σπιναλόνγκα

Όποιος έρχεται στη Σπιναλόνγκα δυσκολεύεται πολύ να φύγει. Κάποιοι ισχυρίζονται πως στο φαγητό τους ρίχνουν τους καρπούς της λησμονιάς. Όμως εδώ δεν είναι η χώρα των λωτοφάγων, και όσοι τα ισχυρίζονται όλα αυτά ξέρουν την ιστορία μοναχά από δεύτερο χέρι. Η αλήθεια είναι άλλη: στη Σπιναλόνγκα είναι όλο στόματα. Στόματα που τρώνε και στόματα που μιλάνε. Και όλα αυτά γίνονται πολύ, και συχνά. Συχνά τρώνε και συχνά μιλάνε, καμιά φορά τρώνε ενώ μιλάνε και μιλάνε ενώ τρώνε. Τρώνε ενώ μιλάνε και τανάπαλιν δηλαδή. Μόλις φτάσεις στο νησί μας αντιλαμβάνεσαι ότι εδώ το σαγόνι σου θα κουραστεί πολύ.

Έρχομαι από ένα σπίτι στο οποίο το ψυγείο μένει συνεχώς άδειο, τα περιεχόμενά του δεν είναι ποτέ λαχταριστά, η θερμοκρασία του είναι περισσότερο χαμηλή από ό,τι θα έπρεπε. Έπρεπε να βασιστώ στους φίλους μου για σπουδαίες ελιές, ζουμερά κρέατα, σπάνια ψάρια, τρυφερά χόρτα. Τα κελάρια τους ήταν γεμάτα καπνιστά λουκάνικα, πιπεράτα απάκια, λιγδερές κοιλιές και σπληνογάρδουμα, βαρέλια με κόκκινο μαλβαζία, μαντηλάρι και κοτσιφάλι και ρετσίνα ροζέ. Οι κήποι τους φίσκα στα λάπαθα, τα ραδίκια, τους ζοχούς, τα τρίριζα, τα πολύριζα, τις γούλες, τα αγριομάρουλα, τις αβρωνιές, τα άγρια σκόρδα. Τα μποστάνια τους έσφυζαν από τετράπαχες κολοκύθες, γυαλιστερές μελιτζάνες, λιπαρά κολοκυθάκια, τσουχτερά κρομμύδια, κατακόκκινα καρπούζια, μυρωδάτα πεπόνια, αρμυρές ντομάτες. Έφερναν κάτι ελίτσες ψιλές που τις έτρωγες σαν ξηρούς καρπούς, κάτι τυριά ζεστά ακόμα από το τουλούμι, που ήταν να πεθαίνεις, παξιμάδια από φούρνους κρυφούς, που δεν σου έκανε καρδιά να τα μασάς παρά τα έλιωνες με το σάλιο μέχρι να γίνουν πολτός. Και αχιβάδες, πεταλίδες, μύδια και χτένια, ροφούς και σκάρους, βραχόψαρα για κακαβιά, μπαρμπούνια που το κεφάλι τους δεν το τρώει ο κάτης γιατί δεν το αφήνει ο άνθρωπος, χταπόδια καταχτυπημένα που κοβόταν στο στόμα πριν τα δαγκώσεις, τις κοιλιές του αχινού, αλάτι από σχισμές βράχων που δεν είχε μήτε ζώο πατήσει μήτε άνθρωπος. Κυνήγι; Ε! κυνήγι να δουν τα μάτια σου. Μπεκατσίνια και αγριοκούνελα, κάπρους, πιτσουνάκια, αγριοκάτσικο (βραστό με άγρια φτέρη να σου φεύγει το κουκούτσι). Και γλυκά. Ω, η θαλπωρή των σοροπιαστών τους γλυκών, ζεστή και θρεπτική σαν τη ρώγα της μάνας.

Ο έχων την πρώτη ύλη του μαγειρεύματος είναι ο μαστός. Εκεί πας για να θηλάσεις. Εκεί δέχεσαι, λες το μεγάλο ναι, ανοίγεις για να βάλεις μέσα σου. Κάποιοι το παρομοίασαν με τη θεία κοινωνία, αλλά αυτός είναι ένας βλάσφημος χαρακτηρισμός. Διότι κανείς δε σκέφτηκε τι γίνεται το σώμα και το αίμα όταν περνά μέσα από το πεπτικό του σύστημα και όταν στρογγυλοκάθεται στον απόπατο για να τα κάνει. Το φαγητό όμως δεν είναι μονάχα πρώτη ύλη. Και ωμό δεν τρώει κανείς τίποτα. Παρεμβάλλεται μια κοινωνική σχέση από τις πιο επικίνδυνες, που κάποτε ονομάστηκε μαγείρεμα.

3353003377_7d1dddd3c3_o

Έτσι οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε εκείνους που παρέχουν καλό πράγμα, καλά αντικείμενα. Αυτούς με γη, έχειν, διασυνδέσεις, πρόσωπο, γνωστούς, αδιόρατες διασυνδέσεις. Και σε κείνους που ξέρουν να το μεταστοιχειώνουν. Αυτούς που είναι νομάδες, ύποπτοι, αφερέγγυοι, φαφλατάδες, απρόβλεπτοι, μάγοι. Χωρίς τους δε οι μεν δεν κάνουν τίποτε, και οι μεν χωρίς τους δε δεν πιάνουν μπάζα. Όχι στο νησί μας, τη Σπιναλόνγκα, που είναι όλο στόματα.

Εδώ είναι ένα μέρος που οι άνθρωποι, τα ζώα, τα πνεύματα, τα χασμουρητά, η φαγούρα, τα όνειρα, τα φαντάσματα, οι πορδές μιλάνε και κάποτε προειδοποιούν. Εδώ τα άγρια ζώα, όπως η αράχνη – «petit animal fort dangereux» είχε πει ένας επισκέπτης – σκοτώνουν για να φάνε, που ο νόμος δείχνει τα δόντια του για ψύλλου πήδημα, που παραμονεύουν οι φριχτές δαγκάνες του εμπόρου, οι γυαλισμένες μασέλες του δοσά, οι πράσινοι από τη νηστεία χαυλιόδοντες του παπά. Ένας κόσμος γεμάτος φανταστικές εικόνες από στόματα όλο λαιμαργία: το πουλί της αστραπής, που φέρνει θάνατο από ψηλά, το πουλί-κανίβαλος που ανοίγει τα κρανία των μαθητών με το ράμφος του – περί τα τρία μέτρα μακρύ – για να ρουφήξει τα μυαλά τους, οι μαινόμενες γυναίκες με τα τεράστια βυζιά και τα σαρκώδη χείλη που τη στήνουν σε ανυποψίαστους μπεκρήδες και τους παίρνουν στα όρθια καθώς τους κατασπαράζουν. Σε αυτόν τον κόσμο, ακόμα και τα μωρά… Τις προάλλες, ένα βρέφος τριών μηνών κατασπάραξε τη μητέρα του η οποία το θήλαζε όλο αγάπη.

Είναι, από κάθε άποψη, μια πρωτόγονη κοινωνία, το νησί μας. Και όπως σε όλες τις πρωτόγονες κοινωνίες το φαγητό και τα περί αυτό είναι ο μηχανισμός συνοχής της. Η πρωτόγονη κοινότητα είναι κατά μια έννοια μια ομοτράπεζη ομάδα. Και εμείς όλοι είμαστε συν-τροφοί. Το σώμα μας είναι ανοιχτό σε αυτό που μας ταΐζει το νησί μας, η σπιναλόνγκα, σε αυτά που μας δίνουν οι φίλοι μας. Καθώς μοιραζόμαστε τα τελετουργικά γεύματα, αποκτούμε τη θέση μας στην κοινότητα. Εμείς τρώμε το φαΐ της και εκείνη μας τρώει εμάς. Και για όλα φταίνε εκείνοι, οι ωραίοι, που τα έχουν όλα αυτά τα λιμπιστά, τα γλυκά και τα πλουσιοπάροχα. Είναι άρχοντες όταν μοιράζονται και η ομάδα μας η ωραία δένεται μέσα από τη μοιρασιά και όχι από την ανταλλαγή. Τι είναι η ανταλλαγή; Είναι όταν γνωρίζεις τον άλλον ως ξεχωριστό άτομο, αυτόνομο, που τρώει και μιλάει. Πάρε κύριε, και δώς’ ημίν σήμερον τα αφελήματα υμών. Αλλά όχι όμως κύριε, όχι εδώ ημείς δεν αφήνομεν τους οφειλέτες ημών, κορόιδα είμαστε; Α, όχι, μακρυά από μας τέτοιου είδους αιρέσεις. Εμείς μοιραζόμαστε με το σώμα που είναι ανοιχτό και από τις δυο μεριές, μπρος πίσω που λεν στην τηλεόραση οι μπάτσοι. Και όχι σαν κάτι άλλους που σφίγγονται και τα ξερνάνε όλα αν δεν τους αρέσει αυτό που τρώνε ή αυτό που λένε και πάντα ψάχνουν το λόγο: γιατί; γιατί; για ποιο λόγο;

Γιατί έτσι.

Εμείς όλοι είμαστε ένα. Η μαμά μας μας έκοψε ή δε μας έκοψε ποτέ την πιπίλα; Μας έφεραν ή δε μας έφεραν καθίκι; Δε μας έπλυναν τον ποπό; Δε μας μάλωσαν που φάγαμε τα σκατά μας; (Μωρέ τα φάγαμε και τα ευχαριστηθήκαμε – αααχχ!) Μας θήλαζε η μάνα μας ή η γειτόνισσα, ή η τσιγγάνα μέχρι που εικοσαρίσαμε ή όχι; Πάντως δεν περάσαμε τα φυσιολογικά δράματα ενός παιδιού όπως αυτά που μεγαλώνουν έξω από τη σπιναλόνγκα, και έτσι δεν αναπτύξαμε τις νευρώσεις που χαρακτηρίζουν κάθε φυσιολογικό ενήλικο απανταχού στον υπόλοιπο κόσμο και κάθε βιβλίο πραχτικής ψοφολογίας (ψηφολογίας; βηχολογίας; ξυστολογίας;). Αυτό δε σημαίνει πως δε μεγαλώσαμε. Απλώς έχουμε ένα πιο στοματικό τύπο προσωπικής αυτονομίας. Όταν αφήνουμε τη ρώγα της μάνας μας πιάνουμε τη ρώγα της κοινωνίας, της ομάδας ας πούμε. Συμβιώνουμε όχι μέσα στη μήτρα πια, αλλά όλοι μαζί, μέσα στα φαγιά μας και τα περιττώματά μας, που ανήκουν σε όλους μας. Τρώμε και μας τρώνε. Κολυμπάμε τρώγοντας σε ένα ωκεανό σκατού. Ωραία μυζήθρα!

Σίγουρα δεν είμαστε μια αγαπημένη οικογένεια, και μην αμφιβάλετε ποτέ για αυτό. Απλώς είμαστε λίγο πιο κλειστοί από όλες τις υπόλοιπες ομάδες, από όλες τις υπόλοιπες χώρες. Και δεν βλέπουμε πέρα από τη μύτη μας, μας απασχολεί μόνο ό,τι συμβαίνει εδώ, σε μας. Τα σύνορά μας σταματούν εκεί που βρίσκεται ο πιο απομακρυσμένος από μας, που σίγουρα έφυγε να πάει να βρει χοχλιδάκια (είναι τρέλα άμα τα αφήσεις να σακάσουν με λίγα μακαρόνια και μετά τους ρίξεις μια χούφτα γιασεμί και όταν φάνε και τούτο, βάλεις λίγο αλατάκι στο κέλυφος, τα τηγανίσεις με δεντρολίβανο και τα σβήσεις με γερό ξύδι). Και δεν υπάρχει τίποτα έξω από αυτά, μα τίποτα, ούτε καν κοχλίες. Οι παραέξω δεν ξέρουν να τρώνε όπως εμείς. Έτσι, όπου και να πάμε είμαστε μέσα στη χώρα μας, αλλά εμείς προτιμούμε το νησί μας, γιατί έχει πολλές παραλίες και ως γνωστόν, όταν ρεύεσαι στην ακροθαλασσιά ο θαλασσινός αέρας προκαλεί αναρρόφηση και εμπλουτίζει το αίμα με ιώδιο, κάλιο, νάτριο, μαγνήσιο, που είναι ευστόμαχα και επισπεύδουν την χώνεψη και το επόμενο γεύμα. Τι μας νοιάζει εμάς που είναι τα σύνορα; Μόνο τι μπαίνει και τι βγαίνει να ξέρουμε, μας φτάνει.

Και μη νομίζετε ότι δεν έχουμε και εμείς τους καλύτερους μας και τους χειρότερούς μας, τους πιο – ας πούμε – εκλεκτούς και τους λιγότερο – ας πούμε – καταφερτζήδες. Όλους τους αγαπάμε, ούτε λόγος, μα είναι και κάποιοι πιο αγαπημένοι. Μα αυτοί δεν είναι πιο ψηλά, όχι κύριε. Είναι πιο μέσα. Είναι – ας πούμε – πιο κοντά στο τραπέζι για να προλαβαίνουν τα πιο ζουμερά κοψίδια. Κάνουν ένα κύκλο γύρω του και οι υπόλοιποι φτιάχνουν ένα μεγαλύτερο γύρω τους, σαν να τους έχουν μέσα, σα να τους τρώνε – ας πούμε. Και άλλοι ακόμα παραέξω, πιο λιγότερο αγαπημένοι, ή που απλώς άργησαν, γιατί αυτά τα πράγματα είναι και λίγο έτσι, άμα αργήσεις, δεν έχεις και την απαίτηση να φας, έτσι; Δείχνει έλλειψη σεβασμού προς την ομάδα. Μη νομίζετε ότι οι πιο αγαπημένοι ο μέσα κύκλος καλοπερνούν, όχι. Πιάνουν τις πανσέτες καυτές και τους καίγονται τα δάχτυλα και η γλώσσα, και μέχρι να καταπιούν τους έχει γδαρθεί όλος ο οισοφάγος και χτυπάνε στη γωνιά του τραπεζιού τα λαγόνια τους και τα μαλακά τους καθώς τους σπρώχνουν οι από πίσω για να φτάσουν, και τους λούζουν σάλια και φωνές και βρισίδια, όχι, καθόλου δεν καλοπερνάνε οι μέσα, γι’ αυτό μιλάνε λιγότερο και πιο σιγά. Οι υπόλοιποι τους υποψιάζονται πως είναι από ματαιοδοξία ας πούμε που φτάσανε στο μέσα κύκλο, μα δεν κοτάνε και κείνοι να πάνε πιο κοντά, παρά απλώνουν από μακρυά τα κουλά τους μπας και πιάσουν κοψίδι. Τάλε κουάλε είμαστε όλοι, σαν κείνες τις κούκλες που τις ανοίγεις και βρίσκεις την ίδια μέσα και την ανοίγεις και αυτή και πάλι η ίδια είναι, μόνο μικρότερη, ώσπου φτάνεις να μη βρείς κούκλα καθόλου γιατί είναι τόσο μικρή που δεν τη βλέπεις, αλλά ξέρεις ότι κούκλα είναι πάλι.

Είπαμε πριν για τους μάγειρες, αυτούς και αν δεν τους εμπιστεύεται κανείς, μα και δεν μπορεί χώρια τους. Η υποψία είναι μια παλιά ιστορία, πολύ παλιά, και εγώ θα σας την πω όπως την άκουσα. Λένε λοιπόν ότι στα πολύ παλιά χρόνια, τόσο παλιά που ούτε εγώ θυμάμαι ούτε κανένας άλλος από εμάς, κάποιος από τη σπιναλόνγκα έφυγε από το νησί. Τώρα πως τα κατάφερε, πήρε βάρκα, αρπάχτηκε από τα φτερά του στραβοκάνη γυπαετού, που λέγεται πως ταξιδεύει ίσαμε πέρα από τη θάλασσα – και οπωσδήποτε δεν τρώγεται με τίποτα, έχω δοκιμάσει; Άγνωστο. Πάντως έφυγε. Τότε οι άνθρωποι λένε πως ζούσανε σε κουτιά, και πως κανένας δεν αναγνώριζε τους άλλους, παρά νόμιζε πως ήταν ο ίδιος που έβλεπε τον εαυτό του όνειρο. Πόσο μάλλον να ήξεραν ότι υπάρχει και κάτι πέρα από τη θάλασσα. Μπορεί και να μην έφυγε κανείς, αλλά να ήρθε κάποιος από κάποια άλλη χώρα. Τέλος πάντων, κάποια μέρα ήρθε κάποιος από τη θάλασσα και περπατώντας έφτασε ως το πρώτο κουτί που βρήκε και ρώτησε εκείνον που καθόταν μέσα αν είχε κάτι να του δώσει να φάει. Ήτανε τόσο παλιά που οι άνθρωποι στη σπιναλόνγκα δεν καταλάβαιναν ούτε τι θα πει να τρώει κανείς. Δηλαδή δεν είχανε λέξη που να σημαίνει τρώγω. Ο άνθρωπος λοιπόν δεν κατάλαβε, αλλά του έγνεψε να καθήσει, και, όπως συνηθιζόταν, του έφερε φαΐ, πολύ φαΐ και πιοτό, πολύ πιοτό. Και αφού ο άλλος έφαγε και ήπιε, έβγαλε από την τζέπη του και του έβαλε στο χέρι ένα μικρό ψαράκι από γυαλί. Ο άνθρωπος το πήρε και το φύλαξε στο ψυγείο του για να το φάνε την επομένη μαζί με τους υπόλοιπους, απορώντας με κείνο τον βάρβαρο ξένο που δεν ήξερε να κάνει ούτε ένα απλό κανίσκι. Όλοι τότε ξέρανε, αν και ήταν παλιά, πως το κανίσκι ήταν καλύτερο όσο περισσότερο περιμένεις. Όμως επειδή τα έθιμα τότε ήταν αυστηρά και επέτασσαν να φάνε το κανίσκι του ξένου την επομένη, κάλεσε όλη την ομάδα στο σπίτι του και τους έβαλε μπροστά το μικρό γυάλινο ψαράκι. Οι καθήμενοι στο μέσα κύκλο, αν και ντράπηκαν, όρμησαν να το αρπάξουν, και αφού παλεψαν λίγη ώρα γιατί το ψαράκι γλυστρούσε, ένας από αυτούς κατόρθωσε να του ρίξει μια γερή δαγκωνιά. Φυσικά έσπασε το δόντι του και έμπηξε τις φωνές, πράγμα που θεωρήθηκε μεγάλη αγένεια αφού όλοι ήξεραν, ακόμα και τότε τόσο παλιά, πως πρώτα τρώνε όλοι και μετά αρχίζει το τραγούδι. Ας μην τα πολυλογώ όμως, γιατί έχω αρχίσει να πεινάω, όλοι κατάλαβαν κάποια στιγμή πως ο ξένος τους την έφερε και πως το ψάρι του δεν τρωγόταν με τίποτα. Κάτι τέτοιο ήταν ανήκουστο τότε, αν και σήμερα είναι ίσως λίγο πιο συνηθισμένο. Πιάσαν λοιπόν τον ξένο και θα τον σκοτώναν στα σίγουρα (είχαν αρχίσει να συζητάνε το πως όταν τους έπιασε πείνα και βάλανε μπρός να φάνε) όταν εκείνος τους μίλησε για μια παράξενη συμφωνία. Τους είπε ότι αν τον αφήσουν ελεύθερο θα τους έφερνε ακόμα περισσότερα τέτοια ψαράκια. Και πως, αν τον έλυναν αυτή τη στιγμή, θα τους έφερνε ένα φαγητό που δεν θα το είχαν ξαναφάει ποτέ τους. Τα πάντα μπορεί είναι οι σπιναλογκίτες, αλλά λιγούρηδες δεν είναι. Τον έλυσαν λοιπόν στη στιγμή, και μετά περίμεναν όλο προσμονή το νέο φαγητό που θα τους έφερνε ο ξένος. Τότε οι άνθρωποι δεν ήξεραν να μαγειρεύουν, έτρωγαν τα φαγιά όπως τα έβρισκαν, το πολύ να τα καθάριζαν λίγο με το μανίκι ή γλύφοντάς τα. Ο ξένος έκανε κάτι πρωτοφανές: Πήρε ένα μεγάλο μπούτι χοιρινό και το έβαλε να ψηθεί στη φωτιά, περιχύνοντάς το που και που με λάδι στο οποίο είχε ρίξει αλάτι και μυρωδικά. Και μόνο η οσμή ήταν αρκετή να βάλει μπροστά τους σιελογόνους αδένες της ομάδας, η οποία σε κατάσταση αλλοφροσύνης ετοιμαζόταν για ένα πρωτοφανές γεύμα. Όταν το μπουτάκι ήρθε και μέλωσε να πούμε, και έφτιαξε πέτσα τραγανή και μυρωδάτη, που ήταν να σου έρχεται ζαλάδα, και έσταζε καθαρό ζουμί από τις τρύπες που φιλοξενούσαν σκελίδες σκόρδο και κλωνάρια δεντρολίβανο, ο ξένος σταμάτησε τις οιμωγές τους με ένα νεύμα. Ζήτησε τότε επτά γυάλινα ψαράκια σε αντάλλαγμα, ειδάλλως θα πέταγε το χοιρομέρι στη θάλασσα.

Ο μύθος τελειώνει εδώ, και όποτε τον λέμε στη σπιναλόγκα δε μας μένει άντερο από τα γέλια. Πραγματικά είναι η καλύτερη ιστορία για να πεις όταν έχει πέσει γενικευμένη δυσπεψία και υπάρχει κίνδυνος να μείνει γαλακτομπούρεκο αφάγωτο ή καμιά κρεμ μπρυλέ απείραχτη. Γιατί, τι να σου κάνει ένα γυάλινο ψαράκι όταν έχεις στην πλάτη σου γερή φωτιά, στο χέρι σου παϊδάκι ή κοντοσούβλι και μπροστά σου τίγκα το ποτήρι στο μπρούσκο; Το σίγουρο είναι πως έμεινε αξεκαθάριστη η ιστορία των μαγείρων και όλοι τους βλέπουν με μια παράξενη διάθεση, κυρίως λόγω της μανίας τους να ταξιδεύουν, και γιατί κανείς τους δεν έχει φτάσει ποτέ μπροστά-μπροστά στο τραπέζι.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: