Μέτρηση και Χρηματιστηριακή Οικονομία

Του Christian Marazzi

από την ιστοσελίδα: http://www.generation-online.org/c/fc_measure.htm

Το κειμενάκι που ακολουθεί είναι μια μικρή παρέμβαση στην επικαιρότητα, κάτι που το μπλόγκ αυτό δεν συνηθίζει. Έκρινα όμως ότι πρέπει να δημοσιευτεί, διότι θέτει μια κατ’εμέ σωστή βάση πάνω στην οποία μπορούμε να μιλήσουμε για την παρούσα «κρίση», ίσως τη σοβαρότερη που αντιμετωπίζει η παγκόσμια οικονομία τον τελευταίο αιώνα. Η συζήτηση αυτή για μένα δεν μπορεί να περιστρέφεται γύρω από την παραδοσιακή γκρίνια της αριστεράς, ούτε γύρω από το αν τελικά περισσότερο ή λιγότερο κράτος είναι αυτό που χρειάζεται στον καπιταλισμό για να επιζήσει. Πρέπει, αντίθετα, να πάρει πιο «κινηματικό» χαρακτήρα. Να σταματήσει δηλαδή να αναρωτιέται «τις πταίει» και να αρχίσει να σκέβεται «τι να κάνουμε».

Επειδή έτοιμες απαντήσεις δεν υπάρχουν, αλλά ούτε και έτοιμες ερωτήσεις, καταθέτω απλώς εδώ τρία χαρακτηριστικά που νομίζω χρωματίζουν την περίσταση: Πρώτον, είναι σαφές ότι κανείς δε συζητά πλέον για νεοφιλελευθερισμό, κρατικοποιήσεις, ή σοσιαλιστικά μοντέλα ανάπτυξης με τον ίδιο τρόπο. Έχει γίνει ξεκάθαρο ότι κορυφαίο μέλημα είναι να σωθεί ο καπιταλισμός, να διατηρηθεί πάση θυσία η αέναη κερδοφορία, να συντηρηθεί η υπάρχουσα κατάσταση. Το ιδεολογικό παιχνίδι παίζεται βέβαια μπροστά στις κάμερες, στη βουλή, στο βήμα των ρητόρων. Βασική του συνιστώσα είναι το γνωστό παραμύθι που βρίσκεται στη βάση της πρωτογενούς συσσώρευσης, όπως το είχε άλλοτε εντοπίσει ο Μαρξ. Το παραμύθι βέβαια άλλαξε, και στις μέρες μας λέει πως για όλα δε φταίει ο καπιταλισμός, αλλά οι πονηροί και άπληστοι εκείνοι που εκμεταλλεύονται τις αδυναμίες του για να πλουτίσουν. Στην ουσία όλοι, ακόμα και εκείνοι που απορούν από πότε το φαιρ πλέι έγινε αρχή της ελεύθερης αγοράς, συμφωνούν σε αυτή τη βασική αρχή: καπιταλισμός ή χάος. Δεύτερον, είναι εμφανές ότι η καθεστωτική αριστερά μασάει τα νύχια της, έχει φτάσει στο σημείο να προτάσσει την οπισθοχώρηση προκειμένου να κερδίσει μια αμφίβολη νίκη απέναντι στις νεοφιλελεύθερες δυνάμεις οι οποίες είναι ξεκάθαρο ότι τα έκαναν σκατά. Η τακτική της είναι τακτική νηπιαγωγείου: «σας τα λέγαμε εμείς, είδατε τώρα; Πάμε πίσω στο φιλόξενο κρατισμό και όλα θα λυθούν». Το τρίτο είναι ότι πλέον η συζήτηση περί οικονομίας γίνεται με όρους συναισθηματικούς: πανικός, αγωνία, εμπιστοσύνη, κλπ. Κάτι τέτοιο δεν είναι τυχαίο, και χρειάζεται από μόνο του μια σοβαρότερη εξήγηση που ίσως μας οδηγεί στην αρχή του μίτου που δείχνει προς την έξοδο. Αυτό επιχειρεί με σύντομο τρόπο το κείμενο που ακολουθεί. Καλή ανάγνωση.

Θα προσπαθήσω να εξετάσω το ερώτημα της αξίας και του μέτρου στη διαδικασία της μετατροπής σε χρηματιστηριακό κεφάλαιο. Δεν θα διαβάσω ένα έτοιμο κείμενο, αλλά μια λίστα σημείων και ερωτημάτων την οποία θα σας μοιράσω κατόπιν. Ας αρχίσω από το τέλος για να σιγουρευτώ ότι θα καταλήξουμε κάπου.

Το τέλος είναι να ρωτήσουμε: τι εννοούμε όταν ρωτάμε για το μέτρο ή την μονάδα μέτρησης κάποιου πράγματος; Θα το θέσω ευθέως: το μόνο ενδιαφέρον που έχουμε στον τρόπο με τον οποίο η μαρξιστική παράδοση ορίζει την αξία ή κατασκευάζει μια θεωρία της αξίας, το μόνο ενδιαφέρον σε αυτή την προσπάθεια, βρίσκεται στην αντίφαση στην οποία οδηγεί η θεωρία της αξίας. Το να μετράς την αξία, είναι, πρώτα απ’ όλα, να θέτεις το ερώτημα της κρίσης της αξίας. Η μονάδα μέτρησης της διαδικασίας αξιοποίησης είναι η κρίση, ο μηχανισμός της εκμετάλλευσης ξεσκεπάζεται μέσα από την κρίση, και οι υλικές συνθήκες της απελευθέρωσης τίθενται από την κρίση. Εκεί θέλω να καταλήξω.

Ας επιστρέψουμε λοιπόν στην αρχή. Νομίζω ότι το ερώτημα της αξίας και το ερώτημα του μέτρου στη διαδικασία της μετατροπής σε χρηματιστηριακό κεφάλαιο βρίσκεται πάντοτε στην κατανόηση της μεταβολής της φύσης της εργασίας. Χωρίς να προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε τι συνέβη στην εργασία, δεν είναι δυνατόν να καταλάβουμε πλήρως τι είναι το χρηματιστηριακό κεφάλαιο. Είχα γράψει ένα βιβλίο για τη χρηματιστηριακή κρίση 10 χρόνια πριν, ήταν το 1997/1998, και πέρασα αρκετό καιρό για να ενημερωθώ για τη νέα χρηματοπιστωτική ορολογία, αλλά τότε υπήρχε στο βιβλίο και ένα κεφάλαιο για τα παράγωγα χρηματιστηριακά προϊόντα (derivatives)… πρέπει να σας πω ότι δεν θυμάμαι ακριβώς τι έγραφα. Αλλά αυτό που θυμάμαι είναι πως όταν προσέγγιζα το ερώτημα, το νόημα δηλαδή των παραγώγων προϊόντων, κατάλαβα, νομίζω πως κατάλαβα, ότι αυτά δεν είναι παρά ένας τρόπος να μετατραπεί το ρίσκο σε αγαθό. Είναι ενδιαφέροντα ακριβώς επειδή θέτουν το ερώτημα του πως γίνεται να γίνει αγοραστικό αγαθό κάτι που βρίσκεται έξω από την αγορά αγαθών, όπως το ρίσκο, το οποίο αναμειγνύεται άμεσα σε τεχνολογικές αλλαγές και καπιταλιστικές επενδύσεις. Κάτι άλλο που θυμάμαι από την εμπειρία της συγγραφής ή τέλος πάντων της προσπάθειάς μου να καταλάβω τι συνέβαινε τότε, κατά τη διάρκεια της ασιατικής κρίσης του 1997, είναι ότι δεν ήμουν καθόλου ικανοποιημένος από την παραδοσιακή κριτική ή προσέγγιση στο χρηματιστηριακό κεφάλαιο. Ξέρετε ότι υπάρχει μια ολόκληρη παράδοση, τόσο στον ορθόδοξο Μαρξισμό, όσο και στον Κεϋνσιανισμό, ή τουλάχιστον σε κάτι που συνδέεται με τα νέο-ρικαρντιανά οράματα περί χρηματιστηριακού κεφαλαίου, η οποία θεωρεί το χρηματιστηριακό κεφάλαιο ως παρέκκλιση από το πραγματικό παραγωγικό κεφάλαιο. Δεν νομίζω ότι μπορούμε πλέον να μιλάμε για χρηματιστηριακό κεφάλαιο με αυτόν τον τρόπο. Αυτό δε σημαίνει ότι το χρηματιστηριακό κεφάλαιο έχει γίνει πιο σέξυ. Είναι το ίδιο οδυνηρό και απαίσιο όπως ήταν πάντα.

Αυτό δεν είναι όμως το θέμα. Το θέμα είναι ότι υπάρχει μια μεταβολή των κατηγοριών που χρησιμοποιούνται τον 20ο αιώνα. Για παράδειγμα είναι δύσκολο σήμερα να ξεχωρίσουμε ανάμεσα σε κεφάλαιο και πρόσοδο (rent), το κέρδος βρίσκεται στη διαδικασία του «γίγνεσθαι-πρόσοδος», η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους καταρρέει, αλλά αυτό δε συμβαίνει διότι το κεφάλαιο δε συσσωρεύεται ή δεν αυξάνεται πλέον, άρα τα πάντα είναι απλώς μια σπέκουλα, αλλά διότι πρόκειται για ένα νέο τρόπο παραγωγής στον οποίο η σχέση μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου έχει αλλάξει. Με ποιόν τρόπο λοιπόν έχει αλλάξει τελευταία;

Για να καταλάβουμε την αξία, ή το μέτρο, το νέο μέτρο, τη μονάδα μέτρησης, πρέπει να αντιμετωπίσουμε την ερώτηση της ταξικής σύνθεσης, τουλάχιστον έτσι νομίζω εγώ. Αν και αυτή η έκφραση είναι ακόμα στο γίγνεσθαι, διότι δεν έχουμε ακόμα μια ομογενή σύνθεση, ισχύει το ότι η σχέση ανάμεσα στη συσσώρευση κεφαλαίου και χρηματιστηριακού κεφαλαίου βασίζεται σε μια συγκεκριμένη αλλαγή η μεταβολή. Νομίζω ότι αυτό που χαρακτηρίζει τη μεταβολή από το φορντικό καθεστώς συσσώρευσης στο παρόν καθεστώς (πείτε το όπως θέλετε) είναι τούτο: μιλώντας για την αλλαγή στη φύση της εργασίας, αυτό που πραγματικά χαρακτηρίζει τη μετάβαση είναι ότι οι βασικές λειτουργίες του σταθερού κεφαλαίου, των μηχανών, που ήταν ηγεμονικές στην φορντική περίοδο, έχουν μεταφερθεί στο σώμα της εργατικής δύναμης. Αυτό εννοώ όταν μιλάω για την ανάδυση μιας νέας «γενικής διανοητικότητας» (general intellect), μετά-Grundrisse, (όταν αυτή ήταν ακόμα σταθερή στο σταθερό κεφάλαιο). Αυτό που τώρα επέτρεψε το ξεπέρασμα της κρίσης του φορντισμού είναι αυτή η μεταφορά των λειτουργιών που προηγούμενα εκπλήρωνε το σταθερό κεφάλαιο στο σώμα της εργατικής δύναμης. Η πρότερη «γενική διανοητικότητα» βρίσκεται μέσα στη ζωντανή εργασία. Με αυτή την έννοια, υπάρχει ένα «γίγνεσθαι-μηχανή» του σώματος της εργατικής δύναμης. Κάτι τέτοιο βρίσκεται στην ιδέα της Luciana Parisi περί βιταλισμού, την οποία παρουσίασε χτες, στην ερμηνεία του Gabriel Tarde από τον Maurizio Lazzarato, και τη θεωρία του πλήθους των Negri και Hardt.

Αυτό δεν είναι όμως παρά η βάση της θεωρητικής και κριτικής αυτής ερμηνείας. Έτσι, θέτει πολλές ερωτήσεις: όταν μιλάμε για τη μεταφορά των λειτουργιών του σταθερού κεφαλαίου, για παράδειγμα τη συνεργασία και την παραγωγή γνώσης, η αντίφαση μεταξύ αυτού που γνωρίζουμε και αυτού που θέλουμε να ανακαλύψουμε είναι τυπική αντίφαση της θεωρίας της αξίας του Μαρξ: το ήδη σταθερό κεφάλαιο δεν μπορεί να αποσβεστεί με βάση την εργασιακή θεωρία της αξίας. Ο μόνος τρόπος να ξανακερδηθεί ό,τι επενδύθηκε σε σταθερό κεφάλαιο είναι μέσω του μηχανισμού των τιμών, οι οποίες δεν αντικατοπτρίζουν το τμήμα της αξίας που παράχθηκε μέσω της εργασίας. Το πρόβλημα και η αντίθεση αυτή βρίσκεται σήμερα μέσα στα σώματά μας, μέσα σε μας ως εργατική δύναμη. Αυτό θέτει ένα πολιτικό ερώτημα: μπορούμε ακόμα σήμερα να ορίσουμε την αξία της εργατικής δύναμης ως C +V, αλλά αυτό το C δεν έχει εγκυρότητα στην αγορά εργασίας στο νέο καθεστώς καπιταλιστικής συσσώρευσης. Έτσι, η απόσβεση που γίνεται μέσα μας, η προσπάθεια που κάνουμε για να επιζήσουμε, να βρούμε δουλειά, να μορφωθούμε και να μείνουμε ενήμεροι, δεν αναγνωρίζεται και υπαινίσσεται στα θεμέλια της τη θεσμοποίηση της εργατικής δύναμης.

Έχουμε μεγάλη καθώς φαίνεται δυσκολία να βρούμε έναν τρόπο να επενδύσουμε σε αυτό το σταθερό κεφάλαιο μέσα μας. Οι λογαριασμοί του κράτους ακόμα εκλαμβάνουν την εκπαίδευση ως έξοδο, και όχι ως επένδυση, για παράδειγμα. Αλλά η μεταφορά αυτή του σταθερού κεφαλαίου μέσα στο σώμα της εργατικής δύναμης είναι ένα ανθρωπογενετικό πρόβλημα. Είναι η παραγωγή ανθρώπου από άνθρωπο. Σημαίνει ότι οι τομείς που αποτελούν τον κινητήρα της καπιταλιστικής συσσώρευσης είναι η υγεία, η εκπαίδευση και ο πολιτισμός. Αυτοί παράγουν τα μεγαλύτερα εισοδήματα, θέσεις εργασίας, και τα περισσότερα προβλήματα διότι βρίσκονται στο νέο σύνορο της καπιταλιστικής ιδιωτικοποίησης, καθόσον παλαιότερα αυτές βρισκόταν στο χώρο του κράτους-πρόνοιας ή στο δημόσιο κοινό. Έτσι προκύπτει το ανθρωπογενετικό πρόβλημα και το μοντέλο που παράγεται από αυτή τη μετακίνηση.

Η γενική διανοητικότητα που κάποτε ταυτίζαμε με τις δυνάμεις της παραγωγής και το περιεχόμενο των μηχανών βιομηχανικού τύπου, σήμερα βρίσκεται στο σώμα της ζωντανής εργασίας. Αν και υπάρχει ακόμα δισταγμός όταν έχουμε να κάνουμε με άυλη και υλική εργασία – διότι είναι εύκολο να αντιμετωπίσουμε αυτές τις θεωρίες ως κάτι που είναι έξω από την υλικότητα της ζωής και την πραγματικότητα της εργασίας – δε νομίζω ότι υπάρχει διάκριση, καθότι δεν υπάρχει και δυνατός διαχωρισμός ανάμεσα σε σώματα και μυαλά. Επίσης, υπάρχει μια κάποια από-υλοποίηση της εργασίας λόγω του γεγονότος ότι η τεχνολογία έχει επανακαθορίσει την οικιακή εργασία. Ταυτόχρονα όμως, ο μόχθος της έχει αυξηθεί: υπάρχει περισσότερη δουλειά σήμερα στην αναπαραγωγική σφαίρα απ’ ό,τι πρωτύτερα. Ίσως είναι περισσότερη πολιτιστική δουλειά, περισσότερη εννοιακή δουλειά, ή να έχει να κάνει με την οργάνωση της ζωής των παιδιών, αλλά παρόλα αυτά είναι πολύ έντονα σωματική και οδυνηρή. Ίσως το να δούμε ότι το σταθερό κεφάλαιο βρίσκεται στο σώμα της ζωντανής εργασίας σημαίνει να ξεπεράσουμε αυτές τις αντιφάσεις. Όμως δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε τη σημασία των άυλων οικονομικών στοιχείων (intangibles) σήμερα στην απόπειρα να καλυφθούν οι ανάγκες της συγκεκριμένης προσπάθειας για εργασία.

Αυτή είναι η αρχή μου για να σκεφτώ πάνω στη διαδικασία μετάβασης σε χρηματιστηριακό κεφάλαιο. Αυτό ξεκινά στη δεκαετία του 1970 με τη χρηματιστική κρίση της Νέας Υόρκης, όταν οι συντάξεις του δημοσίου επενδύθηκαν σε ομόλογα ώστε να σωθεί η πόλη και κατόρθωσαν να αναστείλουν το φόβο των ιδιωτών επενδυτών. Δείτε για παράδειγμα την ιδέα του σοσιαλισμού των συνταξιοδοτικών ταμείων. Η μετατροπή σε χρηματιστηριακό κεφάλαιο είναι ο νέος, παράδοξος, τρόπος με τον οποίον το κεφάλαιο παράγει το κοινό μέσω δικαιωμάτων στην ιδιωτική ιδιοκτησία, αντί δικαιωμάτων στην κοινωνική ιδιοκτησία. Αυτό που κρίνεται πλέον είναι η φύση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας.

Ο συνήθης τρόπος να αντιμετωπίζεται το χρηματιστηριακό κεφάλαιο είναι ως παρασιτικό. Δεν είναι όμως. Είναι το αντίστοιχο του Κεϋνσιανού κρατικού ελλείμματος στο Φορντισμό. Αυτό που το κάνει τόσο διαφορετικό είναι το ότι έχει ήδη υπάρξει μια διαδικασία ιδιωτικοποίησης του ελλείμματος. Τώρα πια, είναι το ιδιωτικό χρέος που προσθέτει την αναγκαία ζήτηση για συσσώρευση, ενώ στο παρελθόν ήταν το κράτος που δημιουργούσε αυτή την πρόσθετη ζήτηση. Αλλά αυτό το έλλειμμα που δρα τώρα είναι ένα ιδιωτικοποιημένο έλλειμμα που δεν μπορεί απλώς να θεωρηθεί παρασιτικό αλλά αντίθετα αναφέρεται στην ιδιοκτησία αυτού που μόλις παρήχθη. Η διαδικασία αυτή άρχισε τη δεκαετία του 1970, ανοίγοντας το ερώτημα του τι ακριβώς είναι ο κομμουνισμός του κεφαλαίου. Χρόνια πριν, ο Τόνι [Νέγκρι] είπε, γιατί δεν ρίχνεις μια ματιά σε αυτό; Και όποτε λέει κάτι τέτοιο το κοιτάζω πολύ προσεκτικά, διότι συνήθως μου αλλάζει τη ζωή και τη σταθερότητα, οπότε προσπαθώ να τον βλέπω όσο το δυνατόν λιγότερο, αλλά το θέμα είναι ότι όντως διείδε κάτι εκεί που όντως διακυβεύονταν. Η διαδικασία όμως εκείνη δεν είχε να κάνει με την κεφαλαιοποίηση ή την κοινωνικοποίηση των συλλογικών καταθέσεων μας (ειρήσθω εν παρόδω ότι όταν συζητάμε για βιοκαπιταλισμό χρειάζεται να κοιτάξουμε τον χρηματιστικό ρόλο των συντάξεων αλλά επίσης και το τι σημαίνει για μας, για τη ζωή μας μελλοντικά, να είμαστε στην αγορά). Είχε επίσης αρχίσει ως κρίση κερδοφορίας. Η σύνθεση του κεφαλαίου στη δεκαετία του 1970 ήταν τέτοια που το κεφάλαιο δεν ήταν ικανό πλέον να ρουφήξει και να εξάγει υπεραξία.

Συνήθως, όταν οι αναλυτές εξετάζουν εκείνη την κρίση κερδοφορίας της δεκαετίας του 70, λένε πως η διαδικασία χρηματιστηριοποίησης ήταν ένας τρόπος να ανανήψουν τα κέρδη, ο οποίος δεν ήταν δυνατόν να λάβει χώρα μέσα στο εργοστάσιο. Αυτό αληθεύει, αλλά δε σημαίνει ότι πρέπει να θεωρήσουμε ό,τι συνέβη κατόπιν ως αντιπαραγωγικό. Η έξοδος από το εργοστάσιο ώστε να ξανακερδηθούν αυτά που δεν θα μπορούσαν να υλοποιηθούν μέσα σε αυτό είναι παράλληλη και συμμετρική διαδικασία σε εκείνη της αξιοποίησης που κινήθηκε πέρα και έξω από τις πύλες του: τότε την ονομάζαμε αυτή τη δεύτερη διαδικασία κοινωνικοποίηση του προλεταριάτου, κοινωνικό εργάτη, πράγμα που σήμαινε ότι τα όρια της διαδικασίας της παραγωγής αξίας δεν μπορούσαν να περιοριστούν μέσα στο εργοστάσιο. Νομίζω ότι μπορούμε να αντιληφθούμε πως η μετάβαση στο χρηματιστηριακό κεφάλαιο είναι μια μορφή συσσώρευσης κεφαλαίου και όλες οι επιπτώσεις της παραγωγής που βρίσκονται στην κοινωνία, διάχυτες στα σώματα της εργατικής δύναμης. Έτσι, το κέρδος που κάποτε θεωρούνταν, με μια ρικαρδιανή η μαρξιστική ανάλυση ως παραγωγή αξίας μέσα στο εργοστάσιο, μοιάζει πλέον περισσότερο με πρόσοδο παρά με εξαγωγή αξίας, αλλά υπάρχει και μια εξωτερικότητα του κέρδους που είναι συμμετρική με την αυτονομία του νέου προλεταριάτου. Λέγοντας αυτό εννοώ ότι η αυτονομία σχηματίζει τα μέσα παραγωγής, πράγμα όχι απαραίτητα καλό, εφόσον η επισφάλεια είναι μια άρθρωση αυτής της αυτονομίας. Εκείνο που κάποτε ήταν η εξωτερικότητα της προσόδου απέναντι στη διαδικασία παραγωγής, ως μια τροπικότητα (dispositif) της αιχμαλώτισης της αξίας η οποία παρήγαγε πλούτο, συνεχίζει να είναι η ίδια εξωτερικότητα. Απλώς, εκείνο που κάποτε ήταν γη, σήμερα είναι γνώση, για να το πούμε με ένα φυσιοκρατικό τρόπο. Αν στη θέση της γης βάλουμε την κοινωνική γνώση, τη συνεργασία, πλησιάζουμε στην σημερινή κατάσταση. Για τους φυσιοκράτες, τα μέσα παραγωγής ήταν μη-παραγωγικά, το μόνο πράγμα που ήταν παραγωγικό ήταν η γη. Το σταθερό κεφάλαιο χάνει τη στρατηγική του σημασία. Η χρηματιστηριοποίηση είναι ο τρόπος να εξάγεις υπεραξία από τη νέα ταξική σύνθεση.

Τι είναι λοιπόν το μέτρο σήμερα; Όταν εξετάζουμε τις διαδικασίες μετάβασης σε χρηματιστηριακό κεφάλαιο, ερχόμαστε αντιμέτωποι με συναισθήματα, αισθήσεις, πανικό, όλες αυτές τις συγκινησιακές (affective) πλευρές του ανθρώπου που πρότεινε ο Σπινόζα, και συμφωνώ με το γεγονός ότι το αθρωπογενετικό μοντέλο καπιταλιστικής συσσώρευσης περιστρέφεται γύρω από αυτά τα αισθήματα, αλλά όσον αφορά το χρηματιστηριακό κεφάλαιο, για να επιστρέψουμε στη διάκριση ανάμεσα σε αληθινό και πλασματικό κεφάλαιο, υπάρχει μια τέλεια λογική σε αυτά τα αισθήματα, η οποία προέρχεται από την έλλειψη ή την υπερχείλιση πληροφορίας, που μας αναγκάζει να δράσουμε με έναν τρόπο που είναι κανονικά και λογικά μιμητικός, διότι δεν ξέρουμε τι άλλο να κάνουμε. Αλλά τα συναισθήματα είναι μέρος της διαδικασίας με την οποία διαλέγουμε τις μετοχές στις οποίες θα επενδύσουμε.

Οι εναλλακτικές μορφές ενέργειας είναι, καθώς φαίνεται, η νέα μας σύμβαση, που θα μας οδηγήσει σε μια νέα φούσκα. Ο μόνος τρόπος να εισάγουμε την έννοια του μέτρου είναι να δεχτούμε ότι το μέτρο είναι δυνατόν όχι με όρους μέτρησης του απείρου, αλλά για να μετρηθεί η διαδικασία που οδηγεί στο άπειρο και η μέτρηση αυτών των κομματιών που οδηγούν στο άπειρο είναι η κρίση.

One Response to “Μέτρηση και Χρηματιστηριακή Οικονομία”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: