας, θα έπρεπε να είχαν απομονωθεί παρά να χαρακτηρίζονται κατόπιν εορτής ( ή μάλλον κηδείας ) με γενικό και αόριστο τρόπο ‘προβοκάτορες’ και ‘συμμορία’ , χωρίς να συνοδεύονται αυτοί οι χαρακτηρισμοί από κάποια ανάλυση για το πώς φτάσαμε ως εδώ. Αυτό όμως μπορεί να γίνει ακόμα και τώρα και να λειτουργήσει σαν ένα είδος κάθαρσης. Τόσα χρόνια όταν κάποιοι επιχειρούσαν να αποστασιοποιηθούν από τα φαινόμενα της τυφλής βίας και της μη μαζικής ,ένοπλης ή μη, βίας, έμπαιναν στο περιθώριο, χλευάζονταν ή προπηλακίζονταν. Δεν είναι λοιπόν ‘θετικό’ ότι έστω και τώρα ακούγονται, έστω και με τρόπο ασαφή, φωνές απόρριψης της πρακτικής της βίας για τη βία; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Ο χρόνος θα το δείξει.
    Όσο πιο ασαφής και ατεκμηρίωτη είναι η κριτική μας απέναντι στο φαινόμενο, τόσο λιγότερο πειστική γίνεται. Ο απλός χαρακτηρισμός τους ως προβοκάτορες είναι ανεπαρκής κυρίως επειδή είναι γενικός. Με μια τέτοια καταδικαστική γενικότητα δεν μπαίνεις στην ουσία του θέματος. Αποφεύγεις την απάντηση σε ερωτήματα όπως αυτά που ακολουθούν, στα οποία πρέπει να απαντήσουμε με σαφήνεια και να δούμε τα αποτελέσματα της μακροχρόνιας στείρας ‘εξεγερτικής’ ρητορείας και της ακόμα πιο στείρας και επικίνδυνης πρακτικής που πηγάζει από αυτήν.
    Προβοκατόρικα μπορεί να δράσει τόσο μια θλιβερή συμμορία εγωπαθών μπαχαλάκηδων, όσο και μία παρακρατική συμμορία σε διατεταγμένη υπηρεσία, αν κρίνουμε τις πράξεις τους μόνο από το αποτέλεσμά τους. Μας ταιριάζει όμως μια κρίση αυτού του είδους; Όχι, επειδή ο επαναστατικός λόγος είναι ορθολογικός, καθάριος, διεισδυτικός και εξετάζει τις αιτίες των φαινομένων. Όχι, επειδή τώρα πια είναι αναγκαίο να είμαστε συγκεκριμένοι για να δράσουμε ανάλογα . Όχι, επειδή μια τέτοια κρίση είναι ίδιον της εξουσίας και των δεκανικιών της. Πετάνε έναν ασαφή χαρακτηρισμό και καθαρίζουν. Αν επιδιώκεις όμως πραγματικά να σπάσεις το απόστημα των μικρονοϊκών εργολάβων της βίας, ο λόγος σου ενάντια στην τυφλή βία οφείλει να είναι συγκεκριμένος και συνεπής διαχρονικά. Η δε πρακτική σου ακόμα περισσότερο. Αλλιώς οι όψιμες και αφηρημένες λεκτικές αποστασιοποιήσεις από τις συμμορίες και τις πράξεις τους δεν πείθουν. Και κυρίως δε βοηθούν στη διάδοση του αντιεξουσιαστικού λόγου. Ακόμα και να μην είναι κάποιος διαχρονικά συνεπής, η αλλαγή στάσης και πορείας, αν είναι ειλικρινής, οφείλει να συνοδεύεται από επιχειρήματα και ενίοτε αυτοκριτική , για να μην πέσει στην κατηγορία του οπορτουνισμού.
    Τα ερωτήματα που λέγαμε πριν είναι αρκετά. Αν πρόκειται για παρακρατική συμμορία, γιατί δεν τους τσακίσαμε στην πορεία; Μας έπιασαν στον ύπνο; Προφανώς όχι ,αφού δρα με τον ίδιο τρόπο εδώ και χρόνια. Μα τότε προκύπτει το ερώτημα γιατί δεν το πράξαμε εδώ και χρόνια. Ούτε τα αντανακλαστικά μας απέναντι σε παρακρατικούς και ασφαλίτες έχουν μειωθεί τόσο πολύ πια ώστε να δικαιολογείται μια τέτοια αδράνεια. Ίσως έχουν μειωθεί τα αντανακλαστικά μερικών απέναντι σε παρόμοιες συμμορίες που καπηλεύονται την αναρχία και την αντιεξουσιαστική ιδεολογία για να παίξουν το παιχνιδάκι τους στις πλάτες μας.
    Ας τελειώσουν τα αστεία και οι βολικές και αληθοφανείς δικαιολογίες και αιτιάσεις. Είμαστε στο ίδιο έργο θεατές εδώ και πολλά χρόνια. Ένα κομμάτι του χώρου ανεχόταν για πολλά χρόνια τους ανεγκέφαλους θιασώτες της βίας για τη βία, τους εργολάβους του βιτρινοπόλεμου, ιδεολογικοποιώντας τη δράση τους. Οι υπόλοιποι είτε αντιδρούσαμε σπασμωδικά, είτε τους ανεχόμασταν, είτε περιμέναμε το μοιραίο για να αντιδράσουμε. Ας καταλάβουμε ότι η δολοφονική τους ηλιθιότητα κόστισε ανθρώπινες ζωές. Εδώ πια δε μιλάμε απλά για ανωριμότητα και ιδεοληψίες, μιλάμε για έγκλημα. Αυτοί είναι οι φυσικοί αυτουργοί, τελεία και παύλα. Το αναρχικό και γενικότερα το κοινωνικό κίνημα έχει πληρώσει πολύ ακριβά το καπρίτσιο και τον αυτισμό μερικών θρασύδειλων και όσων τους σιγοντάριζαν με την δήθεν ‘εξεγερτική’ τους ρητορεία, πιστεύοντας ότι ο κοινωνικός αγώνας ενάντια στο Κράτος και στην Εξουσία αναλαμβάνεται από μερικούς εξεγερσιακούς τύπους ερήμην της κοινωνίας και περιορίζεται στο βιτρινοπόλεμο τους ή σε ό,τι κινητοποιεί την αστυνομία για πετροπόλεμο. Με αυτούς και τις πρακτικές τους η αναρχία δεν έχει καμία σχέση. Αρκετά μας δυσφήμισαν, αρκετά πίσω μας έχουν πάει. Η σύγκρουση θα είναι πολυεπίπεδη και μαζική. Στοχευμένη και συνειδητή.
    Την ώρα που μία ολόκληρη πλατεία απαιτούσε οργισμένα ‘να καεί το μπουρδέλο η βουλή’, την ώρα που εκατοντάδες χιλιάδες βγήκαν στο δρόμο για να συγκρουστούν με τον ολοκληρωτισμό, την ώρα που μας παίρνουν τη ζωή μας, την ώρα αυτή η αντιβία στη βία της εξουσίας πρέπει πάση θυσία να απαλλαγεί από αυτά τα βαρίδια . Αυτό όμως από δω και πέρα, έστω και καθυστερημένα, πρέπει να το αποδείξουμε έμπρακτα. Για αρχή , μπορεί να γίνει αυτό που περνάει από στόμα σε στόμα: να οργανωθεί άμεσα μία συγκέντρωση και πορεία ενάντια στην τυφλή βία. Κάτι τέτοιο θα δράσει συσπειρωτικά για το κίνημα, θα διασαφηνίσει τη θέση μας προς στην κοινωνία και θα αποτελέσει ίσως το προοίμιο του ξεκαθαρίσματος λογαριασμών με τον αυτισμό. Ας το φωνάξουμε δυνατά κι αν δεν το ακούσει ας του το δείξουμε με έργα: Ως εδώ.

  10. Συμεών, κάθε αγώνας είναι κοινωνικός και πολιτικός ταυτόχρονα και όσοι δεν το καταλαβαίνουν θα τους φταίει πάντα η πραγματικότητα που θα τους το υπενθυμίζει.

    Η εξουσία έχει τη γλώσσα της (μια γλώσσα που αγωνίζεται να ζήσει ανάμεσά μας).
    Κι εμείς, συλλογικά και έμπρακτα της απαντούμε κάθε φορά.

    Έτσι και τώρα-
    ελπίζω.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: