Είμαστε Όλοι Εργάτες: Μια Ταξική Ανάλυση των Εργατικών Αγώνων στο Πανεπιστήμιο.

Της Amy Pason από το ηλεκτρονικό περιοδικό Ephemera: theory & politics in organization.

Αν και η διοίκηση του πανεπιστημίου έστελνε το φθινόπωρο του 2007 αναρίθμητα μέηλ προσπαθώντας να πείσει ότι «οι εργασίες συνεχίζονται» – business as usual, καμιά δουλειά δε συνεχιζόταν διότι οι υπάλληλοι, τεχνικοί και υγειονομικοί εργαζόμενοι της Αμερικάνικης Ένωσης Πολιτειακών, Επαρχιακών και Δημοτικών Εργαζομένων (American Federation of State, County, and Municipal Employees – AFSCME) κατέβηκε σε απεργία για το βασικό μισθό στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα. Οι εργαζόμενοι της AFSCME στο πανεπιστήμιο αυτό ελέγχουν την καθημερινή λειτουργία του πανεπιστημίου, από τον προγραμματισμό των αιθουσών, την καταλογογράφηση της βιβλιοθήκης, τη διαχείριση των προϋπολογισμών του τμήματος, τη συντήρηση των εργαστηρίων, μέχρι που «σιγουρεύονται ότι βγαίνει το σωστό δόντι» (AFSCME, 2007b). Ως τότε, στα τρία μου χρόνια στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα, business as usual δε σήμαινε πικετοφορίες μπροστά από τα κτίρια του πανεπιστημίου, ούτε κονκάρδες που έλεγαν «στηρίζουμε τους εργαζόμενους στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα», και σίγουρα δεν σήμαινε μέηλ από τη διεύθυνση που μου υπενθύμιζαν τα καθήκοντά μου (ότι έπρεπε να πάω να διδάξω στο πανεπιστήμιο) καθώς και τους περιορισμούς στην στήριξη που μπορούσα να παρέχω νόμιμα στους απεργούς.

Business as usual δε σήμαινε επίσης ποτέ πριν ότι τόσο οι φοιτητές όσο οι διδάσκοντες και το προσωπικό αρχίσαμε να αισθανόμαστε την ένταση και τη διάκριση ανάμεσα στους κόπους μας. Δεν σήμαινε ότι κατάλαβα πως η θέση μου στο πανεπιστήμιο δεν διέφερε από τους εργαζόμενους στην πικετοφορία, πως ως μεταπτυχιακή φοιτήτρια, πρώτα απ’ όλα θεωρούμουνα εργαζόμενη που παρέχει υπηρεσίες σε προπτυχιακούς. Αυτό το τελευταίο είναι ίσως το μεγαλύτερο μάθημα της αποτυχημένης απεργίας του 2007: είμαστε όλοι εργάτες και η καλύτερη στρατηγική για να δουλέψουμε ενάντια στην επιχειρηματοποίηση των πανεπιστημίων μας είναι να οργανωθούμε κατά μήκος των διαφόρων πόστων μας ως εργάτες.

Η επιχειρηματοποίηση του πανεπιστημίου έγινε δυνατή διότι οι διδάσκοντες και οι φοιτητές εργάστηκαν υπό την ψευδαίσθηση ότι η παραγωγή γνώσης – και ειδικά η διδασκαλία και η έρευνα – είναι με κάποιο τρόπο διαφορετική από άλλες μορφές εργασίας και είναι αποκομμένη από τη μισθωτή εργασία του προσωπικού του πανεπιστημίου. Η αντίληψη που λέει ότι η παραγωγή γνώσης δεν είναι εργασία διαιωνίζεται από μια συμβολική ιεραρχία στην οποία οι διδάσκοντες, οι φοιτητές και το προσωπικό λαμβάνουν διαφορετικές θέσεις προνομίων και στάτους στο οικονομικό σύστημα του πανεπιστημίου. Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι το «προϊόν» της ερευνητικής και διδακτικής δουλειάς του πανεπιστημίου παράγεται μόνο μέσω της συνεργασίας ανάμεσα σε διδάσκοντες, εργαζόμενους και φοιτητές (ειδικά προπτυχιακούς), και ότι όλη μας η εργασία είναι πραγματικός μόχθος. Ακόμα πιο αληθές είναι το γεγονός ότι όλοι μας βιώνουμε την εκμετάλλευση της εργασίας μας, αν και με διαφορετικές μορφές, διότι το κεφάλαιο δεν κάνει διακρίσεις.

Η επίμονη πίστη ότι οι θέσεις μας είναι διαφορετικές εμπόδισε την οργάνωση στα πανεπιστήμια κατά μήκος των τάξεων, ένας μηχανισμός που είναι όμοιος με εκείνους που τα εθνικά κράτη χρησιμοποιούν για να δημιουργήσουν διακρίσεις ανάμεσα στις εργαζόμενες, τις μεσαίες και τις ανώτερες τάξεις. Υπό την κυριαρχία της διοίκησης του πανεπιστημίου, η οποία έχει την εξουσία να αναδομεί, να δίνει αυξήσεις, και στην ουσία να ελέγχει τη σχέση του πανεπιστημίου με το κοινό, όλοι εμείς που εργαζόμαστε στο πανεπιστήμιο πρέπει να αναγνωρίζουμε ότι μπορούμε να βρούμε την αλληλεγγύη μέσα από την συνειδητοποίηση ότι η εργασία μας συνδέει. Η απεργία της AFSCME και οι προσπάθειες στήριξής της αποκάλυψαν το βαθμό στον οποίο η διοίκηση μας αντιλαμβάνεται όλους ως εργάτες, και από αυτή την οπτική γωνία πρέπει να δομήσουμε την ανάλυσή μας των μελλοντικών στρατηγικών. Δίνω εδώ μια ταξική ανάλυση ως πρίσμα μέσω του οποίου να κατανοήσουμε και να κινήσουμε τη στήριξη των απεργιών κάθε είδους στα πανεπιστήμιά μας.

«Στρατηγική Τοποθέτηση» και η Απεργία του 2007

Για να κατανοήσουμε τι συνέβη στην απεργία αυτή, πρέπει να την εξετάσουμε στο πλαίσιο των ανοιχτά νεοφιλελεύθερων προγραμμάτων που όρισαν το κλίμα στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα. Για να μπει στην τριάδα των καλύτερων ερευνητικών ιδρυμάτων, η διοίκηση του πανεπιστημίου έθεσε σε λειτουργία τη «Στρατηγική Τοποθέτηση» (Strategic Positioning – ΣΤ). Από το 2004, η ΣΤ είναι μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ο «άγριος ανταγωνισμός» των αμερικάνικων πανεπιστημίων και οι «φθίνοντες πόροι» που χαρακτήρισαν τη δημόσια χρηματοδότηση δημοσίων ιδρυμάτων (Bruininks, 2007). Στην πρακτική, αυτό σήμαινε ότι η διοίκηση των πανεπιστημίων επιστράτευσε την εθελούσια εργασία των διδασκόντων και του προσωπικού για να αναπτύξει προτάσεις ανταγωνιστικότητας όσον αφορά τους φοιτητές, τους διδάσκοντες, την ανανέωση και την οργάνωση. Στην ουσία, η ΣΤ είναι μια μορφή συμμετοχικής διαχείρισης που αρθρώνει μια συλλογική πανεπιστημιακή ταυτότητα βασισμένη στην «παγκόσμια ανταγωνιστικότητα», ενώ υποσκάπτει και περιθωριοποιεί τοπικούς αγώνες όπως οι απεργίες του συνδικάτου εργαζομένων, ή η προσπάθεια για εκπαιδευτική πρόσβαση της κοινότητας της Μινεσότα. Η ΣΤ πέτυχε να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση ενός δημοκρατικού πανεπιστημίου, ψευδαίσθηση που κατορθώνει να σταθεροποιεί «τους διαχωρισμούς ανάμεσα στους ποικίλους αγώνες που αναδύονται από τα μη- και αντι- καπιταλιστικά κοινά (commons) στις κοινότητες του τμήματος ή του αμφιθεάτρου» (Kamola and Meyerhoff, 2008: 27). Οι όροι της πρωτοβουλίας για ένταξη στην πρώτη τριάδα δημιούργησαν εσωτερικό και εξωτερικό ανταγωνισμό στο πανεπιστήμιο, προλαβαίνοντας έτσι από την αρχή τη δυνατότητα εντόπιας αλληλεγγύης σε μια απεργία εργατών.

Στην πράξη, η ΣΤ μοιάζει με την αναδιάρθρωση μιας εταιρείας – συγχωνεύει ή διαλύει παλιομοδίτικα τμήματα και κόβει προγράμματα που δεν ανταποκρίνονται στα ποσοτικά στάνταρ που καταμετρούν την πρόοδο και την επιτυχία που οδηγούν στην «πρώτη τριάδα». Οι προτεραιότητες της ΣΤ, όπως και να οριστούν, αφορούν το κέρδος. Η οξυδέρκεια του εγχειρήματος είναι ότι επιστράτευσε την εργασία των πανεπιστημιακών για να δημιουργήσει ένα σύστημα που βάζει τα τμήματα και τους εργαζόμενους να τρώγονται μεταξύ τους. Για παράδειγμα, κάποια τμήματα (όπως των Επικοινωνιακών Σπουδών) απορρόφησαν τη διδασκαλία τμημάτων που τέθηκαν σε αχρηστία. Άλλα τμήματα έγιναν πιο «εμπορεύσιμα» βάσει των νέων προγραμμάτων και της έρευνας και των βραβείων που παρήγαγαν. Αν και τόσο τα διδακτικά όσο και τα εμπορεύσιμα τμήματα έχουν θεωρητικά ίση αξία για το πανεπιστήμιο, ωστόσο αυτό δε μεταφράζεται σε περισσότερους πόρους για τα τμήματα αυτά. Επιπρόσθετα, άλλα τμήματα χωρίς θεσμική αναγνώριση στις διάφορες καμπάνιες της αγοράς, συνεχίζουν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για να προσελκύσουν φοιτητές. Το σύστημα των απαιτούμενων προπτυχιακών μαθημάτων προωθεί τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα τμήματα καθώς αυτά μάχονται για καλύτερες θέσεις δημιουργώντας μαθήματα που καλύπτουν πολλαπλές απαιτήσεις με τη μια – πράγμα που οπωσδήποτε τραβά καταναλωτές φοιτητές που παίρνουν την αξία των διδάκτρων τους στο μέγιστο. Συνολικά, η θεωρία της ΣΤ είναι πως αν το πανεπιστήμιο «κερδίσει» τον αγώνα δρόμου μεταξύ ιδρυμάτων, θα ωφεληθούν όλοι. Οι συνθήκες εργασίας των εργαζομένων της AFSCME που οδήγησαν στην απεργία τους δείχνουν ότι αυτή η θεωρία είναι λανθασμένη: μόνο κάποια άτομα, και ειδικά η Διεύθυνση του πανεπιστημίου, κερδίζουν από την υπόθεση.

Ενάντια στο εξαιρετικά ανταγωνιστικό (εσωτερικά) κλίμα του πανεπιστημίου της Μινεσότα, η AFSCME κατέβηκε σε απεργία απαιτώντας αύξηση μισθών υψηλότερη από ό,τι πρόσφερε η διεύθυνση. Αν και το πανεπιστήμιο ανταγωνίζεται άλλα πανεπιστήμια με βάση το μισθό του προέδρου, των διδασκόντων και άλλων διοικούντων, οι μισθοί των εργαζομένων μάλλον πέφτουν σε άλλη συγκριτική κλίμακα που υπαγορεύεται από τη μείωση του κόστους. Όπως έδειξαν οι προκηρύξεις του AFSCME, ο πρόεδρος Bruininks πήρε αύξηση μισθού της τάξεως του 79% και άλλοι διοικητικοί (περίπου 1586 άτομα με μισθό πάνω από 100.000 δολάρια το χρόνο) πήραν κατά μέσο όρο αύξηση από 12% ως 59% από το 2002 (AFSCME, 2007a). Οι μισθοί της AFSCME μειώθηκαν στην πραγματικότητα κατά 5% (δηλαδή τη ρύθμιση του πληθωρισμού) από το 2002, οπότε τα αιτήματά τους για αύξηση 3,75% ήταν δίκαια, ειδικά αφού η Πολιτειακή Νομοθεσία της Μινεσότα έδωσε αυτή την αύξηση σε όλους τους μη-πανεπιστημιακούς εργαζομένους της AFSCME και πρότεινε παρόμοια αύξηση για τους πανεπιστημιακούς, ως μέρος της οικονομικής ενίσχυσης του πανεπιστημίου το 2007.

Ωστόσο, όπως δήλωνε μια ολοσέλιδη διαφήμιση της διοίκησης του πανεπιστημίου στην φοιτητική εφημερίδα, το «όχι μόνο δίκαιο, αλλά υπέροχο!» συμβόλαιο που διατηρεί η διοίκηση προσφέρει μόνο ένα 2,25% (και 2,5% για υγειονομικούς). Μετά από 16 ημέρες απεργίας, ένα τρίτο των απεργών (καθόσον η πλειοψηφία των εργατών της AFSCME που ψήφισε απεργία δεν μπορούσαν να επιβιώσουν απλήρωτοι) αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στη δουλειά ώστε να μη χάσουν την ασφάλισή τους, αποδεχόμενοι μόνο την αύξηση του 2,25% με ένα μπόνους της παρηγοριάς των 300 δολαρίων που έδωσε η διοίκηση. Η διοίκηση περίμενε υπομονετικά να λυθεί η απεργία και συνέχισε να καθησυχάζει την πανεπιστημιακή κοινότητα με μαζικά μέηλ ότι οι εργασίες συνεχιζόταν κανονικά χωρίς τους εργαζομένους της AFSCME. Όσον αφορά τη διαπραγμάτευση ενός δίκαιου συμβολαίου, η απεργία απέτυχε.

Η στρατηγική χρήση μιας απεργίας στηρίζεται στην αρχή ότι ένα συνδικάτο μπορεί να πιέσει τις διαπραγματεύσεις διότι η δουλειά έχει σταματήσει. Σε κάποιο βαθμό, η δουλειά σταμάτησε στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα, αλλά η δημόσια ορατή δουλειά της διδασκαλίας και της έρευνας συνεχίστηκε λίγο πολύ χωρίς ενόχληση. Το «προϊόν» μιας εκπαίδευσης που πουλιέται στο κοινό ορίζεται εν πολλοίς από τη δουλειά που κάνουν οι διδάσκοντες – άσχετα με το γεγονός ότι η έρευνα και η διδασκαλία διευκολύνεται από τη δουλειά άλλων μέσα στο πανεπιστήμιο. Έτσι, είναι εύκολο για τη διοίκηση να πείσει ότι η δουλειά συνεχίζεται κατά τη διάρκεια μιας απεργίας ενώ γίνονται ακόμα μαθήματα και οι διδάσκοντες συνεχίζουν να τηρούν τα καθήκοντά τους ως διευθυντές τμήματος, ειδικοί ομιλητές, ακόμα και ως δημόσιοι διανοούμενοι που γράφουν γράμματα συμπαράστασης στους εργάτες. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι στις ΗΠΑ οι απεργίες δεν είναι κοινός τόπος, καθότι χρειάζεται να παλέψεις σε κάποιους χώρους από μηδενική βάση, ακόμα και για το δικαίωμα δημιουργίας συνδικάτου. Ειδικά στην ακαδημία, οι προσπάθειες οργάνωσης των καθηγητών και των φοιτητών έχουν εμποδιστεί, ενώ είναι μεγάλη πρόκληση το να χτιστεί η δημόσια υποστήριξη των ακαδημαϊκών απεργιών. Από την άλλη, όποτε σταματά η διδασκαλία η δημοσιότητα του αγώνα αυξάνεται, ή και περνάνε τα αιτήματά της, όπως έγινε με την αποργία των μεταπτυχιακών του πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης το 2005 (Krause et al., 2008).

Αλλά όταν απεργούν οι μη-διδάσκοντες εργαζόμενοι, συνήθως η απεργία δεν γίνεται γνωστή διότι η δουλειά συνεχίζεται αν και με λιγότερη αποτελεσματικότητα. Στο πανεπιστήμιο, πολλοί αισθανόταν ότι η δουλειά όντως συνεχίζεται, διότι οι διδάσκοντες και ειδικά οι μεταπτυχιακοί τράβηξαν κουπί κάνοντας μάθημα (κυρίως στα πανεπιστημιακά κτίρια) και δημιουργώντας μια φυσιολογική ατμόσφαιρα για τους προπτυχιακούς όπως απαιτούσαν τα μέηλ της διοίκησης. Επιπρόσθετα, οι προπτυχιακοί φοιτητές εργαζόμενοι (αντίθετα με τα όσα λένε τα μέηλ της διοίκησης) ανέλαβαν κάποια από τα καθήκοντα των εργατών της AFSCME που έκαναν πικετοφορία, αναλαμβάνοντας περισσότερα καθήκοντα στις θέσεις εργασίας τους. Η ελαστική εργασία των φοιτητών και των διδασκόντων μεταμορφώνεται για να συμπεριλάβει λειτουργικά καθήκοντα, ενώ η φύση άλλων μορφών παραγωγής γνώσης δεν είναι εύκολο να μετρηθούν ή να σταματήσουν. Έτσι, πολλοί αναρωτήθηκαν αν μια αποτελεσματική απεργία είναι όντως δυνατή στα πανεπιστήμια. Είναι σαφές ότι είναι δύσκολο για φοιτητές και διδάσκοντες να σταματήσουν να δουλεύουν όταν πολλά από αυτά που κάνουν θεωρούνται υπηρεσίες, ή δεν θεωρούνται δουλειά καθόλου, και όταν δεν διαθέτουν καμιά ουσιαστική νομική κάλυψη ώστε να απεργήσουν ως ένδειξη αλληλεγγύης προς τους εργαζόμενους.

Για πολλούς από τους διδάσκοντες και τους φοιτητές, κάθε στάση εργασίας θα ήταν τόσο παράνομη όσο και παράλογη. Αμφότεροι πρέπει να συνεχίσουν να παράγουν έρευνα όχι μόνο για τα τοπικά ιδρύματα, αλλά και για να παραμείνουν ανταγωνιστικοί στην ακαδημαϊκή αγορά εργασίας. Διδασκόμαστε να θεωρούμε τους εαυτούς μας ως αυτόνομους επαγγελματίες που δεν έχουν υποχρεώσεις μόνο στα ιδρύματα τα οποία εργάζονται, αλλά κυρίως έξω από αυτά . Οι προπτυχιακοί επίσης αντιμετωπίζουν την ανάγκη της έγκαιρης αποφοίτησης προετοιμαζόμενοι για τις δικές τους αγορές εργασίας – δεν μπορεί να σταματήσει κάθε μορφής εργασία εξαιτίας αυτών των εξωγενών παραγόντων. Για πολλούς, επιπλέον, η διδασκαλία ορίζεται ως πολιτική πράξη και όχι ως μισθωτή εργασία, έτσι πολλοί συνεχίζουν τη δουλειά τους κατά τη διάρκεια μιας απεργίας καθόσον βρίσκουν ότι αυτό δεν αντιφάσκει με τη στήριξη που προσφέρουν στην απεργία. Η στήριξη που δέχτηκε η απεργία από φοιτητές και καθηγητές εκφράστηκε με τη μορφή αντι-μαθημάτων (teach-in), πορειών από φοιτητές και καθηγητές, καθώς και μια απεργία πείνας από φοιτητές. Φοιτητές και εργαζόμενοι διέκοψαν μαζί μια συνάντηση του αντίστοιχου με το πρυτανικό συμβούλιο (board of regents – διοικεί το πανεπιστήμιο και εκλέγεται από την πολιτεία) και κάποιοι από αυτούς συνελήφθησαν. Τόσο οι καθηγητές, όσο τα συνδικάτα και ακτιβιστικές ομάδες από την κοινότητα έγραψαν αναρίθμητα γράμματα υποστήριξης για τους εργαζόμενους της AFSCME (U of M Labour and Community Strike Support Committee, 2007).

Ακόμα και με τις καλύτερες προθέσεις, οι προσπάθειες αυτές ήταν ad hoc και πρόχειρες, ενώ η αποτυχία τους αποδόθηκε στην ανεπάρκεια του διαθέσιμου χρόνου για την οργάνωση φοιτητών και καθηγητών την πρώτη βδομάδα του τριμήνου. Η ηγεσία της AFSCME δήλωσε ότι δεν απαιτούσε από καθηγητές ή φοιτητές να εμπλακούν σε παράνομες πράξεις εκ μέρους της, αλλά ταυτόχρονα έκανε ξεκάθαρο ότι ακόμα και το να δίνονται μαθήματα στο πανεπιστήμιο τυπικά αποτελούσε απεργοσπαστική τακτική – διότι η δουλειά συνεχιζόταν. Επιστρατεύτηκαν πολλαπλά επίπεδα υποστήριξης της απεργίας, με το πεδίο της μάχης να ορίζεται με βάση μια μη οργανωμένη συλλογικότητα φοιτητών, καθηγητών και εργαζομένων απέναντι στη διοίκηση.

Οι διαφορετικές αυτές τακτικές υποστήριξης δομήθηκαν με βάση συμβολικές και υλικές διαφορές στη θέση της κάθε ομάδας στο πανεπιστήμιο, όπως την αντιλαμβανόταν η ίδια η ομάδα. Οι καθηγητές θεώρησαν ότι η διοίκηση και το συμβούλιο θα σεβόταν τις απόψεις τους εξαιτίας της εμπειρίας και του κύρους τους μέσα στο πανεπιστήμιο και θα αναθεωρούσαν την προσφορά τους στο συνδικάτο σε αυτή τη βάση. Οι πρυτάνεις όμως, αν και κάποιοι ήταν υπέρ των εργατών, θεωρούσαν τα συμβόλαια και τους μισθούς ένα πρόβλημα της διεύθυνσης πάνω στο οποίο δεν είχαν δικαιοδοσία. Έτσι, η θεωρούμενη ιδιοκτησία του πανεπιστημίου από τους καθηγητές δεν εφαρμόστηκε στην πράξη. Με παρόμοιο τρόπο, οι επιστολές προς τους νομοθέτες της πολιτείας ήταν επίσης μάταιος κόπος μια και η πολιτεία μπορεί μόνο να προτείνει στο πανεπιστήμιο πώς να διαθέσει τους πόρους του. Το πανεπιστήμιο της Μινεσότα, που ιδρύθηκε προτού ιδρυθεί η πολιτεία της Μινεσότα, έχει τη δυνατότητα να διαθέσει τα χρήματά του όπως θέλει. Ο πρόεδρος  Bruininks, ο οποίος έχει τη μεγαλύτερη εξουσία σε ό,τι αφορά τα συμβόλαια, αρνήθηκε να υποκύψει στις επιστολές και συνέχισε να μας στέλνει μέηλ και να μας υπενθυμίζει να συνεχίσουμε να δουλεύουμε.

Οι φοιτητές αντιμετώπισαν παρόμοιες προκλήσεις. Η μικρή συλλογικότητα φοιτητών που άρχισε την απεργία πείνας υπολόγιζε ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει την ευθύνη του πανεπιστημίου για την υγεία τους ως μέσο για να το ντροπιάσουν (αυτό και τον πρόεδρό του). Η διοίκηση ανταποκρίθηκε στέλνοντας ένα υγειονομικό να ελέγξει την κατάσταση των μαθητών, αλλά ταυτόχρονα δήλωνε δημόσια πως διαφωνεί με την τακτική των φοιτητών (Hunger Strike at the U of M, 2007). Άλλοι φοιτητές θεώρησαν ότι μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη θέση τους ως φοιτητές-πελάτες για να απαιτήσουν καλύτερες εταιρικές πρακτικές, στην περίπτωση αυτή δίκαιους μισθούς για τους εργαζομένους. Ο πρόεδρος μπλόκαρε τα μέηλ κάποιων φοιτητών και δεν απάντησε δημόσια σε επιστολές υπέρ της απεργίας. Η διεύθυνση στην ουσία χρησιμοποίησε την εξουσία της για να επικοινωνήσει μόνο τη δικιά της άποψη για την ιστορία στο πανεπιστήμιο, τη στιγμή που το συνδικάτο και οι υποστηρικτές του δεν είχαν πρόσβαση σε μαζικά μέηλ, οπότε άλλοι διαδηλωτές προσπάθησαν να ντροπιάσουν τη διεύθυνση κατηγορώντας την ως αντιδημοκρατική. Οι συμβολικές «σιωπηλές» διαμαρτυρίες ή εκείνες που βάζουν το σώμα σε κίνδυνο όπως σε μια απεργία πείνας δεν δουλεύουν όταν η διεύθυνση έχει δείξει πως δεν μπορεί να ντροπιαστεί και δεν βλέπει τον εαυτό της ως υπόλογο στους φοιτητές, τους καθηγητές ή τους εργαζόμενους μέσα στο πανεπιστήμιο εφόσον αυτό βρίσκεται στα «τρία καλύτερα». Είναι ξεκάθαρο ότι η δημοκρατική διακυβέρνηση στο πανεπιστήμιο είναι μια ψευδαίσθηση και δεν είναι στη λίστα των πραγμάτων που ορίζουν ένα κορυφαίο ερευνητικό ίδρυμα.

Στον απόηχο της απεργίας, οι αποτυχίες των στρατηγικών αυτών έγιναν αντιληπτές σαν αποτυχία να οργανωθούμε οριζόντια, ως μια ενωμένη φοιτητική, καθηγητική και εργατική συλλογικότητα ενάντια στη διοίκηση. Επειδή η Στρατηγική Τοποθέτηση (δηλαδή ο νεοφιλελευθερισμός σε δράση) σταθεροποίησε τους διαχωρισμούς ανάμεσα σε ομάδες εργατών, παρακινώντας μας να δούμε τους εαυτούς μας ως άτομα, κάθε προσπάθεια προσέγγισης ανάμεσα στις διάφορες ομάδες την επωμίσθηκαν οι φοιτητές, χωρίς πολύ χρόνο στη διάθεσή τους. Το κεφάλαιο χρησιμοποιεί με παρόμοιο τρόπο τη νοοτροπία του «διαίρει και βασίλευε» για να βάλει τις τάξεις να φαγωθούν μεταξύ τους – υποσκάπτοντας το δημοκρατικό δυναμικό που μπορεί να προκύψει από τη συνεργασία των τάξεων. Η απεργία της AFSCME έδειξε ότι το κεφάλαιο πέτυχε να συνεχιστεί η παραγωγή χωρίς πολλές ερωτήσεις καθώς οι εργαζόμενοι στο πανεπιστήμιο έπεφταν στο δίχτυ του νεοφιλελευθερισμού.

Το να ορίζουμε τον αγώνα αυτό ως πάλη ανάμεσα σε εμάς και τη διεύθυνση στο πανεπιστήμιο, είναι λοιπόν λάθος. Δεν είμαστε πολίτες μιας πανεπιστημιακής κοινότητας που εκλιπαρούμε τον καλοσυνάτο ηγέτη μας. Πρέπει να επανακαθορίσουμε τον εαυτό μας όπως έκανε η διεύθυνση μέσα από την ηλεκτρονική της προπαγάνδα: είμαστε όλοι εργάτες. Εργάτες που μάχονται ενάντια στο κεφάλαιο. Το κεφάλαιο προσωποποιείται στο γραφείο του προέδρου και στη διεύθυνση του πανεπιστημίου, διότι το κεφάλαιο καλύπτει τις αποφάσεις πάνω στην αξία της εργασίας και την τιμή της. Ο αγώνας μας πρέπει να αλλάξει κατεύθυνση και εμείς να αντιληφθούμε ότι οι διάφορές μας θέσεις μέσα στο πανεπιστήμιο δεν είναι και τόσο διαφορετικές, καθώς όλοι μας είμαστε απέναντι στο κεφάλαιο. Το κεφάλαιο απειλείται πάντοτε όταν εμφανίζονται ρωγμές, ή όταν καταστάσεις όπως η απεργία μας επιτρέπουν να δούμε τον εαυτό μας και τη δουλειά μας με διαφορετικό τρόπο (Mandel, 1978). Μόνο επιστρέφοντας στο ρόλο μας ως εργάτες θα βρούμε την ισχύ να πάρουμε πίσω το εργοστάσιο της γνώσης που μας ανήκει.

Δουλεύοντας μέσα απ’τις Ρωγμές και Κατακτώντας Ξανά το Κοινό

Πολλοί από εμάς που εργαζόμαστε στο πανεπιστήμιο το κάνουμε διότι θεωρούμε (ή ελπίζουμε) ότι είναι κατά τι διαφορετικό από τη δουλειά σε μια εκμεταλλευτική εταιρία. Στις ΗΠΑ, το ιδανικό της δωρεάν εκπαίδευσης – το οποίο επεκτάθηκε στο τέλος του 19ου αιώνα με τη μορφή της παραχώρησης κρατικών εκτάσεων στις πολιτείες για να χτιστούν πανεπιστήμια τα οποία θα έδιναν σε όλους τους πολίτες τη δυνατότητα να σπουδάσουν πρακτικά επαγγέλματα ή κλασσικές σπουδές – μας επιτρέπει να πιστεύουμε ότι τα δημόσια πανεπιστήμια πρέπει όντως να είναι δημόσια, με αποστολή να παρέχουν γνώση και πόρους για το δημόσιο καλό. Ωστόσο, ακόμα και όσοι από εμάς οργανωθήκαμε κατά τη διάρκεια της απεργίας κατανοήσαμε ότι το σύνθημα: «Να μείνει δημόσιο το πανεπιστήμιο της Μινεσότα» ήταν λανθασμένο, καθώς το πανεπιστήμιο της Μινεσότα, όπως και τα περισσότερα δημόσια ιδρύματα δεν ήταν ποτέ δημόσια και συστηματικά απέκλειαν ομάδες του πληθυσμού. Οι ελευθέριες τέχνες (liberal arts – πρόγραμμα «κλασσικών» σπουδών που στη σύγχρονη εκδοχή του περιλαμβάνει τις ανθρωπιστικές σπουδές και δεν είναι προσανατολισμένο προς κάποιο επάγγελμα,  Σ.τ.Μ), ακόμα και στα πλαίσια των πανεπιστημίων που χτίστηκαν σε παραχωρημένη από το κράτος γη, ήταν πάντοτε η γνώση των ελίτ. Γι’ αυτό το λόγο δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να θεωρούμε το πανεπιστήμιο ως ιδεαλιστικό χώρο, ή να πιστεύουμε ότι υπάρχει κάτι στο οποίο θέλουμε νοσταλγικά να γυρίσουμε. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να φετιχοποιούμε το ρόλο των φοιτητών και των διδασκόντων ως κυνηγών γνώσης όταν είναι πλέον ξεκάθαρο ότι η γνώση έχει μια τιμή και πωλείται ως προϊόν. Είναι ξεκάθαρο ότι πρέπει να επανακαθορίσουμε το χώρο του πανεπιστημίου, της εργασίας μας και των σχέσεων μεταξύ των εργαζομένων. Αυτές είναι οι παράμετροι πάνω στις οποίες θα χτίσουμε την αλληλεγγύη, όλοι ως εργάτες τοποθετημένοι σε διαφορετικές θέσεις στο ίδιο οικονομικό σύστημα/εργοστάσιο.

Το πρώτο βήμα στον επανακαθορισμό μας είναι να απομακρυνθούμε από τα φαντασιακά εκείνα που μας επέτρεψαν ως τώρα να είμαστε συνένοχοι στην επιχειρηματοποίηση του χώρου εργασίας μας. Πρέπει να αναγνωρίσουμε πως το «πανεπιστήμιο του νου» – η    παραγωγή άυλης γνώσης – δεν είναι αδιαπέραστη από την επιχειρηματικότητα και δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή ξέχωρα από το «πανεπιστήμιο του μπετόν» – δηλαδή τη διαχείριση του υλικού μέρους του ιδρύματος. Οι αδικίες που γίνονται καθεστώς στο «πανεπιστήμιο του μπετόν» μέσα από την αντίληψή μας για τη μισθωτή εργασία δεν διαφέρουν τόσο από τα ταξικά συστήματα που διατηρούν τον διαχειριστικό έλεγχο στο «πανεπιστήμιο του νου». Η φαντασιακή διάσταση του «πανεπιστημίου του νου» μας απέτρεψε από το να δούμε τη δουλειά μας ως αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με την εργασία του προσωπικού και διαιώνισε το διαχωρισμό ανάμεσα σε καθηγητές και φοιτητές. Ξεχνάμε εύκολα ότι προπτυχιακοί ή μεταπτυχιακοί φοιτητές δεν είναι απλοί αποδέκτες ή παθητικοί καταναλωτές της διδασκαλίας μας, αλλά είναι συμπαραγωγοί γνώσης. Πρέπει να αντιληφθούμε πως είμαστε όλοι συμπαραγωγοί του εκπαιδευτικού προϊόντος και όλοι μας συνεισφέρουμε στο ίδιο σύστημα – μαζί.

Δεύτερον, πρέπει να αναγνωρίσουμε πως το πανεπιστήμιο δεν μπορεί να είναι ένας χώρος εκπαίδευσης για μια μέλλουσα δημοκρατία αν ο ίδιος λειτουργεί αντιδημοκρατικά. Η δημοκρατία δεν είναι ένα ιδανικό που βασίζεται στις υποσχέσεις που συνεχώς προσπαθούμε να υλοποιήσουμε, να βελτιώσουμε ή να τελειοποιήσουμε (Derrida, 1997), γι’ αυτό και δεν μπορούμε να εργαζόμαστε με την εικασία ότι η «δημοκρατία» μας περιμένει έξω από το πανεπιστήμιο. Η δημοκρατία πρέπει να λειτουργεί σε όλες τις σφαίρες. Για να μετατραπεί ένα πανεπιστήμιο σε δημόσιο ίδρυμα χρειάζεται κάτι παραπάνω από τη δουλειά ενάντια στην νεοφιλελεύθερη τάση και την εταιρική ρητορεία. Χρειάζεται το χτίσιμο ενός αντικαπιταλιστικού ή μη-καπιταλιστικού κοινού που θα καθορίζει την πανεπιστημιακή μας κοινότητα – το πανεπιστήμιο ως ένας χώρος ρυθμισμένος από αξιακά συστήματα που δε συνδέονται με συστήματα ορισμένα από το κεφάλαιο (de Angelis, 2007). Σημαίνει ότι το εκπαιδευτικό μας προϊόν είναι μια συλλογική προσπάθεια όλων των θέσεων, ειδικά των προπτυχιακών φοιτητών, και ότι πρέπει να παλέψουμε ενάντια στις ανταγωνιστικές και ποσοτικές έννοιες που προς το παρόν καθορίζουν την εργασία μας και διχάζουν το συνεργατικό δυναμικό, που λειτουργούν ενάντια στη δημοκρατία.

Τρίτον, πρέπει να επανακαθορίσουμε τις σχέσεις μεταξύ καθηγητών, φοιτητών και εργαζομένων ώστε να αναγνωρίσουμε τους οικονομικούς φραγμούς που εμποδίζουν την αλληλεγγύη. Θεωρητικοί της πολιτικής έχουν επιχειρηματολογήσει πάνω στο ποια τάξη είναι η πιο δημοκρατική και ποιος, μέσα στα όρια ενός έθνους-κράτους, επωμίζεται την ευθύνη για τη δημιουργία μιας δημοκρατικής διακυβέρνησης. Εν τέλει, η δημοκρατία κερδίζεται μέσα από τις συντονισμένες προσπάθειες χαμηλών, μέσων και ανώτερων τάξεων, όμως η πρόκληση είναι να πειστούν οι τάξεις να εγκαταλείψουν τα στενά τους ταξικά συμφέροντα για το κοινό καλό. Η δημοκρατία χάνεται διότι το κράτος καταπνίγει τη συνεργασία ανάμεσα στις τάξεις, αφού κάτι τέτοιο θα έθιγε την εξουσία του. Το καπιταλιστικό σύστημα γίνεται εργαλείο του κράτους στους σκοπούς του αυτούς (Rueschemeyer et al., 1992). Όταν μεταφέρουμε την ανάλυση αυτή στο χώρο του πανεπιστημίου, ξεκινάμε να βλέπουμε πως δουλειά της διοίκησης είναι να διαιρεί τα συστατικά κομμάτια και πως οι ταμπέλες «καθηγητές» ή «φοιτητές» δεν έχουν περισσότερο συμβολικό κεφάλαιο απ’ ότι ο αυτοπροσδιορισμός ως συμπαραγωγοί ή εργάτες.

Η αναλογία δουλεύει αν βάλουμε τη διοίκηση του πανεπιστημίου στο ρόλο του κράτους (οργανωμένου από το κεφάλαιο) και τους καθηγητές στο ρόλο της μπουρζουαζίας: Η μπουρζουαζία, με τους περισσότερους πόρους και εν δυνάμει μεγαλύτερη πειθώ, πείθεται να διατηρήσει το status quo μέσα από παροχές και επιβραβεύσεις που προσφέρει το κράτος (π.χ. μια θέση στην επιτροπή συμβούλων της Στρατηγικής Τοποθέτησης). Οι διδάσκοντες πρέπει να αναγνωρίσουν ότι έχουν περισσότερα να κερδίσουν δουλεύοντας μαζί με άλλους, παρά από την ψευδαίσθηση μιας μελλοντικής εξουσίας. Πρέπει να αντισταθούν στην αδράνεια της έρευνας που γίνεται μονάχα για χάρη της επιστήμης τους. Πρέπει να αντισταθούν ενάντια στη συμμετοχή τους σε συμβουλευτικά σώματα με την ελπίδα προνομίων και ιδιοκτησίας. Οι μισθωτοί (ουσιαστικά η εργατική τάξη) έχουν τα περισσότερα να κερδίσουν από περισσότερη ισότητα στις λειτουργίες κάθε πτυχής του πανεπιστημίου, και οι άλλες τάξεις πρέπει να αναγνωρίσουν ότι η παράγωγη γνώση καθώς και η διδασκαλία ωφελούνται από την εμπειρία και από τους δίκαιους μισθούς για όλους.

Τέλος, οι φοιτητές (τόσο προπτυχιακοί όσο και μεταπτυχιακοί) έχουν ρόλο παρόμοιο με της μέσης τάξης. Τόσο καταναλωτές όσο και παραγωγοί, οι φοιτητές έχουν ίσως τη μεγαλύτερη ισχύ μέσα στο σύστημα και την ικανότητα να γεφυρώνουν τις τάξεις. Οι μεταπτυχιακοί πρέπει να δουν τον εαυτό τους ως μέρος του συστήματος παραγωγής γνώσης (και όχι μόνο ως άτομα που προετοιμάζονται για μια πανεπιστημιακή δουλειά), αλλά πρέπει να αναγνωρίσουν και τους προπτυχιακούς φοιτητές ως εργάτες – και όχι μόνο ως καταναλωτές που βρίσκονται εναντίον μας, αλλά τους οποίους πρέπει να ικανοποιήσουμε δουλεύοντας σκληρά για χάρη της «αξιολόγησης» του πανεπιστημίου μας. Πρέπει όλοι να αναγνωρίσουμε ότι η ισχύς και το κύρος μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο μέσα από τη δημιουργία ενός κοινού – στο οποίο όλοι παράγουμε ως ίσοι – και όχι μέσα από τη νοσταλγία ενός πανεπιστημίου που δεν υπήρξε ποτέ. Αν και όλοι μας φέρουμε διαφορετική εμπειρία και ειδικότητα λόγω των ταξικών μας καταβολών, εν τέλει συνεισφέρουμε τελικά στο ίδιο εκπαιδευτικό δημόσιο καλό και στην προώθηση της γνώσης.

Πως θα έμοιαζε λοιπόν ο αγώνας για το κοινό σε ένα πανεπιστήμιο; Σε πρώτο επίπεδο, πρέπει να αναζητήσουμε την κοινωνική δικαιοσύνη μέσα στο «πανεπιστήμιο του μπετόν», στο επίπεδο των μισθών για όλους. Στο επόμενο επίπεδο, πρέπει να αναγνωρίσουμε την ένταση της εργασίας των διδασκόντων, οι οποίοι κινούνται ανάμεσα στην υπηρεσία τους στο τοπικό επίπεδο και την επιστημονική δημοσίευση έξω από αυτό. Πρέπει να αναπτύξουμε ένα σύστημα διδασκαλίας και δημοσιεύσεων που θέτει προτεραιότητα στην εργασία εκείνη που συνεισφέρει στο συλλογικό στόχο της εκπαίδευσης για το κοινό καλό. Η παρόρμηση για παραγωγή γνώσης δεν πρέπει να είναι τόσο ισχυρή που να μη μας επιτρέπει να δούμε ότι τα παράγωγα ενός τέτοιου συστήματος είναι τόσο διεφθαρμένα όσο διεφθαρμένο είναι και το σύστημα. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι φοιτητές είναι καταναλωτές καθώς και παραγωγοί, αλλά επίσης μπορούν να είναι και παράγοντες κριτικής – που μπορούν να αμφισβητούν τις λειτουργίες όταν αυτές δεν είναι δίκαιες. Ταυτόχρονα, οι φοιτητές χρειάζονται βοήθεια να καταλάβουν και να θεσμίσουν το ρόλο τους αυτό. Και όταν οι πιο κακοπληρωμένοι εργαζόμενοι σταματούν να παράγουν, οι καθηγητές και οι φοιτητές πρέπει επίσης να σταματούν και να χρησιμοποιούν τη θέση τους ως δημόσιοι διανοούμενοι για να παράγουν ανάλυση και δουλειά που να φέρνει την ισότητα ξανά στο σύστημα.

Προηγούμενες κριτικές (πχ Gould, 2003) του πανεπιστημίου-επιχείρηση δεν έχουν φτάσει τόσο μακριά ώστε να ισχυριστούν ότι πρέπει να δούμε τους εαυτούς μας ως εργάτες. Θεωρείται γενικά ότι αν αλλάξουμε τη ρητορική περί των στόχων της εκπαίδευσης, τότε κάπως, ως εκ θαύματος, οι στόχοι θα αλλάξουν και θα απελευθερωθούμε από τη νεοφιλελεύθερη λογική που υποσκάπτει τις ανθρωπιστικές σπουδές. Όταν η τρέχουσα παγκόσμια κρίση επηρεάζει τα πανεπιστήμιά μας, δεν έχουμε την πολυτέλεια να επαφιόμαστε στις ειδυλλιακές έννοιες του «παλιού πανεπιστημίου» ή στη διερώτηση γιατί δε λειτουργεί το ίδιο στις τρέχουσες συνθήκες. Η στρατηγική μας και η λογική μας πρέπει να στραφεί προς την κατανόηση του συστήματος παραγωγής και των δικών μας ρόλων ως εργατών μέσα στο σύστημα αυτό. Πρέπει να εργαστούμε από τα μέσα για να κάνουμε το πανεπιστήμιο ένα δίκαιο μέρος ώστε και τα εκπαιδευτικά παράγωγά του να αντανακλούν το ήθος αυτό. Δε θα ‘πρεπε να χρειάζεται να φοράμε κονκάρδες που δηλώνουν «αλληλεγγύη στους εργαζομένους του πανεπιστημίου της Μινεσότα», διότι στην ουσία είμαστε όλοι εργάτες.

Βιβλιογραφία

AFSCME (2007a) ‘Strike for Justice’ [http://www.uworkers.org/files/2007/strikeforjustice.pdf].

AFSCME (2007b) ‘What do AFSCME Workers do at the U of M’ [http://www.afscme3800.org/node/83].

de Angelis, M. (2007) The Beginning of History: Value Struggles and Global Capital. London: Pluto Press.

Bruininks, R. H. (2007) ‘Transforming the U for the 21st Century: Strategic Positioning Report to the Board of Regents’ [http://www1.umn.edu/systemwide/strategic_positioning/pdf/ SPReport_FINAL.pdf].

Derrida, J. (1997) The Politics of Friendship, trans. G. Collins. London: Verso.

Gould, E. (2003) The University in a Corporate Culture. New Haven: Yale University Press.

Hunger Strike at the U of M (2007) [http://uofmhungerstrike.com].

Kamola, I. and E. Meyerhoff (2008 ) ‘Creating commons: Divided governance, participatory management, and the struggle over the enclosure of the university’, paper presented at Rethinking the University: Labour, Knowledge Value Conference, University of Minnesota, USA, April [http://www.makeumnpublic.org/conference/papers.htm].

Krause, M., M. Nolan, M. Palm, and A. Ross (2008 ) The University Against Itself: The NYU Strike and the Future of the Academic Workplace. Philadelphia: Temple University Press.

Mandel, E. (1978 ) Late Capitalism. New York: Verso.

Rueschemeyer, D., E.H. Stephens, and J.D. Stephens (1992) Capitalist Development and Democracy. Chicago: University of Chicago Press. U of M Labour and Community Strike Support Committee (2007) [http://www.uworkers.org].

Advertisements

One Response to “Είμαστε Όλοι Εργάτες: Μια Ταξική Ανάλυση των Εργατικών Αγώνων στο Πανεπιστήμιο.”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: